Η πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου του Στάθη Γκότση με τίτλο «Μουσείο, Εκπαίδευση και Κοινωνία» (εκδόσεις Τόπος) αποτελεί έναν ιδιαίτερα σημαντικό σταθμό για την ελληνική μουσειολογική βιβλιογραφία. Το έργο αυτό ξεφεύγει από τα στενά όρια μιας απλής παράθεσης μουσειοπαιδαγωγικών τεχνικών, καταθέτοντας μια ριζοσπαστική οπτική: η μουσειακή εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως μια κατεξοχήν πολιτική πράξη, άρρηκτα συνδεδεμένη με τις κοινωνικές δομές και τις σχέσεις εξουσίας.

Ads

Θα επιχειρήσουμε, λοιπόν, μία κριτική παρουσίαση του βιβλίου όπου ο συγγραφέας μάς καλεί σε έναν βαθύ αναστοχασμό γύρω από τον ρόλο των πολιτιστικών ιδρυμάτων στη σύγχρονη εποχή, εστιάζοντας στα εξής:

Ads
  1. Το Μουσείο ως Κοινωνικό Διακύβευμα

Από τη γέννησή του ως θεσμός του νεωτερικού κράτους, το μουσείο λειτούργησε ιστορικά ως εργαλείο συγκρότησης της εθνικής ταυτότητας και επιβολής ενός συγκεκριμένου κανόνα πολιτισμού. Σήμερα, ωστόσο, μέσα σε ένα περιβάλλον έντονων κοινωνικών ανακατατάξεων, ο Στάθης Γκότσης διαπιστώνει την επιτακτική ανάγκη για έναν ριζικό αναστοχασμό. Το κεντρικό ερώτημα που θέτει το βιβλίο μετατοπίζει το ενδιαφέρον από το τεχνικό σκέλος («πώς μαθαίνουμε στο μουσείο») στο βαθύτερα κοινωνικό και πολιτικό: «ποιος μαθαίνει, τι μαθαίνει και γιατί».

Ads
  1. Ορισμοί και η Διεπιστημονική ταυτότητα του πεδίου

Προχωρώντας στη θεωρητική θεμελίωση, ο συγγραφέας αναλύει τη μουσειακή εκπαίδευση ως ένα αυτόνομο πεδίο μη-τυπικής παιδαγωγικής διαδικασίας και όχι ως μια απλή παραφυάδα της σχολικής εκπαίδευσης. Το πεδίο αυτό αναδεικνύεται σε κατεξοχήν διεπιστημονικό, καθώς συνομιλεί με την Αρχαιολογία και την Ιστορία της Τέχνης για το περιεχόμενο, με τις Επιστήμες της Αγωγής για τη μέθοδο, και με την Κοινωνική Ανθρωπολογία για την κατανόηση του κοινού. Η σύγχρονη μουσειολογία, όπως επισημαίνεται, έχει μετακινηθεί από το «αντικείμενο» στον «άνθρωπο». Αυτή η ανθρωποκεντρική στροφή επιτρέπει στο μουσείο να μετατραπεί από έναν αποστειρωμένο χώρο φύλαξης κειμηλίων σε έναν ζωντανό «τόπο» συνάντησης, όπου η γνώση οικοδομείται συμμετοχικά και δεν μεταγγίζεται αυθεντικά από τον ειδικό στον ανίδεο.

Ads
  1. Από τον Εκδημοκρατισμό στη Συμμετοχικότητα

Η ιστορική αναδρομή που επιχειρείται στο βιβλίο χωρίζει την εξέλιξη της μουσειακής εκπαίδευσης σε κομβικές περιόδους, με ορόσημο τη δεκαετία του 1960, όταν άρχισε να συζητείται διεθνώς ο «εκδημοκρατισμός του πολιτισμού». Ο συγγραφέας ασκεί κριτική σε αυτή την πρώτη φάση, σημειώνοντας ότι ο εκδημοκρατισμός σήμαινε συχνά απλώς την παροχή πρόσβασης των μαζών στην υψηλή τέχνη των ελίτ. Η πραγματική ανατροπή ήρθε με τη «Νέα Μουσειολογία» της δεκαετίας του 1980 και τη μετάβαση στην «πολιτισμική δημοκρατία», όπου ζητούμενο είναι να ακουστούν οι φωνές των ίδιων των κοινοτήτων. Στην Ελλάδα, αν και οι τάσεις αυτές ακολουθήθηκαν με μικρή χρονική υστέρηση —με σημαντικούς σταθμούς τις πρώτες δράσεις στο Μουσείο Μπενάκη και την ίδρυση του Κέντρου Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων του Υπουργείου Πολιτισμού—, η θεσμική αποδοχή υπήρξε κυρίως αποτέλεσμα του προσωπικού μόχθου πρωτοπόρων επιστημόνων και όχι μιας συγκροτημένης κρατικής πολιτικής.

  1. Κριτική Παιδαγωγική και Paulo Freire στο Μουσείο

Σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια του έργου, η μουσειακή πράξη συνδέεται άμεσα με την Κριτική Παιδαγωγική και τη θεωρία του Paulo Freire για τη «συνειδητοποίηση». Ο Στάθης Γκότσης αναλύει πώς η λεγόμενη «τραπεζική αντίληψη» της εκπαίδευσης —όπου ο δάσκαλος ή ο ξεναγός απλώς καταθέτει έτοιμες γνώσεις στα μυαλά των παθητικών δεκτών— αναπαράγεται συχνά στις ξεναγήσεις και τις λεζάντες των εκθέσεων. Αντίθετα, προτείνεται η μετατροπή του μουσείου σε χώρο «προβληματισμού», όπου οι επισκέπτες/τριες ενθαρρύνονται να αναζητούν τις κοινωνικές συγκρούσεις πίσω από τα αντικείμενα. Έτσι, για παράδειγμα, ένα βυζαντινό έκθεμα παύει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως έργο τέχνης και αναδεικνύεται ως φορέας κοινωνικής ιεραρχίας ή θρησκευτικής επιβολής, λειτουργώντας τελικά ως καθρέφτης των σύγχρονων προβληματισμών μας.

  1. Κοινωνικός Αποκλεισμός: Η αόρατη πλευρά του Μουσείου

Ο συγγραφέας προσεγγίζει την έννοια του κοινωνικού αποκλεισμού, τονίζοντας ότι αυτός δεν είναι μόνο φυσικός/αρχιτεκτονικός (όπως η έλλειψη υποδομών για χρήστες αναπηρικών αμαξιδίων), αλλά πρωτίστως νοηματικός, συμβολικός και ψυχολογικός. Πολλοί άνθρωποι αισθάνονται «ξένοι» μέσα στο μουσείο, καθώς η γλώσσα, η αισθητική και η θεματολογία του δεν τους αφορούν, με αποτέλεσμα ο θεσμός να λειτουργεί συχνά ως μηχανισμός αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας. Η απάντηση σε αυτό είναι μια «πολιτική της συμπερίληψης». Το μουσείο οφείλει να βγει έξω από τα τείχη του, να αναζητήσει τις περιθωριοποιημένες ομάδες και να τις προσκαλέσει ως συν-δημιουργούς, εφαρμόζοντας το μοντέλο του «συμμετοχικού μουσείου» (participatory museum), όπου η αυθεντία του επιμελητή υποχωρεί μπροστά στο βίωμα του κοινού.

  1. Συμπερίληψη ευάλωτων ομάδων: Πρακτικές Εφαρμογές

Πέρα από τη θεωρία, το βιβλίο του Στάθη Γκότση προσφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα εφαρμογής για τη συμπερίληψη ευάλωτων πληθυσμιακών ομάδων:

  • Άτομα με Αναπηρία (ΑμεΑ):Η προσβασιμότητα πρέπει να είναι καθολική, μέσα από τον σχεδιασμό προγραμμάτων που ενεργοποιούν όλες τις αισθήσεις (αφή για άτομα με οπτική αναπηρία, κίνηση, νοηματική γλώσσα), βελτιώνοντας τελικά την εμπειρία για το σύνολο των επισκεπτών.
  • Η Τρίτη Ηλικία:Το μουσείο αναδεικνύεται σε χώρο κοινωνικοποίησης για τους/τις ηλικιωμένους/ες, με δράσεις που βασίζονται στην «ανάκληση μνήμης», όπου τα αντικείμενα γίνονται η αφορμή για την αφήγηση προσωπικών ιστοριών, ενισχύοντας την αυτοεκτίμηση.
  • Πρόσφυγες και Μετανάστες/τριες:Το μουσείο μπορεί να λειτουργήσει ως ένας «ενδιάμεσος χώρος» διαπολιτισμικού διαλόγου, όπου η ανάδειξη κοινών πολιτισμικών στοιχείων συμβάλλει στην καταπολέμηση της ξενοφοβίας και την ομαλή κοινωνική ένταξη.
  1. Η περίπτωση των Ρομά: Το Πρόγραμμα Roma Routes

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σχέση του μουσείου με την κοινότητα των Ρομά, μέσα από την ανάλυση της συμμετοχής του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα «Roma Routes». Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η προσέγγιση μιας ομάδας με έντονο το στίγμα του αποκλεισμού απαιτεί πρώτα την οικοδόμηση σχέσης εμπιστοσύνης. Το πρόγραμμα δεν περιορίστηκε σε μια τυπική επίσκεψη, αλλά προχώρησε στην επιμόρφωση νέων Ρομά ως πολιτιστικών διαμεσολαβητών. Η αναγνώριση της ιστορίας και της τέχνης τους (π.χ. της σιδηρουργίας ή της μουσικής) ως ισότιμου κομματιού της πολιτιστικής κληρονομιάς λειτούργησε ως πράξη βαθιάς ενδυνάμωσης, αποδεικνύοντας ότι η ουσία της συμπερίληψης είναι η μετατροπή του «άλλου» σε ισότιμο «εταίρο».

  1. Το Μουσείο πίσω από τα κάγκελα: Η εκπαίδευση στη φυλακή

Από τα πιο συγκλονιστικά σημεία του βιβλίου είναι η αναφορά στη δράση που υλοποιήθηκε στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα. Η μεταφορά της μουσειακής εμπειρίας σε ένα περιβάλλον εγκλεισμού λειτούργησε για τους νεαρούς κρατούμενους ως ένα «παράθυρο» στον ελεύθερο κόσμο. Η δημιουργία ενός χειρόγραφου κώδικα από τους κρατούμενους μαθητές, με τη συνδρομή συντηρητών, ξεπέρασε τα όρια μιας απλής άσκησης δεξιοτήτων και μετατράπηκε σε πράξη επανάκτησης της αξιοπρέπειας. Όταν ένας έγκλειστος νέος μαθαίνει να φροντίζει ένα αντικείμενο, μαθαίνει ουσιαστικά να σέβεται τον εαυτό του και τον συνάνθρωπό του —μια πρακτική που ο συγγραφέας προτείνει να ενταχθεί σε μια ευρύτερη σωφρονιστική πολιτική με στόχο την επανένταξη και όχι την τιμωρία.

  1. Η σημειολογία του αντικειμένου και η ερμηνεία

Στο θεωρητικό σκέλος, το βιβλίο εξετάζει τη «δύναμη του αντικειμένου» και το πώς ένα άψυχο πράγμα μετατρέπεται σε «μουσειακό έκθεμα». Το αντικείμενο δεν μιλάει ποτέ μόνο του· η φωνή του παράγεται από την ερμηνεία που του δίνουμε, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχουν πολλές «αλήθειες» για κάθε έκθεμα. Ο Γκότσης προτείνει στους μουσειοπαιδαγωγούς τη χρήση ανοιχτών ερωτήσεων που ενθαρρύνουν την πολυφωνία, υπογραμμίζοντας ότι η μάθηση στο μουσείο είναι πρωτίστως βιωματική και συναισθηματική: αν ο επισκέπτης δεν «νιώσει» κάτι μπροστά στο έκθεμα, η πληροφορία θα ξεχαστεί γρήγορα.

  1. Ο ρόλος του/της μουσειοπαιδαγωγού

Ο άνθρωπος που καλείται να συντονίσει αυτή τη σύνθετη διαδικασία είναι ο/η μουσειοπαιδαγωγός, ο οποίος ορίζεται ως «διαμεσολαβητής». Για τον ρόλο αυτό δεν αρκεί η στείρα γνώση της ιστορίας ή της αρχαιολογίας· απαιτούνται ενσυναίσθηση, ευελιξία και μια βαθιά πίστη στην κοινωνική αλλαγή. Ο επαγγελματίας του μουσείου πρέπει να είναι ένας «αναστοχαζόμενος επαγγελματίας», που αξιολογεί και προσαρμόζει διαρκώς τις μεθόδους του στις ανάγκες της εκάστοτε ομάδας.

Συμπεράσματα: Το Μουσείο ως Εργαστήριο Δημοκρατίας

Ο συγγραφέας καταλήγει σε μια απαιτητική αλλά γεμάτη προοπτική διαπίστωση: το μουσείο, παρά τις συντηρητικές και ελιτίστικες καταβολές του, έχει τη δυναμική να εξελιχθεί σε έναν από τους πιο προοδευτικούς θεσμούς της κοινωνίας μας. Η μουσειακή εκπαίδευση αναδεικνύεται σε έναν δρόμο προς την αυτογνωσία και την κοινωνική δικαιοσύνη.

Τα σύγχρονα μουσεία οφείλουν να μην φοβούνται τη σύγκρουση και να παίρνουν σαφή θέση απέναντι στα μεγάλα σύγχρονα προβλήματα, όπως ο ρατσισμός, η φτώχεια και η κλιματική κρίση. Καθώς η επιτυχία μιας μουσειακής δράσης δεν μετριέται με τον αριθμό των εισιτηρίων αλλά με τη δυνατότητά της να μετατοπίσει έστω και λίγο τον τρόπο που ένας άνθρωπος βλέπει τον κόσμο, το «Μουσείο, Εκπαίδευση και Κοινωνία» αποτελεί μια ανοιχτή πρόσκληση για δράση. Πρόκειται για ένα κάλεσμα προς όλες και όλους που ασχολούμαστε με την τυπική, μη-τυπική ή άτυπη εκπαίδευση, προκειμένου να γκρεμίσουμε τα «αόρατα τείχη» και να καταστήσουμε τον πολιτισμό ένα κοινό, προσβάσιμο και ουσιαστικό κτήμα για ολόκληρη την κοινωνία.

*Ο Ιωάννης – Παναγιώτης Αμπελάς σπούδασε Φιλοσοφία και Κλασική Φιλολογία, είναι διδάκτορας Φιλοσοφίας και υπηρετεί στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Μεταξύ άλλων έχει διατελέσει Συντονιστής Εκπαιδευτικού Έργου Κρήτης για τους Φιλολόγους και Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Χανίων. Είναι διαχειριστής του εκπαιδευτικού ιστολογίου «Παρρησία».