Η Βιώσιμη Ανάπτυξη, η οποία έχει γίνει αποδεκτή από όλους τους παγκόσμιους οργανισμούς, από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από όλα τα ευρωπαϊκά κράτη ως η μόνη
ασφαλής διέξοδος για να συνεχίσει η ανθρωπότητα να αναπτύσσεται οικονομικά χωρίς διάλυση του κοινωνικού και χωρίς υποχώρηση του φυσικού περιβάλλοντος, θέτει μια απαράβατη προϋπόθεση:

Ads

Η οικονομική ανάπτυξη να μην υπερβαίνει ποτέ τη φέρουσα ικανότητα της φύσης.

Ads

Που σημαίνει ότι ως άνω όριο για την οικονομική ανάπτυξη ορίζεται η μέγιστη ικανότητα του ευρύτερου οικοσυστήματος, δηλαδή του δάσους, της παραλίας, της λεκάνης απορροής ποταμού και όποιου άλλου φυσικού συστήματος, να αντέχει τις πιέσεις της ανάπτυξης.

Ads

Να αντέχει, δηλαδή, την εξάντληση των φυσικών πόρων και την υποβάθμιση των κοινών αγαθών.

Ads

Ο σεβασμός της φέρουσας ικανότητας της φύσης είναι ο μόνος ασφαλής τρόπος ώστε η οικονομική ανάπτυξη να συνυπάρχει με την περιβαλλοντική ακεραιότητα και με την κοινωνική ευημερία.

Ή για να το πούμε διαφορετικά, ο σεβασμός της φέρουσας ικανότητας των οικοσυστημάτων είναι η αναγκαία και ικανή προϋπόθεση ώστε η ανάπτυξη να μην είναι
μόνο οικονομικά αποδοτική, αλλά συγχρόνως να είναι και κοινωνικά αποδεκτή και περιβαλλοντικά εφικτή.

Η Βιώσιμη Ανάπτυξη και ο σεβασμός της φέρουσας ικανότητας της φύσης έχουν γίνει οι βασικές προϋποθέσεις για τη νομιμοποίηση των δραστηριοτήτων της οικονομικής ανάπτυξης.

Επειδή αναφερόμαστε μάλιστα σε οικοσυστήματα, είναι αναγκαίο να μην υπολογίζονται κάθε φορά οι μεμονωμένες περιβαλλοντικές επιπτώσεις από καθεμιά χωριστά οικονομική δραστηριότητα, αλλά να συνεκτιμώνται οι αθροιστικές συνέπειες του συνόλου των δραστηριοτήτων.

Έτσι, όταν σε μια ευρύτερη περιοχή όπου συνυπάρχουν βαριά αγροτική, αστική και βαριά τουριστική ανάπτυξη, προστίθενται και βιομηχανικές και μεταλλευτικές δραστηριότητες, δεν είναι σωστό και δεν πρέπει για τον έλεγχο της φέρουσας ικανότητας να υπολογίζονται οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις από κάθε νέα δραστηριότητα που προστίθεται ξεχωριστά και ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες.

Αλλά πρέπει να εκτιμάται κάθε φορά η αθροιστική επίπτωση του συνόλου των οικονομικών δραστηριοτήτων στο οικοσύστημα.

Αυτή είναι η έννοια της ολοκληρωμένης διαχείρισης των οικοσυστημάτων.

Η ακεραιότητα κάθε οικοσυστήματος μελετάται αθροιστικά, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις όλων των υπολοίπων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα απουσίας βιώσιμου αναπτυξιακού σχεδιασμού είναι η Χαλκιδική. Μια περιφερειακή ενότητα προικισμένη πολλαπλά από τη φύση.

Με εύφορο έδαφος για όλη την έκταση των καλλιεργειών της μεσογειακής διατροφής, όπως ελιές και λάδι, αμπέλια και κρασί, δημητριακά, λαχανικά, εσπεριδοειδή.

Και τι δεν παράγει η ηπειρωτική Χαλκιδική.

Επιπλέον, η παραλιακή Χαλκιδική έχει προικιστεί και από μια μοναδική φύση και από καταγάλαζα νερά, που την έχουν κάνει διεθνή θερινό τουριστικό προορισμό υψηλής αξίας.

Κι ακόμη, η ορεινή Χαλκιδική έχει πλούσια δάση, ενώ η ΒΑ της πλευρά, από την αρχαία ακόμη εποχή είναι γνωστή για τα πλούσια μεταλλεύματα χρυσού και χαλκού.

Το μόνο μειονέκτημα της Χαλκιδικής, όπως και των περισσότερων περιοχών της Ελλάδας, είναι ότι λόγω της γεωμορφολογίας, δεν αναπτύσσονται μεγάλα ποτάμια, πλούσια σε υδατικά αποθέματα και υδατικούς πόρους.

Γι’ αυτό και τόσο η αγροτική, όσο και η τουριστική και η αστική και η μεταλλευτική ανάπτυξη, έχουν στηριχθεί κατά κύριο λόγο στα υπόγεια νερά.

Των οποίων, όμως, η φέρουσα ικανότητα έχει ήδη εξαντληθεί εξ αιτίας των αγροτικών δραστηριοτήτων κατ’ αρχήν και της αστικής και της τουριστικής ανάπτυξης στη συνέχεια.


Με αποτέλεσμα σήμερα, οι στάθμες των υπόγειων νερών να έχουν κατέβει πολλές δεκάδες και συχνά και εκατοντάδες μέτρα κάτω από τα προγενέστερα όριά τους.

Που σημαίνει ότι έχουν εξαντληθεί τα ανανεώσιμα αποθέματα και τα τελευταία χρόνια αντλούνται πια τα μόνιμα αποθέματα των υδροφορέων.

Σε λίγα χρόνια, δηλαδή, δεν θα υπάρχει νερό να ποτίσει τις καλλιέργειες, ούτε να συντηρήσει τις μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες και τις πόλεις και τα χωριά της Χαλκιδικής.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθαν και οι δυσμενείς συνθήκες της κλιματικής αλλαγής, με τις εκτεταμένες περιόδους ξηρασίας που εναλλάσσονται με περιόδους πλημμυρών, που επιδείνωσαν ακόμη περισσότερο την εξάντληση των αποθεμάτων των υπόγειωνυδροφορέων.

Η υφαλμύρωση των παράκτιων υδροφορέων της Χαλκιδικής, η είσοδος δηλαδή θαλασσινού νερού στους υδροφορείς, λόγω μεγάλης πτώσης της στάθμης τους, είναι ένα δυνατό σήμα κινδύνου ότι η φέρουσα ικανότητα των υπόγειων νερών έχει παραβιαστεί εδώ και καιρό.

Η μόνη ελπίδα για την οριστική λύση του προβλήματος της λειψυδρίας στην Χαλκιδική, ήταν το φράγμα του Χαβρία.

Ένα φράγμα που θα συνέλεγε και θα αποταμίευε τα νερά από την ορεινή ΒΑ πλευρά της Χαλκιδικής και θα τα διοχέτευε στον κάμπο για τις αρδεύσεις και
στην παραλία για τον τουρισμό. Καλύπτοντας τις μισές και περισσότερο ανάγκες της αγροτικής, της αστικής και της τουριστικής ανάπτυξης στη Χαλκιδική.

Όμως ο σχεδιασμός για την κατασκευή του φράγματος ακυρώθηκε, για λόγους που ποτέ δεν έγιναν γνωστοί με ακρίβεια. Και με δικαιολογίες που ποτέ δεν έγιναν πιστευτές…

Πόσο σύμπτωση είναι, άραγε, ότι τα μεταλλεία των Σκουριών βρίσκονται κοντά στην περιοχή όπου θα χωροθετούνταν το φράγμα του Χαβρία;

Και πόσο σύμπτωση είναι ότι τα μεταλλεία διεκδικούν τις ίδιες πηγές νερού με εκείνες του φράγματος;

Πρόσφατα, κυβέρνηση και πρωθυπουργός εγκαινίασαν ένα νέο μεταλλείο χαλκού και χρυσού στις Σκουριές.

Ελήφθη, άραγε, υπόψη, στις μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων της νέας δραστηριότητας, η αθροιστική επίπτωση που αυτή θα έχει στην κατανάλωση και στη
ρύπανση του νερού της περιοχής;

Τι θα συμβεί όταν οι κάτοικοι, αγρότες και επιχειρηματίες του τουρισμού στην Χαλκιδική, αντιληφθούν ότι ξεκινά μια νέα μεταλλευτική δραστηριότητα στις Σκουριές, που είναι ισχυρά ανταγωνιστική με τις πηγές του νερού που ολόκληρη η Χαλκιδική περίμενε για να ξεδιψάσει;

Είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα με το νέο μεταλλείο στις Σκουριές, ολοκληρωμένη κάλυψη των αναγκών σε νερό για τη Χαλκιδική;

Είναι αυτή η ανάπτυξη βιώσιμη για τη Χαλκιδική;

Μπορεί, δηλαδή, αυτή η ανάπτυξη, χωρίς επαρκή υδατικά αποθέματα, να διαρκέσει χρόνια; Και μπορεί κάθε δραστηριότητα που γειτονεύει με τις μοναδικές πηγές του νερού να τις δεσμεύει για τον εαυτό της, στερώντας τες από τις υπόλοιπες οικονομικές δραστηριότητες;

Πόση ανάπτυξη, τελικά, αντέχει μια προικισμένη σε φυσικό πλούτο, πλην φτωχή σε νερό, περιοχή σαν τη Χαλκιδική;

Και τέλος, πόση έλλειψη βιώσιμου αναπτυξιακού σχεδιασμού και πόση αδιαφορία για τον τόπο και τους κατοίκους του από τους κυβερνώντες αντέχει αυτή η χώρα;

 

Γιάννης Μυλόπουλος

Καθηγητής, πρώην Πρύτανης ΑΠΘ

Επικεφαλής παράταξης ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ