Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
Το λεγόμενο «φαινόμενο Τραμπ» στη διεθνή πολιτική δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως προσωπική ιδιορρυθμία ή ως παροδική απόκλιση από μια υποτιθέμενη κανονικότητα. Αντιθέτως, αποτελεί έκφραση βαθύτερων δομικών μετασχηματισμών και κρίσεων του παγκόσμιου οικονομικού και πολιτικού συστήματος. Η εκδοχή «Τραμπ 2.0» συνιστά ποιοτική τομή: όχι επειδή εισάγει πρακτικές άγνωστες στο παρελθόν, αλλά επειδή μετατρέπει σε ανοιχτή και απροκάλυπτη στρατηγική μεθόδους που προηγούμενες κυβερνήσεις εφάρμοζαν με θεσμικό και φιλελεύθερο περίβλημα. Πρόκειται, με διαλεκτικούς όρους, για μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα.
Ο ίδιος καλλιεργεί συστηματικά την εικόνα του απρόβλεπτου ηγέτη, επιδιώκοντας να επηρεάσει τη συμπεριφορά συμμάχων και αντιπάλων. Η τακτική αυτή παραπέμπει στη λεγόμενη «Θεωρία του Τρελού» (Madman Theory), σύμφωνα με την οποία η αντίληψη ότι ένας ηγέτης είναι ικανός για ακραίες αντιδράσεις λειτουργεί αποτρεπτικά. Ωστόσο, δεν πρόκειται για αυθορμητισμό ή ψυχολογική αστάθεια, αλλά για συνειδητή στρατηγική. Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η προσωπικότητα του Τραμπ αυτή καθαυτή, αλλά το γεγονός ότι η απορρύθμιση της διεθνούς τάξης ευνοεί την ανάδειξη πολιτικών μορφών που μπορούν να λειτουργήσουν εκτός παραδοσιακών θεσμικών πλαισίων. Ιστορικά προηγούμενα δείχνουν ότι περίοδοι συστημικής αστάθειας συχνά συνοδεύονται από τέτοιου τύπου ηγεσίες.
Δύο αλληλένδετες διεργασίες είναι καθοριστικές για την κατανόηση της στρατηγικής του Τραμπ 2.0: αφενός, η προσπάθεια των ΗΠΑ να διατηρήσουν την παγκόσμια ηγεμονία τους και, αφετέρου, η αυξανόμενη ισχύς των μεγάλων οικονομικών και τεχνολογικών συγκροτημάτων.
Η προσπάθεια των ΗΠΑ να διατηρήσουν την ηγεμονία τους
Η στρατηγική διατήρησης της αμερικανικής ηγεμονίας μπορεί να συνοψιστεί στη γνωστή ρήση του Λαμπεντούζα: «αν θέλουμε να μείνουν όλα όπως είναι, πρέπει όλα να αλλάξουν». Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται εκρηκτική αύξηση των ανισοτήτων εισοδήματος και πλούτου σε παγκόσμιο επίπεδο. Μια περιορισμένη οικονομική ελίτ συγκεντρώνει ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο του πλούτου, κατευθύνοντας κεφάλαια σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα, ακίνητα και ψηφιακές πλατφόρμες υψηλής προσόδου, με περιορισμένη συμβολή στην παραγωγική ανασυγκρότηση.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τη διεθνή ολιγοπώληση και την προσοδοθηρία, αποστερώντας πόρους από την πραγματική οικονομία, επιβραδύνοντας την ανάπτυξη και περιορίζοντας την απασχόληση. Σύμφωνα με τη θεωρία των κύκλων ηγεμονικής διαδοχής (Braudel, Arrighi), οι ηγεμονικές δυνάμεις, μετά την περίοδο ακμής, εισέρχονται σε φάση χρηματοπιστωτικοποίησης και στασιμότητας — το λεγόμενο «φθινόπωρο του ηγεμόνα». Πολλές ενδείξεις συνηγορούν ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σήμερα σε αυτή τη φάση.
Η άνοδος της Κίνας επιτείνει τις πιέσεις. Από «παγκόσμιο εργοστάσιο», εξελίχθηκε σε τεχνολογική και ερευνητική υπερδύναμη, περιορίζοντας δραστικά το χάσμα ισχύος με τις ΗΠΑ. Η στρατηγική της «αποσύνδεσης» από την Κίνα, που ξεκίνησε ήδη πριν από τον Τραμπ και συνεχίζεται διακομματικά, δεν έχει αποδώσει τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Απέναντι στην υπερχρέωση και τις δομικές αδυναμίες, οι ΗΠΑ διέθεταν τέσσερις βασικές επιλογές: παραγωγική αναδιάρθρωση, φορολόγηση του πλούτου, περιορισμό δαπανών ή μετακύλιση του κόστους στο εξωτερικό. Η κυρίαρχη επιλογή υπήρξε η τελευταία, μέσω δασμών, πιέσεων σε συμμάχους, οικονομικών εκβιασμών και εξαναγκασμού επενδύσεων εντός των ΗΠΑ. Πρόκειται για στρατηγική βραχυπρόθεσμα αποτελεσματική, αλλά μακροπρόθεσμα αποσταθεροποιητική.
Ο Τραμπ 2.0 διαχειρίζεται την κρίση της αμερικανικής ηγεμονίας μέσω ωμής ισχύος αντί θεσμικής ανασυγκρότησης. Το αποτέλεσμα είναι η όξυνση των ανισοτήτων, η ενίσχυση της διεθνούς αστάθειας και η αύξηση των γεωπολιτικών κινδύνων, σε ένα περιβάλλον που επηρεάζει άμεσα και χώρες όπως η Ελλάδα, οι οποίες καλούνται να κινηθούν με αυξημένη στρατηγική εγρήγορση.
Κυριαρχία οικονομικών κολοσσών και κρίση δημοκρατίας
Η ταχεία και εκτεταμένη άνοδος των χρηματιστικών και τεχνολογικών «Λεβιάθαν», με επίκεντρο τις ΗΠΑ, τη Wall Street και τη Silicon Valley, συνιστά μεσομακροπρόθεσμα τον σοβαρότερο συστημικό κίνδυνο για τη δημοκρατία, την κοινωνική συνοχή και τη διεθνή σταθερότητα. Οι δυνάμεις αυτές ενοποιούν –αν και με άνισο τρόπο– ευρύτερα τμήματα της δυτικής οικονομικής και πολιτικής ελίτ, συγκροτώντας ένα καθεστώς υπεριμπεριαλισμού που αποδυναμώνει ή ακυρώνει κάθε προοδευτική κοινωνική και πολιτική διεκδίκηση. Από τους αγώνες των λαϊκών τάξεων στο εσωτερικό των ίδιων των ΗΠΑ, έως τις προσπάθειες της ΕΕ για στρατηγική αυτονομία και κοινωνική συνοχή, και μέχρι τις επιδιώξεις των χωρών του Παγκόσμιου Νότου για ανάπτυξη, κυριαρχία και ειρήνη, το περιθώριο εναλλακτικών πορειών συρρικνώνεται.
Εάν οι δυνάμεις αυτές δεν αναγνωριστούν ως ο βασικός αντίπαλος του μέλλοντος της ανθρωπότητας, είναι δύσκολο να αναμένεται οποιαδήποτε ουσιαστικά θετική εξέλιξη σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα δημοκρατικά δικαιώματα απειλούνται πλέον άμεσα από την κυριαρχία οικονομικών και τεχνολογικών μονοπωλίων στις κρίσιμες υποδομές της σύγχρονης οικονομίας. Τα μονοπώλια αυτά δεν λειτουργούν απλώς παράλληλα, αλλά είναι βαθιά διαπλεκόμενα, συγκροτώντας τους πραγματικούς φορείς εξουσίας του 21ου αιώνα.
Πέραν των παραδοσιακών δικτύων κοινής ωφέλειας, κομβικό ρόλο διαδραματίζουν πλέον οι ψηφιακές υποδομές: το διαδίκτυο, οι μηχανές αναζήτησης, τα κοινωνικά δίκτυα, οι πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου και οι υποδομές υπολογιστικού νέφους. Οι αγορές αυτές ελέγχονται από ελάχιστες εταιρείες – Google, Amazon, Meta, Apple και Microsoft. Ενδεικτικά, το cloud computing, όπου φιλοξενούνται οι περισσότερες ψηφιακές εφαρμογές παγκοσμίως, ελέγχεται σε ποσοστό άνω του 65% από μόλις τρεις εταιρείες. Πρόκειται για αγορές με έντονα μονοπωλιακά ή ολιγοπωλιακά χαρακτηριστικά, στις οποίες ο ανταγωνισμός είναι περιορισμένος και η ρυθμιστική παρέμβαση ανεπαρκής.
Η περίοδος «Τραμπ 2.0» εκφράζει προτιμησιακά τα ισχυρότερα και πιο επιθετικά τμήματα του αμερικανικού κατεστημένου: την πολεμική βιομηχανία, τον ενεργειακό και εξορυκτικό τομέα, καθώς και τους τεχνολογικούς κολοσσούς. Οι τελευταίοι συγκροτούν την αιχμή του σύγχρονου μονοπωλιακού κεφαλαίου, επιδιώκοντας την απορρόφηση του μεγαλύτερου δυνατού μέρους του παγκόσμιου πλεονάσματος. Διατηρούν στενούς δεσμούς με το Πεντάγωνο, σε μια εποχή όπου οι συγκρούσεις διεξάγονται ολοένα και περισσότερο με drones, δορυφόρους και αλγορίθμους τεχνητής νοημοσύνης. Αν ο Αϊζενχάουερ προειδοποιούσε το 1961 για το «στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα», σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα «τεχνολογικό-χρηματιστικό σύμπλεγμα» που ελέγχει όχι μόνο την οικονομία, αλλά και τη δημόσια σφαίρα, την πληροφόρηση και τη διαμόρφωση πολιτικών προτιμήσεων.
Το φαινόμενο αυτό περιγράφεται εύστοχα με τον όρο «πολιτικός καπιταλισμός»: ένα σύστημα στο οποίο η οικονομική και η πολιτική ελίτ συνεργάζονται στενά όχι μέσω των μηχανισμών της ελεύθερης αγοράς ή της δημοκρατικής λογοδοσίας, αλλά μέσω ρυθμιστικής αιχμαλωσίας, θεσμικής μεροληψίας και δικτύων επιρροής. Κεντρικό ρόλο διαδραματίζουν οι λεγόμενες «περιστρεφόμενες πόρτες», δηλαδή η συστηματική εναλλαγή προσώπων μεταξύ κορυφαίων θέσεων στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν πολιτικοί και τεχνοκράτες με θητεία σε μεγάλες χρηματοπιστωτικές εταιρείες, (όπως ο Macron στη Rothschild, ο Merz στη BlackRock, οι Carney, Sunak, Monti, Barroso και Draghi στη Goldman Sachs, ο Blair στη J.P. Morgan Chase και ο Letta στη Lazard). Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος του κράτους υποχωρεί ή μετασχηματίζεται, ενώ ιδιωτικά μονοπώλια αναδεικνύονται σε de facto κυρίαρχους δρώντες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ισχύς των πολυεθνικών εταιρειών διαχείρισης κεφαλαίων, όπως η BlackRock, η Vanguard και η State Street. Οι τρεις αυτές εταιρείες διαχειρίζονται κεφάλαια που αντιστοιχούν σε περίπου 27% του παγκόσμιου ΑΕΠ και ασκούν καθοριστική επιρροή σε σχεδόν όλους τους στρατηγικούς κλάδους της παγκόσμιας οικονομίας: τεχνολογία, ενέργεια, φαρμακοβιομηχανία, τράπεζες, αλλά και στις μεγάλες συμβουλευτικές και ελεγκτικές εταιρείες. Η συγκέντρωση αυτή οδηγεί σε άνευ προηγουμένου έλεγχο της παραγωγής, της χρηματοδότησης και της διανομής του παγκόσμιου πλούτου.
Πού βαδίζουμε – Τι διακυβεύεται
Η πρωτοφανής συγκέντρωση πλούτου και εξουσίας προκαλεί πλέον ανησυχία ακόμη και σε τμήματα της ίδιας της παγκόσμιας συστημικής ελίτ. Δημόσιες παρεμβάσεις πολιτικών και οικονομικών παραγόντων αναδεικνύουν τον κίνδυνο που συνιστούν οι ακραίες ανισότητες και η υπερσυγκέντρωση ισχύος για τη δημοκρατία και τη θεσμική σταθερότητα. Ενδεικτικές είναι η αποχαιρετιστήρια ομιλία του προέδρου Μπάιντεν στο Οβάλ Γραφείο (15.1.2025), παρεμβάσεις του πρωθυπουργού του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ, καθώς και ανοιχτή επιστολή 400 πολυεκατομμυριούχων στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός το 2026.
Υπό αυτό το πρίσμα, το λεγόμενο «σύστημα βασισμένο σε κανόνες» αποκαλύπτεται ως βαθιά αντιφατικό. Οι ισχυροί εξαιρούνταν συστηματικά από τους κανόνες που οι ίδιοι επέβαλλαν, κυρίως εις βάρος των χωρών του Παγκόσμιου Νότου. Οι ευρωπαϊκές ελίτ συμμετείχαν σε αυτό το σύστημα ως εταίροι δεύτερης γραμμής, αποκομίζοντας υλικά και γεωπολιτικά οφέλη. Στη νέα φάση που εγκαινιάζει η εποχή «Τραμπ 2.0», ο χώρος αυτός περιορίζεται δραστικά.
Η κόπωση της χρηματοπιστωτικής φούσκας, η παροξυσμική αύξηση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, καθώς και η άνοδος της Κίνας και των ανατολικοασιατικών οικονομιών οξύνουν τον διεθνή ανταγωνισμό. Όταν το παγκόσμιο πλεόνασμα δεν επαρκεί για όλους –και ιδίως όταν μειώνεται για τον μέχρι πρότινος ηγεμόνα– οι συγκρούσεις για τη διανομή του γίνονται ανοιχτές και σκληρές. Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση Τραμπ 2.0 και οι ελίτ που τη στηρίζουν υιοθετούν μια επιθετική στρατηγική: διεκδικούν το μεγαλύτερο δυνατό μερίδιο του πλεονάσματος και επιδιώκουν την άρση κάθε θεσμικού ή κανονιστικού περιορισμού.
Τη στρατηγική αυτή στηρίζουν πρωτίστως οι τεχνολογικοί κολοσσοί, με την ακόρεστη ανάγκη τους για επενδυτικά κεφάλαια και μονοπωλιακό έλεγχο, καθώς και οι ενεργειακοί και στρατιωτικοί κλάδοι. Πιο επιφυλακτική εμφανίζεται η στήριξη των χρηματιστικών κολοσσών, οι οποίοι, λόγω της υπερεθνικής τους εξάπλωσης, επιδιώκουν μια πιο συμβιβαστική έκβαση στη σύγκρουση για τη διανομή του πλεονάσματος – όπως φάνηκε, για παράδειγμα, από τη μερική μόνο αποδοχή των θέσεων Κάρνεϊ στο Νταβός.
Η στρατηγική αυτή προκαλεί αντιδράσεις και τάσεις συσπείρωσης άλλων δυνάμεων εντός του δυτικού μπλοκ. Πρόκειται για πολιτικές και οικονομικές ελίτ που αντιλαμβάνονται ότι απειλούνται αφενός από την επιθετική πολιτική της αμερικανικής ηγεμονίας και αφετέρου, στο εσωτερικό τους, από την άνοδο της νέας ακροδεξιάς και τη συσσωρευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια. Οι παρεμβάσεις τύπου Κάρνεϊ εντάσσονται σε αυτή την προσπάθεια διαμόρφωσης ενός αντίβαρου.
Το αντίβαρο αυτό επιδιώκει περιορισμένη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και της πολιτικής πόλωσης, όχι από ιδεολογική μεταστροφή, αλλά εργαλειακά, ώστε να ανακοπεί η δυναμική της ακροδεξιάς. Ωστόσο, η ίδια η δομή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης εξακολουθεί να εμποδίζει ακόμη και περιορισμένες μορφές αναδιανομής. Παράλληλα, επιχειρείται η ενίσχυση της θέσης των μεσαίου μεγέθους κρατών, τα οποία βλέπουν τη σχετική τους ισχύ να υποχωρεί. Και αυτή η προσπάθεια, όμως, προσκρούει στην πολιτική «διαίρει και βασίλευε» των ΗΠΑ.
Σε κανένα από αυτά τα σχέδια δεν εντάσσονται ουσιαστικά οι χώρες του Παγκόσμιου Νότου ούτε οι μικρότερες χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου, όπως η Ελλάδα. Η φωνή τους παραμένει περιθωριακή ή ανύπαρκτη.
Η ελληνική διάσταση
Για την Ελλάδα, όποιο σενάριο κι αν επικρατήσει –αμερικανική μονοκρατορία, συνασπισμός μεσαίων κρατών, συμβιβασμός ή μια πιο πολυπολική τάξη– ένα στοιχείο είναι σαφές: δεν περιλαμβάνεται στους βασικούς σχεδιασμούς. Σε αυτή τη συγκυρία, η χώρα δεν μπορεί να περιοριστεί σε παθητική προσαρμογή. Οφείλει να στηρίξει την προοπτική συντονισμού των μεσαίων κρατών, αλλά και να αξιοποιήσει κάθε ρωγμή του διεθνούς περιβάλλοντος.
Στη σημερινή ιστορική συγκυρία, όπου οι διεθνείς ισορροπίες μεταβάλλονται με αυξανόμενη ταχύτητα και το παγκόσμιο σύστημα εισέρχεται σε φάση δομικής αστάθειας, η Ελλάδα δεν μπορεί να περιοριστεί σε στάση παθητικής προσαρμογής ή σε στρατηγικές ελαχιστοποίησης κινδύνου. Μια τέτοια προσέγγιση οδηγεί, μεσοπρόθεσμα, σε απώλεια βαθμών ελευθερίας και σε περαιτέρω περιθωριοποίηση. Αντιθέτως, η χώρα οφείλει να υιοθετήσει ενεργητική και πολυεπίπεδη στρατηγική, προσαρμοσμένη στις νέες γεωοικονομικές και γεωπολιτικές συνθήκες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η στήριξη της προοπτικής συγκρότησης συνασπισμών μεσαίου μεγέθους κρατών, με στόχο τον μετριασμό της αμερικανικής πίεσης και της μονομερούς άσκησης ισχύος, αποτελεί αναγκαία αφετηρία. Ωστόσο, η απλή ή παθητική προσχώρηση σε τέτοιες πρωτοβουλίες δεν επαρκεί. Η Ελλάδα οφείλει να είναι προετοιμασμένη να αξιοποιήσει ενεργά κάθε διαθέσιμο περιθώριο ελιγμών και κάθε ρωγμή στο διεθνές περιβάλλον, όπως η διαφαινόμενη ένταση μεταξύ μεσαίων κρατών και των ΗΠΑ. Η αποτελεσματική αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων προϋποθέτει στρατηγική εγρήγορση, θεσμική ικανότητα και σαφή ιεράρχηση προτεραιοτήτων.
Κεντρική προϋπόθεση για μια τέτοια στρατηγική είναι η ύπαρξη ενός κράτους με αναπτυξιακές δυνατότητες, επαρκή θεσμική συγκρότηση και μακροπρόθεσμο στρατηγικό ορίζοντα. Ένα κράτος ικανό να ασκεί τεκμηριωμένο σχεδιασμό δημόσιας πολιτικής, να συντονίζει αποτελεσματικά τους διαθέσιμους πόρους και να παρεμβαίνει ενεργά στη διαμόρφωση των οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων. Παράλληλα, απαιτούνται ενεργοί κοινωνικοί εταίροι και πολιτικά κόμματα με ικανότητα ανάλυσης, άρθρωσης στρατηγικών αιτημάτων και προγραμματικού σχεδιασμού, ώστε να στηρίξουν το κράτος όχι μόνο στο εσωτερικό, αλλά και στις διεθνικές του παρεμβάσεις.
Καθοριστικής σημασίας για τη βιωσιμότητα αυτής της στρατηγικής είναι η σταδιακή αλλά ουσιαστική μεταβολή του παραγωγικού και καταναλωτικού προτύπου της χώρας. Το υφιστάμενο πρότυπο παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένο, χαμηλής προστιθέμενης αξίας και ιδιαίτερα ευάλωτο σε εξωτερικούς κραδασμούς. Απαιτείται, συνεπώς, συστηματική ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, επενδύσεις στη γνώση, στην έρευνα και την τεχνολογία, καθώς και στην αναβάθμιση των φυσικών και ψηφιακών υποδομών. Παράλληλα, είναι αναγκαίες πολιτικές που περιορίζουν τις κοινωνικές ανισότητες και ενισχύουν την κοινωνική συνοχή, καθώς χωρίς κοινωνική σταθερότητα και εμπιστοσύνη καμία αναπτυξιακή στρατηγική δεν μπορεί να αποδώσει.
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα χρειάζεται μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική και μια ευέλικτη στρατηγική συμμαχιών. Η ενεργός συμμετοχή στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα σε πρωτοβουλίες συντονισμού των μεσαίων κρατών, είναι αναγκαία, αλλά δεν επαρκεί από μόνη της. Απαιτούνται στοχευμένα ανοίγματα και συνεργασίες και πέραν του στενού δυτικού πλαισίου, με γνώμονα τα εθνικά και κοινωνικά συμφέροντα, χωρίς ιδεολογικούς δογματισμούς και σχέσεις μονομερούς εξάρτησης. Αυτό καθίσταται ακόμη πιο κρίσιμο, καθώς η παγκόσμια αναπτυξιακή δυναμική μετατοπίζεται εκτός του παραδοσιακού δυτικού κέντρου και η Ελλάδα, μετά τη βαθιά μνημονιακή αποδυνάμωση, έχει ζωτική ανάγκη να ενταχθεί ενεργά σε αυτές τις νέες διεργασίες.
Ένας τέτοιος στρατηγικός προσανατολισμός δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς κοινωνική κινητοποίηση και ουσιαστική πολιτική ανανέωση. Πρόκειται για μια πορεία απαιτητική και αναπόφευκτα συγκρουσιακή, καθώς προϋποθέτει την ανακατεύθυνση του ολοένα και πιο περιορισμένου διαθέσιμου πλεονάσματος από την ολιγαρχική συσσώρευση προς την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη συλλογική ευημερία. Παρά τις δυσκολίες, αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική επιλογή για τη διασφάλιση ενός βιώσιμου, κυρίαρχου και κοινωνικά συνεκτικού μέλλοντος για τη χώρα.
*Λόης Λαμπριανίδης, Εκτελεστικός Διευθυντής Πάντειο, αφ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας, π. Γενικός Γραμματέας Ιδιωτικών Επενδύσεων
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


