Παρά τις επίμονες διαψεύσεις του Μεγάρου Μαξίμου, το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών το 2026 δεν αποτελεί σενάριο φαντασίας. Αντιθέτως, προκύπτει ως λογική πολιτική επιλογή μέσα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης θεσμικής πίεσης, ευρωπαϊκής επιτήρησης και εσωτερικής πολιτικής ρευστότητας.

Ads

Το 2026 δεν τρομάζει την κυβέρνηση για έναν λόγο. Τη φέρνει αντιμέτωπη με κάτι που η ελληνική πολιτική τάξη παραδοσιακά δυσκολεύεται να διαχειριστεί. Μια Δικαιοσύνη που δεν ελέγχεται εντός συνόρων.

Ads

Η Λάουρα Κοβέσι, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, δεν είναι μια συνηθισμένη τεχνοκράτης. Το βιογραφικό της είναι σαφές και ενοχλητικό. Στη Ρουμανία έστειλε στη Δικαιοσύνη υπουργούς και πρωθυπουργούς, στη Βουλγαρία οι έρευνες της EPPO άγγιξαν τον πρώην πρωθυπουργό Μπορίσοφ, ενώ στη Σλοβακία οι υποθέσεις αγροτικών επιδοτήσεων οδήγησαν σε συλλήψεις και πολιτικό σεισμό.

Ads

Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο το τι ερευνά,αλλά το πότε. Η θητεία της Κοβέσι λήγει τον Οκτώβριο του 2026. Όσοι γνωρίζουν τη λειτουργία των ευρωπαϊκών θεσμών εκτιμούν ότι πριν αποχωρήσει θα επιδιώξει να κλείσει μεγάλους φακέλους και η Ελλάδα βρίσκεται ήδη στο ραντάρ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Ads

Σε αυτό το πλαίσιο, οι πρόωρες εκλογές δεν θα ήταν πολιτικός αιφνιδιασμός. Θα ήταν μια κίνηση άμυνας.

Μια εκλογική αναμέτρηση την άνοιξη του 2026 θα μπορούσε να προσφέρει στον πρωθυπουργό το ισχυρότερο επιχείρημα που διαθέτει κάθε κυβέρνηση υπό πίεση, τη νωπή λαϊκή εντολή. Το μήνυμα θα ήταν σαφές, «ο λαός αποφάσισε, προχωράμε».

Δεν θα ήταν η πρώτη φορά που η κάλπη χρησιμοποιείται για να προλάβει δυσάρεστες εξελίξεις. Όμως αυτή τη φορά το διακύβευμα δεν είναι μόνο πολιτικό· είναι θεσμικό και ευρωπαϊκό.

Παράλληλα,το κυβερνητικό επιτελείο επενδύει στο αφήγημα της ευρωπαϊκής κανονικότητας και της σταθερότητας. Η Ελλάδα παρουσιάζεται ως χώρα που έχει επιστρέψει στον πυρήνα των αποφάσεων της Ευρώπης. Το μήνυμα προς το εσωτερικό ακροατήριο είναι ξεκάθαρο, μια χώρα που πρωταγωνιστεί δεν μπορεί να είναι διεφθαρμένη.

Το ερώτημα είναι αν αυτό το αφήγημα αρκεί όταν οι έρευνες δεν διεξάγονται στην Αθήνα αλλά στο Λουξεμβούργο.

Οι πρώτες δημοσκοπήσεις του 2026 θα λειτουργήσουν ως πολιτικός ανιχνευτής. Αν η Νέα Δημοκρατία διατηρεί προβάδισμα, αλλά η κοινωνική δυσαρέσκεια βαθαίνει και η αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη, το παράθυρο για πρόωρες εκλογές θα είναι ανοιχτό.

Αντίθετα, μια αναμονή έως το 2027 σημαίνει έκθεση σε πολλαπλά μέτωπα, ευρωπαϊκές έρευνες, κοινωνικές αντιδράσεις και απρόβλεπτες πολιτικές ανασυνθέσεις.

Το δίλημμα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν είναι αν θα κερδίσει τις εκλογές. Είναι πότε θα τις δώσει. Με τους δικούς του όρους  ή υπό πίεση γεγονότων που δεν θα ελέγχει.

Το 2026, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένα ακόμη έτος διακυβέρνησης. Είναι το σημείο όπου η πολιτική στρατηγική συναντά τη θεσμική πραγματικότητα. Και εκεί, η κάλπη μπορεί να αποδειχθεί είτε σανίδα σωτηρίας είτε ύστατο ρίσκο.

*Πολιτική και Οικονομική Αναλύτρια