Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
Η «νέα εθνική πολιτική για το Νερό» την οποία νομοθέτησε η κυβέρνηση δίκην «μεταρρύθμισης» δεν είναι ούτε νέα, ούτε εθνική, ούτε, όμως, συνιστά συγκροτημένη πολιτική. Και πολύ χειρότερα, ουδεμία σχέση έχει με τις αρχές της Βιώσιμης Διαχείρισης του Νερού, όπως αυτές διατυπώνονται από τους Διεθνείς Οργανισμούς, (ΟΗΕ, UNΕSCO), και όπως αυτές προτείνονται για νομοθέτηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα κράτη μέλη για την αντιμετώπιση των σύγχρονων προβλημάτων του Νερού.
Πρώτα και κύρια γιατί η λειψυδρία δεν είναι ούτε έκτακτο φαινόμενο και πολύ περισσότερο δεν είναι ούτε θεομηνία, για να αντιμετωπίζεται με την ανάθεση μεγάλων έργων και μάλιστα με επείγουσες διαδικασίες fast track, κατά παρέκκλιση των αρχών διαχείρισης του δημόσιου χρήματος με όρους διαφάνειας και νομιμότητας. Πολύ περισσότερο μάλιστα, που η αναγκαιότητα αυτών των φαραωνικών έργων δεν προκύπτει και δεν προτείνεται από κανένα σχέδιο διαχείρισης υδάτων.
Η λειψυδρία στην Ελλάδα, αν αποκαλύπτει κάτι, αυτό είναι η απουσία μιας συνεπούς και συγκροτημένης πολιτικής για τη Βιώσιμη Διαχείριση του Νερού.
Κατ’ αρχήν οι μεγάλες καταναλώσεις και οι μεγάλες απώλειες Νερού συμβαίνουν στον αγροτικό τομέα, ο οποίος καταναλώνει το 85% του Νερού στη χώρα μας. Αντί, λοιπόν, η «μεταρρύθμιση» για το Νερό να αφορά κατά προτεραιότητα στην αναδιάρθρωση των καλλιεργειών και στον εκσυγχρονισμό των υδραυλικών έργων και των αρδευτικών δικτύων στη γεωργία, με σκοπό την εξοικονόμηση Νερού εκεί όπου αυτό σπαταλιέται σε συντριπτικά μεγαλύτερο βαθμό από τους υπόλοιπους τομείς, εστιάζει στον τομέα της ύδρευσης.
Μια ματιά στην ισχνή κατανομή των 36 δις του Ταμείου Ανάκαμψης σε εγγειοβελτιωτικά έργα και σε εκσυγχρονισμό αρδευτικών δικτύων, εκεί, δηλαδή, όπου σπαταλιέται το πολύ Νερό, είναι αρκετή για να γίνει αντιληπτό ότι αλλού είναι το πραγματικό πρόβλημα και αλλού στρέφεται το ενδιαφέρον της ελληνικής κυβέρνησης.
Δεύτερον, ενώ η λειψυδρία εμφανίζεται σε νησιωτικές περιοχές και παραλίες τα καλοκαίρια, ως αποτέλεσμα της εκτόξευσης του πληθυσμού λόγω τουρισμού, η «μεταρρύθμιση» για το Νερό δεν ασχολείται καθόλου με την βασική αιτία αυτής της παθογένειας. Που δεν είναι άλλη από την υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας των ελληνικών παράκτιων και νησιωτικών οικοσυστημάτων, λόγω υπερτουρισμού. Καμία αναφορά σε περιορισμό της τουριστικής ανάπτυξης και των νέων ξενοδοχειακών μονάδων με τις πισίνες, ώστε αυτή να γίνει συμβατή με τα υδατικά αποθέματα των νησιών και των παράκτιων περιοχών.
Τρίτον, ενώ είναι γνωστό ότι τα δίκτυα ύδρευσης στην Ελλάδα έχουν απώλειες Νερού από 30% – 50% λόγω παλαιότητας και κακής συντήρησης, το ενδιαφέρον της «μεταρρύθμισης» στρέφεται σε φαραωνικά έργα εκτροπής όσων ποταμών έχουν μείνει ακόμη άθικτοι. Προκειμένου να κατασπαταληθεί και η τελευταία σταγόνα Νερού που μας έχει μείνει σε παλιά δίκτυα και σε αφανείς και φανερές διαρροές.

Και τέταρτον, ενώ είναι γνωστό ότι η Βιώσιμη Διαχείριση του Νερού οφείλει σε εποχή Κλιματικής Αλλαγής να στρέψει την προσοχή της από την αδιέξοδη πολιτική της διαχείρισης της προσφοράς του Νερού, στη διαχείριση της ζήτησης, ώστε να γίνει δραστική εξοικονόμηση ενός φυσικού πόρου σε ανεπάρκεια, η «μεταρρύθμιση» εξακολουθεί την οικολογικά και οικονομικά ατελέσφορη πολιτική της διαχείρισης της προσφοράς. Συνεχίζει, δηλαδή, την κατασκευή μεγάλων έργων για την εκμετάλλευση επιπλέον υδατικών αποθεμάτων. Μια περιβαλλοντικά καταστροφική πολιτική που οδήγησε μια πλούσια σε υδατικά αποθέματα χώρα, στη λειψυδρία.
Με δυο λόγια, αλλού χτυπά η καρδιά του προβλήματος της λειψυδρίας και αλλού στρέφει το ενδιαφέρον της η ονομαζόμενη «μεταρρύθμιση» για το Νερό.
Η αδυναμία σχεδιασμού μιας ολοκληρωμένης υδατικής πολιτικής στους τομείς της άρδευσης, της ύδρευσης και του τουρισμού, σε συνδυασμό με την αδιέξοδη και περιβαλλοντικά καταστροφική πολιτική της διαχείρισης της προσφοράς, αντί της βιώσιμης πολιτικής της διαχείρισης του ισοζυγίου προσφοράς και ζήτησης του Νερού, που έχει ως σκοπό τη δραστική εξοικονόμησή του, είναι οι κύριες αιτίες της λειψυδρίας. Οι οποίες όχι απλώς δεν θεραπεύονται στη νέα «μεταρρύθμιση», αλλά αντίθετα επιδεινώνονται.
Η επίκληση της κλιματικής αλλαγής, άλλωστε, για τα φαραωνικά έργα που δήθεν θα λύσουν το πρόβλημα, γίνεται προσχηματικά. Καθώς από πουθενά δεν προκύπτει ότι η κλιματική αλλαγή είναι συνυφασμένη με την ξηρασία, αλλά αντίθετα, με την εναλλαγή ξηρών και υγρών περιόδων.
Δεύτερος λόγος για τον οποίο η νέα «μεταρρύθμιση» δεν συνιστά βιώσιμη πολιτική, είναι ότι επικαλούμενη την ανάγκη ολιστικής αντιμετώπισης, καταστρατηγεί δυο εκ των πλέον βασικών αρχών της βιώσιμης διαχείρισης του Νερού: Την αποκέντρωση και τη συμμετοχή.
Οι οποίες εκτός από τη Βιώσιμη Διαχείριση του Νερού, συνιστούν και καθοριστικές προϋποθέσεις μιας δημοκρατικής διοίκησης.
Η υποχρεωτική συγχώνευση των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης Αποχέτευσης των νομών Βοιωτίας, Φωκίδας και Ευβοίας με την ΕΥΔΑΠ και της Χαλκιδικής με την ΕΥΑΘ, πέραν των συνταγματικών ζητημάτων που εγείρει και πέραν της άρνησης των ίδιων των Δήμων, δεν συνιστά ολοκληρωμένη, αλλά αντίθετα συγκεντρωτική παρέμβαση που καταργεί τη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων.
Η ένταξη της ύδρευσης στη δικαιοδοσία των Δήμων συμβάλλει στην αποκέντρωση των δράσεων, διασφαλίζει την καλή γνώση των τοπικών προβλημάτων και ενισχύει τη συμμετοχή.
Η υποχρεωτική συγχώνευση των ΔΕΥΑ με την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ, αντίθετα, καταστρατηγεί τις βασικές προϋποθέσεις βιωσιμότητας της διαχείρισης του Νερού, καθώς παραβιάζει τις ευρωπαϊκές αρχές της εγγύτητας και της επικουρικότητας.
Αν το πρόβλημα είναι η αδυναμία των πολλών ΔΕΥΑ να ανταποκριθούν στις σύγχρονες ανάγκες της ύδρευσης, υπήρχε και η λύση του εκσυγχρονισμού και της ενίσχυσής τους με προσωπικό και πόρους.
Και επιπλέον, η απομάκρυνση της διαχείρισης του Νερού από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, με την κατάργηση της αποκεντρωμένης και συμμετοχικής διαχείρισης για το Νερό, δεν είναι νέα πολιτική, όπως διαφημίζεται. Αντίθετα, μας επιστρέφει πολλές δεκαετίες πίσω, σε εποχές συγκεντρωτισμού και αυταρχισμού, τότε που ίσχυε το «αποφασίζομεν και διατάσσομεν».
Τρίτος λόγος για τον οποίο η νέα «μεταρρύθμιση» δεν συνιστά βιώσιμη πολιτική, είναι ότι οι αναγκαστικές συγχωνεύσεις των ΔΕΥΑ με εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Επιχειρήσεις, σε συνδυασμό με τις fast track αναθέσεις φαραωνικών έργων σε μεγάλες εργολαβικές εταιρείες, ιδιωτικοποιούν από την πίσω πόρτα την κοινωνική δραστηριότητα της ύδρευσης.
Η ίδρυση των ΔΕΥΑ, που τώρα καταργούνται, υλοποίησε στην πράξη την καθολική παραδοχή ότι το Νερό είναι Κοινό Αγαθό που ανήκει σε όλους.
Οι συγχωνεύσεις και η παράκαμψη των νόμιμων διαδικασιών ανάθεσης έργων δεν αντιμετωπίζουν τη λειψυδρία, ούτε όμως και υπηρετούν τον χαρακτήρα του Νερού ως Κοινού Αγαθού.
Εξυπηρετούν μόνο μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που επιβουλεύονται το Νερό. Συμβάλλοντας, έτσι, στην ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης ενός δημόσιου αγαθού από την πίσω πόρτα. Μια πολιτική που θα προκαλέσει σύντομα μεγάλες αυξήσεις στα τιμολόγια ύδρευσης.
Η αποκαλούμενη «μεταρρύθμιση» για το Νερό συνεχίζει την αδιέξοδη, όσο και σπάταλη και περιβαλλοντικά καταστροφική πολιτική της διαχείρισης της προσφοράς του. Η οποία είναι υπεύθυνη για το γεγονός ότι οι ανάγκες σε Νερό αυξάνονται τις τελευταίες δεκαετίες τρεις φορές πιο γρήγορα σε σχέση με τον πληθυσμό.
*Γιάννης Μυλόπουλος, Καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής, πρώην Πρύτανης ΑΠΘ, Επικεφαλής παράταξης ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


