Για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, 6,5 χρόνια μετά την άνοδό της στην κυβερνητική εξουσία, δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία ούτε για τη σκοπιμότητα για την οποία ήρθε, ούτε και για το ποιους εκφράζουν και ποιους εξυπηρετούν οι πολιτικές της.

Ads

Εκ του αποτελέσματος σήμερα, ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη ήρθε για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα μιας ολιγαρχίας του πλούτου και να αποκαταστήσει μια νέα, ολιγοπωλιακή τάξη πραγμάτων στην οικονομία της χώρας.

Ads

Οι σημαντικότεροι δείκτες που επιβεβαιώνουν σήμερα αυτό το συμπέρασμα είναι:

Ads
  • Η άνιση κατανομή του πλούτου στη χώρα
  • Η νέα πραγματικότητα των ισχυρών ολιγοπωλίων που ρυθμίζουν κατά το συμφέρον τους τις τιμές στην ενέργεια, στις τράπεζες, στα έργα και στην αγορά,
  • Η άνιση επιβάρυνση των πολλών με αυξημένους έμμεσους φόρους, με την κυβέρνηση να αρνείται να συμμορφωθεί με τις ευρωπαϊκές οδηγίες για μείωση του ΦΠΑ
  • Η απαλλαγή των λίγων και ισχυρών οικονομικά από τη φορολόγηση των ασύλληπτων υπερκερδών τους
  • Η μεγάλη ακρίβεια στην ενέργεια και στην αγορά, σε σύγκριση με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, ως αποτέλεσμα της λειτουργίας των καρτέλ και των υψηλών έμμεσων φόρων
  • Οι δείκτες της ανάπτυξης που αφορούν μονόπλευρα στη διόγκωση του πλούτου μιας μικρής επιχειρηματικής ελίτ
  • Η φτώχεια που πλήττει τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία και ο κίνδυνος του κοινωνικού αποκλεισμού μεγάλου μέρους του πληθυσμού, σύμφωνα με τη Eurostat
  • Οι χαμηλότεροι μισθοί στην Ευρώπη με τη μικρότερη αγοραστική αξία, σύμφωνα με τις επίσημες ευρωπαϊκές στατιστικές

Η διάλυση κάθε έννοιας κοινωνικού κράτους στην Υγεία, στην Παιδεία, στην Εργασία, στην Ενέργεια και στις Μεταφορές, ως αποτέλεσμα μιας εμμονικής πολιτικής ιδιωτικοποιήσεων των πάντων και η κατάρρευση κάθε έννοιας Κράτους Δικαίου, προκειμένου μέσα από αδιερεύνητα και ατιμώρητα σκάνδαλα διαφθοράς να εξυπηρετηθούν οι ημέτεροι κομματικά και η ευνοούμενη οικονομικά επιχειρηματική ελίτ, συμπληρώνουν την εικόνα μιας ατελέσφορης οικονομικά, άδικης κοινωνικά και καταστροφικής περιβαλλοντικά πολιτικής προς όφελος συγκεκριμένων συμφερόντων και σε βάρος του κοινωνικού και του δημόσιου συμφέροντος.

Ads

Δεν είναι τυχαία, συνεπώς, η αποδυνάμωση των δημοσκοπικών ποσοστών της κυβέρνησης, σε επίπεδα που αγγίζουν το 50% της εκλογικής της δύναμης το 2023, με δεδομένα τα αντιλαϊκά και αντικοινωνικά αποτελέσματα της πολιτικής της.

Όπως δεν είναι τυχαία και η αποδυνάμωση των δημοσκοπικών ποσοστών της αντιπολίτευσης, αποτέλεσμα μιας στοχευμένης, όσο και συστηματικής πολιτικής κατακερματισμού του προοδευτικού πολιτικού χώρου, που επιτεύχθηκε με τη βοήθεια μιας επιτυχημένης επικοινωνιακής πολιτικής μέσω της εξαγοράς των μεγάλων και συστημικών ΜΜΕ.

Η πολιτική κατάσταση στη χώρα σήμερα συμπυκνώνεται στη διαπίστωση:

Το εκλογικό σώμα δυσφορεί με την κυβέρνηση Μητσοτάκη, αλλά από την άλλη πλευρά δεν υπάρχει ορατή εναλλακτική πρόταση.

Επειδή, όμως στις δημοκρατίες δεν υπάρχουν αδιέξοδα και επειδή ποτέ στην ιστορία μια λαϊκή δυσφορία δεν έμεινε χωρίς εκτόνωση και χωρίς πολιτική αλλαγή, έχουν ήδη αρχίσει οι διεργασίες για την επόμενη κυβέρνηση και για τον επόμενο πρωθυπουργό.

Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της ΝΔ, επιθυμώντας προφανώς τη συνέχιση της παραμονής της στην κυβερνητική εξουσία, επιδιώκει την αντικατάσταση Μητσοτάκη εν κινήσει, ενώ αυτός, δηλαδή, είναι πρωθυπουργός.

Είναι το καλύτερο σενάριο για τη ΝΔ, αλλά το χειρότερο για την Ελλάδα.

Γιατί η χώρα δεν υποφέρει σήμερα από έναν ηγεμόνα, αλλά από τις πολιτικές μιας κυβέρνησης στην οποία συμμετέχουν, χωρίς να αντιδρούν, όλοι αυτοί που φέρονται ως οι αντικαταστάτες του σημερινού πρωθυπουργού, με πρώτο παράδειγμα το Νίκο Δένδια.

Η αδελφή του πρωθυπουργού, η Ντόρα Μπακογιάννη, από την άλλη, με άρθρο της που στοχεύει στη διατήρηση της οικογένειας στην πρωθυπουργία, ανασύρει σενάρια κυβερνητικής συνεργασίας ΝΔ – ΠΑΣΟΚ.

Είναι ένα κακό σενάριο και για τη χώρα, η οποία δεν θα γλυτώσει από τις άδικες κοινωνικά και ευνοιοκρατικές υπέρ της ολιγαρχίας του πλούτου νεοφιλελεύθερες πολιτικές εξ αιτίας των οποίων ο λαός σήμερα δυσφορεί.

Είναι όμως και ένα κακό σενάριο και για το ΠΑΣΟΚ, το οποίο αν για δεύτερη φορά συνεργαστεί με τη ΝΔ, χωρίς το άλλοθι της εξόδου από την κρίση και από τη μνημονιακή ομηρεία αυτή τη φορά, θα εξαϋλωθεί πολιτικά.

Ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, επίσης, έχοντας διαφωνήσει ανοικτά με την κυβερνητική πολιτική και έχοντας διαγραφεί από τη ΝΔ, ετοιμάζει την ίδρυση νέου κόμματος.

Αυτή είναι μια πολιτική κίνηση που μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα.

Όχι γιατί θα οδηγήσει από μόνη της σε μια ευνοϊκή για τη χώρα και το λαό της πολιτική αλλαγή.

Αλλά γιατί θα αποδυναμώσει μια πανίσχυρη μέχρι τώρα, όσο όμως και ετερογενή και ετερόκλητη κυβερνητική συμμαχία Νεοφιλελεύθερων, οπαδών της Λαϊκής Δεξιάς, Εθνικιστών, Ακροδεξιών και Ακροκεντρώων, τους οποίους η κυβερνητική εξουσία και τα οφέλη της έχει καταφέρει να συνενώσει και να την κάνει σήμερα να φαίνεται ανίκητη.

Τέλος, και από την πλευρά της προοδευτικής αντιπολίτευσης άρχισε κάτι να κινείται.

Ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας παραιτήθηκε πρόσφατα από τη βουλευτική ιδιότητα και ξεκίνησε πορεία προς το λαό.

Για να αφουγκραστεί την κοινωνία, όπως ο ίδιος δήλωσε.

Διαβεβαιώνοντας συγχρόνως τους πρώην συντρόφους του στον ΣΥΡΙΖΑ και στην ευρύτερη προοδευτική παράταξη ότι δεν θα είναι αντίπαλοι, αλλά θα πλεύσουν κάποια στιγμή μαζί σε νέες θάλασσες.

Ο πρώην πρωθυπουργός δεν ξεκαθάρισε αν θα επιτύχει τον στόχο της απαλλαγής της χώρας από μια επικίνδυνη και διεφθαρμένη κυβέρνηση ιδρύοντας εξ αρχής νέο κόμμα ή αν θα τον επιτύχει αξιοποιώντας την ενωτική δυναμική των κατακερματισμένων κομμάτων, με τη δημιουργία ενός κοινωνικού και εντέλει και πολιτικού μετώπου απέναντι στη σημερινή κυβέρνηση της Δεξιάς.

Η επιμονή του, όμως, στην ενότητα του προοδευτικού πολιτικού χώρου αποδυναμώνει το σενάριο της ίδρυσης από τον ίδιο ενός ακόμη κόμματος στο κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό.

Εδώ υπάρχει όχι μόνο πολιτικό ενδιαφέρον, αλλά και ελπίδα πραγματικής πολιτικής αλλαγής.

Οι πρόσφατες πολιτικές τοποθετήσεις του Αλέξη Τσίπρα επιβεβαιώνουν ότι η πολιτική αλλαγή που επαγγέλλεται βρίσκεται ακριβώς στην κατεύθυνση που χρειάζεται η χώρα για να συνέλθει από τη νεοφιλελεύθερη και αντικοινωνική λαίλαπα της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Οι πολιτικές εξαγγελίες του Αλέξη Τσίπρα στο συνέδριο του Economist, καθώς και σε ομιλίες του εδώ και στο εξωτερικό, βρίσκονται στην κατεύθυνση:

  • Της παραγωγής νέου πλούτου μέσα από έναν ευρύτερο παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας, στην προοπτική μιας Βιώσιμης και γι’ αυτό Δίκαιης Ανάπτυξης
  • Της κοινωνικής δικαιοσύνης, μέσα από μια πολιτική φορολόγησης των υπερκερδών της ολιγαρχίας και των καρτέλ και αναδιανομής του πλούτου υπέρ των αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων
  • Της επαναφοράς του Κοινωνικού Κράτους στην Υγεία, την Παιδεία, την Ενέργεια, τις Μεταφορές και την Εργασία
  • Της αποκατάστασης του Κράτους Δικαίου, με στήριξη των θεσμών της Δημοκρατίας που αποδυναμώθηκαν, αν όχι και κατέρρευσαν προκειμένου να επιτευχθούν οι άδικες κοινωνικά επιδιώξεις, καθώς και να συγκαλυφθούν τα σκάνδαλα διαφθοράς της κυβέρνησης Μητσοτάκη, όπως οι παρακολουθήσεις, το Έγκλημα στα Τέμπη, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και άλλα που είναι καθ’ οδόν να αποκαλυφθούν από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία
  • Της επαναφοράς δημόσιων πολιτικών για το Περιβάλλον και για την προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή, σε αντίστιξη με τις πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων που υποβάθμισαν και κατέστρεψαν, χάριν του κέρδους των λίγων, τα Κοινά Αγαθά
  • Της αποκατάστασης μιας εθνικά υπερήφανης και υπέρ των εθνικών μας συμφερόντων εξωτερικής πολιτικής, αντί μιας παθητικής και αδρανούς εξωτερικής πολιτικής που μας αποκλείει από τα διεθνή δρώμενα και επιτρέπει στον Τούρκο πρόεδρο να… στήνει σε συναντήσεις κορυφής τον Έλληνα πρωθυπουργό.

Η απελευθέρωση του Αλέξη Τσίπρα από τις κοινοβουλευτικές του δεσμεύσεις και η απεύθυνσή του στην κοινωνία, σε απόλυτη σύμπνοια με τις προσπάθειες τουλάχιστον του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς, καθώς όμως και των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων και των συνιστωσών που εργάζονται για την επανένωση και την ανασύνταξη του προοδευτικού πολιτικού χώρου, αποτελούν τη μόνη ελπίδα για την αποκατάσταση της χώρας από τις πληγές μια ληστρικής και καταστροφικής νεοφιλελεύθερης πολιτικής τα τελευταία 6,5 χρόνια.

Γιατί η επόμενη κυβέρνηση, θα είναι οπωσδήποτε μια κυβέρνηση που θα αποτελέσει το αντίπαλο δέος, σε πολιτικό επίπεδο, της σημερινής.

Κινούμενη στον αντίποδα της νεοφιλελεύθερης δεξιάς πολιτικής και αξιοποιώντας την εναντίον της κοινωνική δυσαρέσκεια.

Και ο επόμενος πρωθυπουργός θα είναι εκείνος που θα καταφέρει να εμπνεύσει και να ενώσει τις κατακερματισμένες κοινωνικές δυνάμεις και συγχρόνως να μετουσιώσει την κοινωνική δυναμική σε πολιτικό πλειοψηφικό ρεύμα.


Όχι διχάζοντας και διαιρώντας έτι περαιτέρω, αλλά αντίθετα, ενώνοντας και συνθέτοντας.

Αξιοποιώντας, δηλαδή, τη δυναμική των υπαρχόντων προοδευτικών πολιτικών κομμάτων, στην κατεύθυνση της σημερινής κοινωνικής απαίτησης για ισόρροπη και δίκαιη Οικονομική, Κοινωνική και Περιβαλλοντική Ανάπτυξη.

*Ο Γιάννης Μυλόπουλος είναι Καθηγητής, πρώην Πρύτανης ΑΠΘ, Μέλος ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ