Στη ζωή, όπως άλλωστε και στην πολιτική, όποιος δεν συλλαμβάνει τα μηνύματα των καιρών, όποιος αγνοεί τις ανάγκες της κοινωνίας και όποιος δεν προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα και δεν αλλάζει, επιμένοντας στην ίδια αδιέξοδη πορεία, είναι καταδικασμένος να υποστεί τις συνέπειες της φθοράς.

Ads

Κι αυτό γιατί η ζωή, όπως άλλωστε και η πολιτική, δεν αγαπούν το κενό.

Ads

Πάντοτε υπάρχει κάποιος σε πιο μεγάλο βαθμό προσαρμοσμένος στα νέα δεδομένα και πιο έτοιμος για αλλαγές για να καλύψει το κενό που δημιουργούν αυτοί που μένουν πίσω.

Ads

Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα στην πολιτική ζωή.

Οι εποχές άλλαξαν. Δεν είμαστε πια ούτε στην εποχή της οικονομικής κρίσης, ούτε στην εποχή των μνημονίων. Είμαστε σε μια νέα εποχή. Αφότου η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με πρωθυπουργό τον Αλέξη Τσίπρα έβγαλαν τη χώρα από τα μνημόνια και σταθεροποίησαν την οικονομία, στην κυβέρνηση ήρθε και εγκαταστάθηκε  η Νεοφιλελεύθερη Δεξιά του κ. Μητσοτάκη, η οποία εδώ και επτά συναπτά έτη εφαρμόζει το καταστροφικό πρόγραμμά της.

Ads

Ένα πρόγραμμα σκληρών και βίαιων νεοφιλελεύθερων μετασχηματισμών το οποίο:

  • Ενισχύει οικονομικά τους ισχυρούς και τα μεγάλα συμφέροντα σε βάρος της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας.
  • Αυξάνει τις ανισότητες, εντείνει τη φτώχεια και βαθαίνει τον κοινωνικό αποκλεισμό.
  • Παράγει συνεχώς σκάνδαλα διαφθοράς τα οποία στη συνέχεια συγκαλύπτει.
  • Έχει εγκαθιδρύσει ένα πελατειακό κομματικό κράτος το οποίο συστηματικά ευνοεί τους κομματικούς και πολιτικούς φίλους της κυβέρνησης και της ΝΔ.
  • Ιδιωτικοποιεί τα δημόσια αγαθά και τις δημόσιες υπηρεσίες προς όφελος της οικονομικής ολιγαρχίας.
  • Διαλύει το κοινωνικό κράτος στην υγεία, την παιδεία, την ενέργεια, τις μεταφορές και τις εργασιακές σχέσεις.
  • Καταργεί το κράτος δικαίου και υποβαθμίζει τα θεσμικά αντίβαρα που αποτελούν προϋπόθεση για τη Δημοκρατία.
  • Ακυρώνει την ελευθεροτυπία ελέγχοντας την επικοινωνία και τα ΜΜΕ, κάνοντας κυβερνητική προπαγάνδα με δημόσιο χρήμα.
  • Καταστρέφει το περιβάλλον ιδιωτικοποιώντας τα κοινά αγαθά και εκχωρώντας τα σε ιδιωτικά συμφέροντα προς εκμετάλλευση.

Στη νέα αυτή εποχή, όποιος επιμένει στην ίδια παρωχημένη ρητορική της στείρας αντίδρασης και της άγονης κριτικής απέναντι στο νεοφιλελεύθερο και κοινωνικά άδικο μοντέλο της σημερινής κυβέρνησης, αδυνατώντας να αντιπαραθέσει ένα πειστικό, λειτουργικό και συνολικό μοντέλο μιας άλλης πολιτικής, ενός άλλου παραγωγικού μοντέλου και μιας άλλης αναπτυξιακής πορείας που ικανοποιεί τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές απαιτήσεις και ανάγκες της εποχής, είναι καταδικασμένος να μείνει εκτός πολιτικού παιχνιδιού.

Γιατί απλά η κοινωνία, μεταξύ ενός άδικου κοινωνικά μοντέλου που όμως είναι εφαρμόσιμο και λειτουργεί και ενός δίκαιου αλλά θεωρητικού, που μένει στα λόγια και στα χαρτιά, προτιμά το πρώτο και απορρίπτει το δεύτερο.

Η κοινωνία που μαστίζεται σήμερα από τη φτώχεια, την ακρίβεια και την κοινωνική αδικία θέλει απτά και πειστικά παραδείγματα που να φέρνουν αποτελέσματα.

Το κενό που αφήνουν πίσω τους όσοι δεν μπορούν να υποστηρίξουν ένα πειστικό, μετρήσιμο και εφαρμόσιμο πολιτικό πρότυπο, το καλύπτουν εκείνοι που έρχονται με νέο δυναμισμό, με νέες ιδέες και με νέες πολιτικές προσαρμοσμένες στα νέα δεδομένα και στις νέες ανάγκες της νέας εποχής.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η τεχνογνωσία και η προηγούμενη εμπειρία αυτών που προτείνουν το νέο πολιτικό μοντέλο παίζει εξ ίσου σημαντικό ρόλο με την πειστικότητα και την τεκμηρίωσή του.

Δεν είναι τυχαίο ότι η συντριπτική πλειοψηφία του 70% και περισσότερο του εκλογικού σώματος δηλώνει στις δημοσκοπήσεις ότι απορρίπτει σήμερα την πολιτική Μητσοτάκη. Αλλά, παρόλα αυτά, εξακολουθεί να τον θεωρεί ως τον καλύτερο για τη θέση του πρωθυπουργού ανάμεσα σε όλους τους πολιτικούς αρχηγούς.

Η προοδευτική παράταξη τα τελευταία χρόνια διασπάστηκε και κατακερματίστηκε σε πολλά μικρά κόμματα, όχι χωρίς τη συμμετοχή του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος.

Η τακτική του «διαίρει και βασίλευε» που επιστράτευσε η Νεοφιλελεύθερη Δεξιά, η επικοινωνιακή της υπεροπλία, η οποία εκμεταλλεύτηκε έξυπνα κάθε στραβοπάτημα της προοδευτικής παράταξης, από τους διχασμούς και τις διαιρέσεις μέχρι την εισβολή του εξ Αμερικής Κασσελάκη στην Αριστερά και η πιστή εφαρμογή του δόγματος Βορίδη περί διάλυσης της Αριστεράς, συνέβαλαν καθοριστικά στον κατακερματισμό και στη διαίρεση των κομμάτων της προοδευτικής αντιπολίτευσης. Τα οποία αποδυναμώθηκαν, μη μπορώντας να αντιληφθούν και πολύ περισσότερο να ενσωματώσουν στην κριτική τους τις πολιτικές αλλαγές που χρειάζονται για να απαντηθεί η νεοφιλελεύθερη λαίλαπα.


Ο ανταγωνισμός των… αριστερόμετρων, οι κομματικοί εγωισμοί και η στείρα αντιπαράθεση με την κυβέρνηση χωρίς ενιαίο προγραμματικό λόγο και χωρίς την επεξεργασία ενός νέου και ολοκληρωμένου οικονομικού, κοινωνικού και περιβαλλοντικού προτύπου για τη χώρα που να απαντά στις σύγχρονες ανάγκες, επέβαλε την δια της φθοράς αποδυνάμωση των πολιτικών σχηματισμών που προέκυψαν από τον ενιαίο ΣΥΡΙΖΑ.

Ο δρόμος της φθοράς είναι συχνά σπαρμένος με καλές προθέσεις.

Ουδείς αμφισβητεί τις καλές προθέσεις όλων αυτών που έμειναν να αγωνίζονται απέναντι στη Νεοφιλελεύθερη Δεξιά.

Όμως δεν αρκούν οι προθέσεις. Ο πολιτικός λόγος χρειάζεται προσαρμογή στα νέα δεδομένα, επεξεργασία μιας συνεκτικής και τεκμηριωμένης πρότασης και την πειστικότητα ότι οι νέες πολιτικές αφενός είναι εφαρμόσιμες και αφετέρου υπάρχει η αποδεδειγμένη εμπειρία για την εμπέδωση και εφαρμογή τους.

Η ιδεολογική κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς στηρίχθηκε στην εμπέδωση δυο-τριών καίριων ιδεολογικών προταγμάτων τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν σε βάθος και δεν συγκέντρωσαν μια πειστική αντιπρόταση από την προοδευτική αντιπολίτευση.

Ούτε η ανάδειξη του προτάγματος της ιδιωτικότητας, απέναντι σε εκείνο της κρατικής ευθύνης για κεφαλαιώδη ζητήματα, όπως η αντιμετώπιση της πανδημίας, των φυσικών καταστροφών και της ακρίβειας, βρήκε πειστική απάντηση από την προοδευτική αντιπολίτευση.

Ούτε, όμως, οι ιδιωτικοποιήσεις των δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών και η κατάργηση του κοινωνικού κράτους, με αντίδωρα τα διάφορα πρόσκαιρα επιδόματα και τα λογής pass μπόρεσαν να απαντηθούν με μια συγκροτημένη και εφικτή αντιπρόταση.

Και βέβαια, η σκληρή, πράγματι, κριτική της αντιπολίτευσης για τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα διαφθοράς δεν μπόρεσε να αναζητήσει τις πολιτικές αιτίες τους στη νεοφιλελεύθερη ιδεολογική κατεύθυνση των κυβερνώντων. Σύμφωνα με τους οποίους κυρίαρχο ζήτημα είναι η επιδίωξη του κέρδους με ό,τι μέσον και με όποιο κόστος.

Δημιουργήθηκε, λοιπόν, ένα κενό στον πολιτικό λόγο και στην πολιτική πρακτική.

Ένα κενό που αποδεικνύεται καθημερινά στις δημοσκοπήσεις. Όπου το εκλογικό σώμα απορρίπτει μεν την κυβερνητική πολιτική, αναδεικνύοντας τα προβλήματα που αυτή προκαλεί. Γι’ αυτό και η κυβέρνηση Μητσοτάκη στις δημοσκοπήσεις έρχεται με πρώτη, αλλά με χαμηλά ποσοστά που δεν της εξασφαλίζουν την αυτοδυναμία στις εκλογές.

Από την άλλη, όμως, το εκλογικό σώμα δεν στηρίζει πλειοψηφικά καμία από τις προτάσεις της προοδευτικής αντιπολίτευσης, γιατί, προφανώς, δεν πείθεται από αυτές. Καθηλώνοντας τα προοδευτικά αντιπολιτευόμενα κόμματα σε μονοψήφια ποσοστά.

Μέχρι που εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα.

Η οποία ήρθε να καλύψει το κενό που δημιούργησε ο κατακερματισμός των σχημάτων που προέκυψαν από τον ενωμένο ΣΥΡΙΖΑ, όσο και η απουσία πειστικής, μετρήσιμης και εφαρμόσιμης αντιπρότασης.

Η πολυαναμενόμενη ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου δεν ήρθε μέσα από τη δημιουργία ενιαίου μετώπου των υπαρχόντων κομματικών σχηματισμών. Ήρθε από ένα νέο κόμμα που απευθύνεται απευθείας στην κοινωνία και κερδίζει ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα της στήριξής της.

Από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής της η ΕΛΑΣ έπεισε την εκλογική βάση ότι και ξέρει και μπορεί να κυβερνήσει, προτείνοντας συγκεκριμένες λύσεις στα προβλήματα και καταθέτοντας ένα συνεκτικό και οικονομικά εφικτό, κοινωνικά δίκαιο και περιβαλλοντικά αποτελεσματικό πολιτικό πρόγραμμα που απαντά στις ανάγκες της εποχής.

Η ζωή, όπως και η πολιτική, δεν αγαπούν το κενό.

Η σημερινή πολιτική συγκυρία, με τη σταθεροποίηση της ΕΛΑΣ στη δεύτερη θέση και με μονοψήφια απόσταση από τη ΝΔ, με την ανάδειξή της στο αντίπαλο δέος της ΝΔ και με την επανεμφάνιση του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα ως του μόνου που μπορεί να αμφισβητήσει την κυριαρχία Μητσοτάκη, δεν είναι παρά η απόδειξη αυτής της αλήθειας για την πολιτική.

Το πρώτο βήμα έγινε.

Τώρα χρειάζεται δουλειά για να φτάσει η ΕΛΑΣ στα ποσοστά εκείνα που θα την καταστήσουν ικανή να αμφισβητήσει την παντοδυναμία της ΝΔ του κ. Μητσοτάκη.

Και αυτό χρειάζεται συστηματική προσπάθεια, προκειμένου να εμπεδωθεί σε ένα ευρύτερο κοινό από εκείνο που ψήφισε τον ΣΥΡΙΖΑ το 2023, η αντίληψη ότι υπάρχει άλλος δρόμος.

Για να συμβεί αυτό, πρέπει σε ιδεολογικό επίπεδο να εμπεδωθεί στην κοινωνία όχι απλώς ο λάθος δρόμος του κ. Μητσοτάκη. Αλλά ότι είναι εφικτός ένας άλλος δρόμος, οικονομικά αποτελεσματικός, κοινωνικά δίκαιος και περιβαλλοντικά αποδεκτός.

Και αυτό χρειάζεται επεξεργασία σε επίπεδο ιδεολογικό και πολιτικό.

Κι ακόμη, χρειάζεται ένα έμπειρο και ικανό πολιτικό προσωπικό να πλαισιώσει τον Αλέξη Τσίπρα στο νέο του εγχείρημα.

Αν δεν συμβεί αυτό και αυτή η προσπάθεια θα αφήσει πίσω της πολιτικό κενό, το οποίο θα χρειαστεί με τη σειρά τους να έρθουν κάποιοι άλλοι για να καλύψουν. Αφού η ζωή δεν αγαπά το κενό…

*Καθηγητής, πρώην Πρύτανης ΑΠΘ, Επικεφαλής παράταξης ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ