Υπάρχουν σήμερα τρεις μεγάλες προκλήσεις, η ανταπόκριση στις οποίες φέρνει και αντίστοιχα μεγάλες ευκαιρίες για την Ανάπτυξη.

Ads

Η πρώτη μεγάλη πρόκληση είναι αναμφίβολα η πρόκληση της Ανθεκτικότητας της Ανάπτυξης. 

Ads

Η Ανάπτυξη για να διαρκεί στον χρόνο πρέπει να είναι Ανθεκτική. Και για να είναι Ανθεκτική, πρέπει να υπηρετεί τον στόχο της Αειφορίας ή αλλιώς της Βιωσιμότητας.

Ads

Ο στόχος της Βιωσιμότητας επιβάλλει την Ισόρροπη Οικονομική, Κοινωνική και Περιβαλλοντική Ανάπτυξη.

Ads

Από την απάντηση στο ερώτημα αν σήμερα είναι εφικτή μια Ανάπτυξη που δεν θα περιορίζεται μόνο στην Οικονομία και ακόμη πιο συγκεκριμένα στην επιχειρηματική κερδοφορία, αλλά συγχρόνως θα μπορεί να υπηρετεί και τις Κοινωνικές και Περιβαλλοντικές συνιστώσες της Ανάπτυξης, εξαρτάται, ασφαλώς, το αν η Ανάπτυξη μπορεί να είναι Ανθεκτική.

Αν μπορεί να υπάρξει, δηλαδή, μια Ανάπτυξη που θα αντέχει στον χρόνο και δεν θα είναι πρόσκαιρη και προσωρινή. Φέρνοντας προσωρινά κέρδη σε κάποιους και μόνιμες πληγές στους πολλούς, δηλαδή την κοινωνική ευημερία. Κι ακόμη, φέρνοντας υποβάθμιση της περιβαλλοντικής ακεραιότητας, που είναι προϋπόθεση τόσο για την οικονομική ανάπτυξη, όσο και για την κοινωνική ευημερία.

Η μονόπλευρη κερδοσκοπική Ανάπτυξη, με επιδίωξη τη μεγιστοποίηση του επιχειρηματικού κέρδους, χωρίς μέριμνα για την κοινωνική ευημερία και χωρίς φροντίδα για το περιβάλλον, είναι μια Ανάπτυξη κοντόφθαλμη και γι αυτό μη Ανθεκτική στον χρόνο.

Η μη Ανθεκτική Ανάπτυξη οδηγεί με βεβαιότητα σε ένα αβέβαιο μέλλον.

Η πρώτη πρόκληση είναι συγχρόνως και η πρώτη μεγάλη χαμένη ευκαιρία για την Ελλάδα. Η οποία τα τελευταία χρόνια είναι δεμένη στο άρμα της επιχειρηματικής κερδοφορίας, χωρίς κανένα ενδιαφέρον για την κοινωνική και την περιβαλλοντική συνιστώσα που απαξιώνονται και υποβαθμίζονται.

Το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι πρωταγωνίστρια στη φτώχεια και την ακρίβεια, σύμφωνα με τη Eurostat, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έρχεται τελευταία τόσο ως προς τους μισθούς και την αγοραστική τους αξία, όσο και ως προς την απειλή της κοινωνικής απομόνωσης, είναι δείκτες χαμένων ευκαιριών στην Ανάπτυξη. Όπως δείκτες χαμένων ευκαιριών είναι επίσης οι εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις περιβαλλοντικών συστημάτων, (δάση, ακτές, οικοσυστήματα), όπως και κοινών αγαθών, όπως το νερό και η ενέργεια.

Η δεύτερη πρόκληση για την Ανάπτυξη έρχεται από τη συνυφασμένη με τη Βιώσιμη Ανάπτυξη έννοια της Φέρουσας Ικανότητας των Οικοσυστημάτων.

Το μέτρο της ισορροπίας ανάμεσα σε Οικονομική Ανάπτυξη, Κοινωνική Συνοχή και Περιβαλλοντική Ακεραιότητα είναι η Φέρουσα Ικανότητα των φυσικών συστημάτων. Η μέγιστη, δηλαδή, αντοχή της φύσης και των αγαθών της στις πιέσεις μιας Ανάπτυξης δυσανάλογης με τις αντοχές της φύσης.

Που σημαίνει ότι αναπτυξιακές επιλογές χωρίς όρια και φραγμούς και με μοναδικό σκοπό την επιχειρηματική κερδοφορία δεν συμβάλλουν στην ενίσχυση της Ανθεκτικότητας, αλλά αντίθετα οδηγούν γρήγορα σε κοινωνική και περιβαλλοντική ερημοποίηση.

Σε αυτό το πλαίσιο, δραστηριότητες όπως:

  • Η μονοκαλλιέργεια του Τουρισμού, με μόνο σκοπό το βραχυπρόθεσμο επιχειρηματικό κέρδος
  • Η υποβάθμιση του πρωτογενούς τομέα της οικονομίας χάριν του εύκολου κέρδους και η εγκατάλειψη της υπαίθρου
  • Η βίαιη αστικοποίηση των κατοικημένων περιοχών με μόνο σκοπό το εργολαβικό κέρδος
  • Οι χωρίς όριο εξορυκτικές δραστηριότητες που εξυπηρετούν οικονομικά συμφέροντα και όχι το κοινωνικό συμφέρον και το περιβαλλοντικό όφελος
  • Η άναρχη και εκτός χωροταξικού σχεδιασμού ανεξέλεγκτη εγκατάσταση ΑΠΕ από το ενεργειακό καρτέλ (και όχι από ενεργειακές κοινότητες με σεβασμό στην τοπική οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον), που αλλάζει τις χρήσεις γης και υπονομεύει τον πρωτογενή τομέα

είναι δραστηριότητες που, επειδή παραβιάζουν τη Φέρουσα Ικανότητα των αντίστοιχων Οικοσυστημάτων, δεν συμβάλλουν στον στόχο της Ανθεκτικής και γι’ αυτό Βιώσιμης Ανάπτυξης.

Παραλίες και νησιά τσιμεντοποιημένα, με τεράστιες ξενοδοχειακές μονάδες και αριθμούς επισκεπτών τους οποίους εποχιακά οι υπάρχοντες φυσικοί πόροι όπως το νερό, το έδαφος και οι ακτές, αλλά και τα υπάρχοντα δίκτυα, όπως τα δίκτυα μεταφοράς, ύδρευσης, αποχέτευσης κλπ αδυνατούν να στηρίξουν,  μοιραία χάνουν το συγκριτικό πλεονέκτημα χάριν του οποίου έγιναν, κάποτε, ελκυστικά.

Και μοιραία οδηγούνται σε ένα αβέβαιο μέλλον.

Το ζήτημα του υπολογισμού της Φέρουσας Ικανότητας των Φυσικών Συστημάτων επιστημονικά είναι ένα ζήτημα απολύτως λυμένο.

Το μείζον ερώτημα που τίθεται,  όμως, είναι ποιος θέτει το πλαίσιο της Ανάπτυξης και τα όρια της επέκτασής της σε μια ελεύθερη οικονομία. Στην οποία ο στόχος είναι μονότονα η επιχειρηματική κερδοφορία.


Οι δημόσιες πολιτικές, όπως τα Χωροταξικά Σχέδια, σε διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες και με τη σύμφωνη γνώμη της Αυτοδιοίκησης, δίνουν την απάντηση στο ποιος ορίζει τη Φέρουσα Ικανότητα του Περιβάλλοντος και των φυσικών αγαθών ως το άνω όριο για την Οικονομική τους Ανάπτυξη.

Η απουσία ρύθμισης της ανεξέλεγκτης οικονομικής ανάπτυξης που υπηρετεί την επιχειρηματική κερδοφορία και υποβαθμίζει τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνιστώσες της Ανάπτυξης, με τη χαρακτηριστική απουσία δημόσιων πολιτικών που θα θέσουν τα όρια της Ανάπτυξης, είναι η δεύτερη χαμένη ευκαιρία στη χώρα τα τελευταία χρόνια.

Η τρίτη μεγάλη πρόκληση για την Ανθεκτικότητα της Ανάπτυξης, που είναι ταυτόχρονα προϋπόθεση και για την επιβίωση μας, είναι η Προσαρμογή στις νέες και δυσμενείς συνθήκες της Κλιματικής Αλλαγής, με τα συχνά ακραία φαινόμενα και τις φυσικές καταστροφές που έχουν ως συνέπεια.

Δασικές πυρκαγιές, λειψυδρία και πλημμύρες υπονομεύουν την Οικονομική Ανάπτυξη, απειλούν τη ζωή και τις περιουσίες των κατοίκων και υποβαθμίζουν το φυσικό περιβάλλον.

Η προσαρμογή στις νέες και δυσμενέστερες συνθήκες της Κλιματικής Αλλαγής με πνεύμα πρόβλεψης και μετριασμού των συνεπειών των ακραίων φαινομένων προϋποθέτει δημόσιες πολιτικές και δημόσια έργα.

Οι ιδιωτικοποιήσεις δημόσιας γης, (δάση, ακτές) και δημόσιων αγαθών, (νερό, ενέργεια), εμποδίζουν, αν όχι και επιδεινώνουν την επίτευξη του στόχου της Ανθεκτικότητας της Ανάπτυξης.

«Τα δάση δεν είναι προδιαγεγραμμένο ότι κάποτε θα καούν», όπως η κυβέρνηση, όχι χωρίς σκοπιμότητα, ισχυρίζται. Προκειμένου να τα ιδιωτικοποιήσει για να τα μετατρέψει σε εκτεταμένες ξενοδοχειακές ή άλλες οικονομικές επιχειρήσεις.

Όπως και η ιδιωτικοποίηση του νερού δεν μπορεί να φέρει κέρδη στους «επενδυτές», καθώς τα υδατικά αποθέματα είναι πεπερασμένα και δεν μπορούν να αυξηθούν, ώστε να αυξηθεί ο κύκλος των εργασιών όσων επιδιώκουν να κερδοσκοπήσουν με το νερό.

Το ίδιο συμβαίνει και με την ιδιωτικοποίηση της αγροτικής και δασικής γης, προκειμένου να εγκατασταθούν ΑΠΕ από το ενεργειακό ολιγοπώλιο.

«Πράσινη» Ανάπτυξη δεν νοείται χωρίς ίχνος πραγματικού πράσινου.

Ούτε Βιώσιμη, δηλαδή Ισόρροπη Ανάπτυξη, νοείται χωρίς Κοινά Αγαθά.

Οι δημόσιες πολιτικές, όπως τα Χωροταξικά Σχέδια και τα Σχέδια Ανθεκτικότητας, με έμφαση στον καθορισμό της Φέρουσας Ικανότητας της φύσης ως ορίου για την Ανάπτυξη, όπως και τα δημόσια έργα, με παράδειγμα τα εγγειοβελτιωτικά έργα για τη βελτίωση της υπαίθρου και την υποστήριξη του πρωτογενούς τομέα της Οικονομίας, τα έργα διαχείρισης, εκταμίευσης και αποθήκευσης νερού, τα αντιπλημμυρικά έργα, τα έργα εξοικονόμησης νερού στον αγροτικό τομέα, τα σύγχρονα αρδευτικά συστήματα και τα έργα για τον έλεγχο και τον περιορισμό των απωλειών στα υδραυλικά δίκτυα, είναι μονόδρομος για την επίτευξη του στόχου της Ανθεκτικότητας της Ανάπτυξης.

Η απουσία δημόσιων πολιτικών, λόγω εκτεταμένων ιδιωτικοποιήσεων φυσικών συστημάτων και αγαθών και η έλλειψη μεγάλων δημόσιων έργων, όπως αποκαλύπτεται από την ισχνή κατανομή σε δημόσια έργα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, που είχε αυτήν ακριβώς την αποστολή, είναι η τρίτη μεγάλη χαμένη ευκαιρία για την Ανάπτυξη στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.

Πόσες, ακόμη, ευκαιρίες αντέχουμε να χάσουμε μέχρι να αντιληφθούμε ότι ως χώρα ακολουθούμε τον λάθος δρόμο;

 

  • Καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής ΑΠΘ, πρώην Πρύτανης, Επικεφαλής παράταξης «ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ»