Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
Αν υπάρχει μια ερώτηση για το πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο που έβγαλε στους δρόμους χιλιάδες μαθητές, φοιτητές και εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων και στην Ελλάδα, αυτή δεν είναι γιατί η εκπαιδευτική κοινότητα βγαίνει σήμερα στους δρόμους.
Η καίρια ερώτηση για τα συλλαλητήρια είναι πως και δεν έγιναν νωρίτερα.
Είναι τόσα πολλά και τόσο μεγάλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μαθητές, οι φοιτητές και οι εκπαιδευτικοί στα σχολεία, τα γυμνάσια, τα λύκεια και τα πανεπιστήμια σήμερα στην Ελλάδα, που αυτό που εγείρει πραγματικά ερωτηματικά δεν είναι τόσο ο τωρινός ξεσηκωμός, όσο η επί τόσα χρόνια αδράνεια της εκπαιδευτικής κοινότητας.
Το πρώτο και σημαντικότερο πρόβλημα της δημόσιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα σήμερα, που αποτελεί ομπρέλα για σειρά επιμέρους προβλημάτων και που συγχρόνως συνιστά και την κορυφή ενός παγόβουνου οικονομικής και θεσμικής απαξίωσης της δημόσιας Παιδείας, είναι ασφαλώς η συστηματική υποχρηματοδότησή της.
Η σύγκριση με την Ευρώπη των 27 είναι συντριπτική.
Οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά το πέρας της λιτότητας και των μνημονίων, η Ελλάδα σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat βρίσκεται στην προτελευταία θέση της Ενωμένης Ευρώπης ως προς τη δημόσια χρηματοδότηση του εκπαιδευτικού της συστήματος.
Με μόλις 3,3% του ΑΕΠ να κατευθύνεται στην Παιδεία, η χώρα μας είναι προτελευταία στην Ενωμένη Ευρώπη, με τελευταία τη Ρουμανία.
Όταν ο μέσος όρος της δημόσιας χρηματοδότησης στην ΕΕ βρίσκεται στο 4,7%. 1,5 φορά, δηλαδή, μεγαλύτερη επένδυση κάνουν οι ευρωπαίοι στη δημόσια εκπαίδευση σε σχέση με εμάς σήμερα.
Και να σκεφτεί κανείς ότι η εξέγερση της εκπαιδευτικής κοινότητας στη Γαλλία, γίνεται σε μια χώρα που επενδύει στην Παιδεία το 5,3% του ΑΕΠ της. Περισσότερο, δηλαδή, από το 5% που διεκδικούν σήμερα οι μαθητές, οι φοιτητές και οι εκπαιδευτικοί στην Ελλάδα.
Στη Γαλλία, βέβαια, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το πρόβλημα δεν είναι η χαμηλή δημόσια χρηματοδότηση, αλλά η άνιση και με ταξικά κριτήρια κατανομή της στις διάφορες συνοικίες των μεγάλων πόλεων, όπως και στη Γαλλική περιφέρεια, σε σχέση με τις πλούσιες συνοικίες του Παρισιού.
Με αυτά τα δεδομένα, η δημόσια δαπάνη που αντιστοιχεί στη χώρα μας ανά μαθητή ή ανά φοιτητή, είναι μόλις $3.125. Όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος της δημόσιας δαπάνης στην ΕΕ είναι $9.016, τρεις φορές, δηλαδή, περισσότερο.
Η δημόσια χρηματοδότηση της Παιδείας στην Ελλάδα σήμερα, συνιστά ιστορικό χαμηλό 20ετίας, ως ποσοστό της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας στη χώρα.
Και επειδή οι υπεύθυνοι για την υποχρηματοδότηση και εντέλει και την απαξίωση της δημόσιας εκπαίδευσης είναι βέβαιο ότι θα αντιτείνουν ότι δεν είναι οι δημόσιες επενδύσεις εκείνες που συμβάλουν στο υψηλό επίπεδο της εκπαίδευσης, το παράδειγμα της υψηλής δημόσιας χρηματοδότησης του Σκανδιναβικού εκπαιδευτικού μοντέλου, που αποτελεί διεθνές πρότυπο εκπαιδευτικού συστήματος, είναι εκεί για να τους διαψεύσει.
Καθώς πρώτες στην Ενωμένη Ευρώπη ως προς τη δημόσια χρηματοδότηση της εκπαίδευσης συμβαίνει να είναι, όχι τυχαία, οι Σκανδιναβικές χώρες. Και συγκεκριμένα η Σουηδία, με 6,8% του ΑΕΠ της και η Φινλανδία, με το κορυφαίο εκπαιδευτικό της μοντέλο, με 6,3% του ΑΕΠ της.
Από την υποχρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης ξεκινούν μια σειρά από προβλήματα που πλήττουν το εκπαιδευτικό σύστημα και που η εκπαιδευτική κοινότητα σήμερα διαμαρτυρόμενη τα αναδεικνύει, όπως:
- Η κακή κατάσταση και οι ελλείψεις στις υποδομές στη δημόσια εκπαίδευση,
- Η υποστελέχωση και οι ελλείψεις σε προσωπικό σε όλες τις βαθμίδες,
- οι απαράδεκτα χαμηλοί μισθοί των εκπαιδευτικών σε σχέση με τους μισθούς στην υπόλοιπη Ευρώπη, μια πραγματικότητα που αναγκάζει πολλούς δασκάλους και καθηγητές να αναζητούν δεύτερη εργασία στα φροντιστήρια.
Ξεχωριστή, τέλος, θέση στα προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος έχει η κατάρρευση της φοιτητικής στέγασης και κάθε μορφής φοιτητικής μέριμνας στα πανεπιστήμια. Μια συνθήκη η οποία, σε συνδυασμό με την ακρίβεια και την ιδιαίτερα χαμηλή αγοραστική δύναμη των εργαζομένων στην Ελλάδα, καθιστά τις σπουδές πολλών φοιτητών, προερχόμενων από μη προνομιούχες οικονομικά οικογένειες, πρακτικά αδύνατες σε πόλεις διαφορετικές από τις πόλεις της μόνιμης διαμονής τους. Αυτή είναι και η αιτία για τη μη εγγραφή 400 περίπου νεοεισαχθέντων φοιτητών στο πανεπιστήμιο της Πάτρας που απασχόλησε πρόσφατα την επικαιρότητα.

Με αυτά τα δεδομένα, γίνεται αντιληπτό πόσο κοινωνικά άδικο ήταν το μέτρο της διαγραφής 350.000, κακώς αποκαλούμενων «αιώνιων φοιτητών», στα πανεπιστήμια. Οι μισοί, σχεδόν, από τους οποίους διαγράφτηκαν άδικα, καθώς είναι τα παιδιά της οικονομικής κρίσης. Που εισήχθησαν στο πανεπιστήμιο μετά το 2015 και που αδυνατούσαν να σπουδάσουν λόγω δυσμενών οικονομικών συνθηκών. Αυτά τα παιδιά διέγραψαν από τα πανεπιστήμια σαν… αιώνιους φοιτητές.
Αν σε αυτά προστεθεί και ο αποκλεισμός χιλιάδων υποψηφίων κάθε χρόνο από τα πανεπιστήμια μετά το 2021 λόγω ενός τεχνικού και ουδεμία σχέση με εκπαιδευτικά κριτήρια έχοντος «κόφτη», της Ελάχιστης Βαθμολογικής Βάσης, τότε γίνεται σαφής η οργή της εκπαιδευτικής κοινότητας για την ακολουθούμενη εκπαιδευτική πολιτική. Αφού αυτοί οι χιλιάδες… κομμένοι υποψήφιοι κάθε χρόνο από τις εισαγωγικές, καταλήγουν τελικά πελατεία στα λογής ιδιωτικά κολέγια. Όπου δεν υπάρχουν καθόλου κόφτες και άλλα κριτήρια εγγραφής. Αρκεί η οικογένεια να αντέχει να πληρώσει δίδακτρα.
Το κερασάκι στην τούρτα της υποβάθμισης την οποία έχει υποστεί το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, που εξόργισε δίκαια μαθητές, φοιτητές και εκπαιδευτικούς, ήταν οι σκανδαλώδεις μεθοδεύσεις αναγνώρισης ως ιδιωτικών πανεπιστημίων ιδιωτικών κολεγίων και διδακτηρίων που ουδεμία σχέση έχουν με πανεπιστημιακές σπουδές και με επιστημονική έρευνα.
Και όλη αυτή η μεθόδευση στηρίχθηκε σε ένα μεγάλο ψέμα: Ότι δήθεν η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στον κόσμο, μετά τη Βόρεια Κορέα, που δεν διαθέτει ιδιωτικά πανεπιστήμια.
Μια ματιά στη Σκανδιναβία, με τις ιδιαίτερα υψηλές δημόσιες επενδύσεις για την Παιδεία και το αναγνωρισμένο διεθνώς για την ποιότητα και τα αποτελέσματά του εκπαιδευτικό μοντέλο, που δεν έχει καθόλου ιδιωτικά πανεπιστήμια, διαψεύδει την προπαγανδιστική κυβερνητική ρητορική.
Αλλά και η πολύ μικρή συμμετοχή των ιδιωτικών πανεπιστημίων στην κάλυψη των φοιτητικών αναγκών στις χώρες της Ευρώπης όπου λειτουργούν τέτοιες δομές, μικρότερη του 10% – 15%, αναμφίβολα δίνει μια αποστομωτική απάντηση σε όσους διαφημίζουν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ως αναπόσπαστο και αναγκαίο κομμάτι των εκπαιδευτικών συστημάτων σε όλο τον κόσμο.
Και να σκεφτεί κανείς ότι το επιχείρημα για τις απαράδεκτες εκπαιδευτικά μεθοδεύσεις αναγνώρισης των ιδιωτικών κολεγίων ως κανονικών πανεπιστημίων, ήταν ότι αυτά τα ιδιωτικά κολέγια που με διάφορα τεχνάσματα αναγνωρίστηκαν σαν πανεπιστήμια, θα ανταγωνίζονταν, δήθεν, και θα ανάγκαζαν τα υψηλού επιπέδου, πλην όμως σκοπίμως υποχρηματοδοτούμενα δημόσια πανεπιστήμια, να αναβαθμιστούν.
Με δυο λόγια υποβάθμισαν εδώ και 7,5 χρόνια επί τούτοις τα δημόσια πανεπιστήμια, για να δημιουργήσουν χώρο να αναπτυχθούν οι ιδιωτικές δομές που, με διάφορες μεθοδεύσεις και χωρίς ακαδημαϊκά κριτήρια, αναγνώρισαν στη συνέχεια σαν κανονικά πανεπιστήμια.
Κατόπιν τούτων, είναι πλήρως δικαιολογημένο το ερώτημα όχι γιατί βγαίνουν σήμερα στους δρόμους, αλλά γιατί άργησαν να αντιδράσουν τόσα χρόνια τα μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητας στη χώρα μας.
- Καθηγητής, πρώην Πρύτανης ΑΠΘ – Επικεφαλής παράταξης ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


