Η όλη μεθόδευση από πλευράς κυβέρνησης Μητσοτάκη στην υπόθεση της αναγνώρισης ως «μη κρατικών Πανεπιστημίων» των εκπαιδευτικών επιχειρήσεων που λειτουργούσαν για χρόνια σαν κολέγια στη χώρα μας, προσβάλλει κάθε έννοια αξιοκρατίας και ακαδημαϊκής δεοντολογίας και παραβιάζει κάθε μορφή υπεράσπισης του δημόσιου συμφέροντος και παροχής ίσων ευκαιριών στη γνώση.

Ads

Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια σκανδαλώδη υπόθεση ιδιωτικοποίησης του χώρου των δημόσιων πανεπιστημίων από την πίσω πόρτα, με σκοπό τη μεταφορά…πελατείας στις εκπαιδευτικές επιχειρήσεις, οι οποίες βαφτίστηκαν σε μια νύχτα και χωρίς καμία ακαδημαϊκή αξιολόγηση σε Πανεπιστήμια.

Ads

Πράγματι, η παράκαμψη του άρθρου 16 του Συντάγματος, το οποίο ρητά απαγορεύει την παροχή πανεπιστημιακής εκπαίδευσης από ιδιώτες, επιτεύχθηκε με μια μεθόδευση η οποία παραπλάνησε ακόμη και το ΣτΕ, καθώς στηρίχθηκε σε στρεβλά και αβάσιμα δεδομένα.

Ads

Η επινόηση των Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, όπως ονομάστηκαν τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια που αναγνωρίστηκαν ως «μη κρατικά πανεπιστήμια», είναι παραπλανητική και ψευδεπίγραφη, αφού δεν αντιστοιχεί στα ιδιωτικά κολέγια που την σφετερίστηκαν και τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με πανεπιστημιακή εκπαίδευση.

Ads

Πράγματι, αυτά τα μορφώματα είναι ιδιωτικά εκπαιδευτήρια που κατ’ αρχήν δεν είναι μη κερδοσκοπικά, όπως ο νόμος ορίζει. Αφού μέχρι σήμερα λειτουργούσαν, αλλά και συνεχίζουν και μετά την αναγνώρισή τους ως πανεπιστήμια να λειτουργούν, ως κερδοσκοπικές επιχειρήσεις.

Έχοντας συνάψει όχι ακαδημαϊκές, αλλά εμπορικές συμφωνίες δικαιόχρησης με τρίτα πανεπιστήμια του εξωτερικού. Η απουσία κάθε είδους κρατικού ελέγχου ως προς τον μη κερδοσκοπικό τους χαρακτήρα, άλλωστε, ενισχύει αυτή την αντίληψη.

Κι ακόμη χειρότερα, αυτά τα ιδιωτικά μορφώματα των οποίων ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας δεν διασφαλίζεται και δεν ελέγχεται, δεν έχουν επιπλέον και καμία σχέση με Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση.

Βασική προϋπόθεση για την οποία είναι η παραγωγή και η μετάδοση νέας επιστημονικής γνώσης. Αφού δεν διεξάγουν ούτε βασική ούτε εφαρμοσμένη έρευνα, αλλά απλώς μεταδίδουν τις γνώσεις που άλλα ιδρύματα παράγουν.

Αυτό είναι γεγονός, καθώς τα επιλεγόμενα «μη κρατικά Πανεπιστήμια» αναγνωρίστηκαν ως τέτοια χωρίς να διαθέτουν ούτε τις αναγκαίες ερευνητικές υποδομές και τους εξοπλισμούς, ούτε το κατάλληλα εκπαιδευμένο και με υψηλές επιδόσεις ακαδημαϊκό προσωπικό, το οποίο προσλήφθηκε κατόπιν εορτής, ούτε όμως και διαθέτουν τις απαραίτητες ερευνητικές επιδόσεις, όπως διπλώματα ευρεσιτεχνίας και δημοσιεύσεις πρωτότυπων ερευνητικών εργασιών σε αναγνωρισμένα διεθνή επιστημονικά περιοδικά και συνέδρια.

Αφού η πιστοποίηση της ερευνητικής δραστηριότητας ενός τριτοβάθμιου ιδρύματος θεωρείται διεθνώς ως η αναγκαία και ικανή προϋπόθεση για να αναγνωριστεί και να αξιολογηθεί ως Πανεπιστήμιο.

Τα μορφώματα, δηλαδή, που αναγνωρίστηκαν χωρίς ακαδημαϊκή αξιολόγηση ως «μη κρατικά Πανεπιστήμια» δεν είναι ούτε Πανεπιστήμια, όπως ψευδεπίγραφα ονομάστηκαν, ούτε, όμως είναι και «μη κρατικά».

Η αναγνώρισή τους ως τέτοιων είναι άκυρη, καθώς τα ήδη λειτουργούντα υψηλής στάθμης Πανεπιστήμια στη χώρα μας δεν είναι κρατικά, αλλά δημόσια.

Το πιστοποιεί το ίδιο το Σύνταγμα που τους αποδίδει ακαδημαϊκή αυτοδιοίκηση. Γεγονός που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον χαρακτηρισμό τους ως κρατικών ιδρυμάτων.

Τα κρατικά ιδρύματα και οι οργανισμοί, είναι γνωστό ότι δεν αυτοδιοικούνται, αλλά ανήκουν διοικητικά στη δομή και τις εντολές του κράτους.

Αλλά και οι Καθηγητές των Πανεπιστημίων, σύμφωνα με το Σύνταγμα της χώρας είναι δημόσιοι και όχι κρατικοί λειτουργοί, όπως είναι για παράδειγμα οι υπάλληλοι των υπουργείων και των λοιπών κρατικών οργανισμών.

Ο ψευδεπίγραφος χαρακτήρας των μορφωμάτων που αναγνωρίστηκαν ως Πανεπιστήμια με αυτές τις μεθοδεύσεις οφείλεται στο απαράδεκτο για τα ακαδημαϊκά δεδομένα γεγονός ότι αυτά δεν προβλέφθηκε από το νόμο να αξιολογηθούν ακαδημαϊκά ως Πανεπιστήμια, αλλά σαν…ξενοδοχεία. Αφού οι μόνες προϋποθέσεις που όφειλαν να πληρούν αφορούσαν στις κτιριακές τους εγκαταστάσεις.

Όσο για τη σύνδεσή τους με αναγνωρισμένα Πανεπιστήμια του εξωτερικού και αυτή είναι ψευδεπίγραφη, αφού αυτή δεν είναι ακαδημαϊκού, αλλά εμπορικού χαρακτήρα. Καθώς τα εγχώρια ιδιωτικά κολέγια δεν συνδέονται με ακαδημαϊκές σχέσεις με τα αναγνωρισμένα ιδρύματα που καταχρηστικά αποκαλούν μητρικά, καθώς η σχέση τους με αυτά είναι σχέση εμπορικής δικαιόχρησης και όχι ακαδημαϊκής συνεργασίας.

Δεν δικαιούνται, συνεπώς, να χρησιμοποιούν τις ακαδημαϊκές επιδόσεις των επονομαζόμενων «μητρικών» ιδρυμάτων ως δικές τους. Αφού τα ίδια δεν διαθέτουν ούτε ερευνητικές εγκαταστάσεις και εξοπλισμούς, ούτε εκπαιδευμένο ακαδημαϊκό προσωπικό με εμπειρία και τίτλους ανάλογους ενός Πανεπιστημίου, ούτε και έχουν να επιδείξουν δικές τους ερευνητικές επιδόσεις.

Δανείζονται και επιδεικνύουν τις επιδόσεις ξένων Πανεπιστημίων με τα οποία διατηρούν εμπορική και όχι εκπαιδευτική και ερευνητική συνεργασία.

Όλη αυτή η μεθόδευση είχε συγκεκριμένη σκοπιμότητα, καθώς αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων που κρύβονται πίσω από τα κολέγια που αναγνωρίστηκαν ως Πανεπιστήμια.

Μια μεθόδευση η οποία, τελικά, αποσκοπούσε στην παραπλάνηση των πολιτών ότι πρόκειται για κανονικά Πανεπιστήμια, χωρίς η Πολιτεία να έχει φροντίσει να υπάρχει, όμως, η ανάλογη ακαδημαϊκή αξιολόγηση και πιστοποίησή τους.

Το κακό, όμως, δεν σταματά στις μεθοδεύσεις για την αναγνώριση των ιδιωτικών κολεγίων ως ψευδεπίγραφων Πανεπιστημίων. Προχωρεί ακόμη περισσότερο στη δημιουργία, από πλευράς κυβέρνησης, των απαραίτητων συνθηκών ώστε να μεταφερθεί φοιτητική… πελατεία από τα δημόσια ιδρύματα στις εκπαιδευτικές επιχειρήσεις.

Η κυβέρνηση φρόντισε, δηλαδή, με μια σειρά από μέτρα και δράσεις να συρρικνώσει και να απαξιώσει τα δημόσια Πανεπιστήμια, προκειμένου να δημιουργήσει την τεχνητή ανάγκη της σύστασης ιδιωτικών.

Τα οποία, σύμφωνα με την κυβερνητική ρητορική, θα σταματούσαν το brain drain και δια του ανταγωνισμού θα βελτίωναν τα δημόσια Πανεπιστήμια.

Μια ρητορική η οποία διαψεύστηκε από τις εξελίξεις. Καθώς τα χωρίς ακαδημαϊκή αξιολόγηση ιδιωτικά μορφώματα που παριστάνουν τα Πανεπιστήμια δεν μπορούν να βελτιώσουν ούτε τον εαυτό τους.

Όχι να βελτιώσουν τα κατ’ επανάληψη αξιολογημένα και αποδεδειγμένα υψηλής στάθμης δημόσια Πανεπιστήμια. Μια ματιά στις διεθνείς αξιολογήσεις των Πανεπιστημίων επιβεβαιώνει αυτή την αντίληψη.

Κι ακόμη, η θεσμοθέτηση της Εθνικής Βάσης Εισαγωγής,(ΕΒΕ), η οποία στέρησε σε 20.000 νέους περίπου κάθε χρόνο την εισαγωγή τους στα Πανεπιστήμια, οι διαγραφές από τα Πανεπιστήμια εκατοντάδων χιλιάδων φοιτητών, οι μισοί από τους οποίους εισήχθησαν μετά το 2015 και ήταν βιοπαλαιστές που προσπαθούσαν σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και ακρίβειας να επιβιώσουν και να σπουδάσουν, η συστηματική δημόσια υποχρηματοδότηση και υποστελέχωση της δημόσιας εκπαίδευσης, στην οποία έχουμε αρνητικές πρωτιές στην Ευρώπη, αλλά και η συστηματική απαξίωση και ο πόλεμος φθοράς των δημόσιων Πανεπιστημίων, με τον ίδιο τον πρωθυπουργό να τα αποκαλεί κέντρα ανομίας και εγκληματικότητας, δεν είχαν άλλο σκοπό από τη μεταφορά…πελατείας από τα δημόσια ιδρύματα στις εκπαιδευτικές επιχειρήσεις.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το καταμετρημένο γεγονός ότι στη Σκανδιναβία δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου ιδιωτικά Πανεπιστήμια, ενώ στην Κεντρική Ευρώπη αυτά καλύπτουν ένα ποσοστό μικρότερο του 10% των φοιτητικών αναγκών. Όπου, δηλαδή, υπάρχουν ισχυρά δημόσια Πανεπιστήμια, τα ιδιωτικά αποτελούν μια μικρή μειοψηφία.


Τι μπορεί και τι οφείλει να κάνει μια προοδευτική κυβέρνηση;

Με δεδομένη αυτή την απαράδεκτη και συχνά και μη αντιστρεπτή κατάσταση που η επταετής παραμονή της κυβέρνησης Μητσοτάκη έχει προκαλέσει στον χώρο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, το ερώτημα σήμερα είναι: Τι μπορεί και τι οφείλει να κάνει μια μελλοντική προοδευτική κυβέρνηση προκειμένου να διορθώσει τις στρεβλώσεις, να αποκαταστήσει την ακαδημαϊκή τάξη και να διασφαλίσει την αξιοκρατία και το δημόσιο συμφέρον;

Και πρώτα από όλα, μπορεί μια προοδευτικής κατεύθυνσης κυβέρνηση με νομοθετικές πρωτοβουλίες να αναστείλει τη λειτουργία των ψευδεπίγραφα επονομαζόμενων «Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης»;

Η απάντηση είναι ότι σε μια ελεύθερη αγορά ουδείς νομιμοποιείται να κλείσει μια επιχείρηση για πολιτικούς λόγους. Υπάρχει η γνωμοδότηση του ΣτΕ υπέρ της Συνταγματικής αναγνώρισης αυτών των μορφωμάτων. Που σημαίνει ότι οποιαδήποτε άλλη παραπομπή του θέματος σε δικαστική διεκδίκηση θα στηριχθεί στην ήδη υπάρχουσα νομολογία.

Αλλά, εκτός αυτού, υπάρχουν σήμερα χιλιάδες φοιτητές και φοιτήτριες που νομίμως έχουν εγγραφεί σε αυτά τα μορφώματα, προσβλέποντας σε σπουδές και λήψη πτυχίου. Όπως, επίσης, υπάρχουν και οι επενδύσεις σε υποδομές που έκαναν οι επιχειρηματίες αυτών των δήθεν μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων, οι οποίοι προχώρησαν σε αυτές ακολουθώντας το νόμο, άσχετα αν αυτός έγινε για χάρη τους.

Το αδιέξοδο μπροστά σε μια ήδη διαμορφωμένη πραγματικότητα είναι φανερό. Τα ιδιωτικά μορφώματα που παρουσιάζονται με τη βούλα του κράτους ως «μη κρατικά Πανεπιστήμια» ή ως «Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης», όσο και αν μια προοδευτική κυβέρνηση επιθυμεί και επιδιώκει να σταματήσουν να λειτουργούν, δεν γίνεται να κλείσουν με νομοθετική παρέμβαση.

Η ερώτηση, συνεπώς, σε μια ρεαλιστική προσέγγιση του ζητήματος γίνεται:

Με δεδομένο ότι ουδείς συνετός υπουργός Παιδείας δεν θα επέλεγε το αδιέξοδο μιας απόπειρας οριζόντιας αναστολής της λειτουργίας τους, τότε ποια είναι η λύση;

Μήπως η λύση είναι, με μια νέα νομοθετική παρέμβαση, να τεθούν αυστηρά ακαδημαϊκά κριτήρια και να ελεγχθούν με αξιοκρατικό τρόπο αυτή τη φορά τα μορφώματα αυτά;

Το πρώτο πράγμα, δηλαδή, που μια προοδευτική κυβέρνηση οφείλει να κάνει είναι να αλλάξει τη διαδικασία αξιολόγησης και ελέγχου αυτών των μορφωμάτων. Επιβάλλοντας αυστηρά αξιοκρατικά ακαδημαϊκά κριτήρια και θεσμοθετώντας αυστηρούς ελέγχους της λειτουργίας τους, όπως συμβαίνει στην Ευρώπη.

Ώστε αυτά να υποχρεωθούν είτε να συμμορφωθούν, αν μπορέσουν να το κάνουν, είτε να κλείσουν, αν δεν καταφέρουν να γίνουν συμβατά με τις ακαδημαϊκές προδιαγραφές.

Η ουσιαστική αξιολόγηση του ελάχιστου και χαμηλού ακαδημαϊκά επιπέδου προσωπικού τους, της ανύπαρκτης ερευνητικής τους δραστηριότητας και των μηδαμινών ερευνητικών τους υποδομών και εξοπλισμών, καθώς και η θεσμοθέτηση συχνών ελέγχων για τη διαπίστωση ότι η λειτουργία τους είναι σύμφωνη με το νέο νόμο και με τα αποτελέσματα της ακαδημαϊκής τους αξιολόγησης, θα καθαρίσει το εκπαιδευτικό τοπίο από τις ψευδεπίγραφες επιχειρήσεις.

Οι περισσότερες από τις οποίες δεν θα θελήσουν να υποστούν το κόστος της συμμόρφωσής τους με τις νέες αξιοκρατικές προδιαγραφές.

Αυστηρά κριτήρια και αξιολόγηση πρέπει να γίνει, όμως, και όσον αφορά στη συμμόρφωσή τους στον χαρακτήρα τους ως μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων. Με την έννοια ότι πρέπει να ελεγχθεί αν τα όποια κέρδη τους επενδύονται, πράγματι, σε νέες υποδομές, εξοπλισμούς και προσωπικό.

Με δεδομένο ότι η ανώτατη εκπαίδευση είναι μια πολύ απαιτητική και δαπανηρή δραστηριότητα και έχοντας υπόψη ότι η ελληνική φοιτητική αγορά είναι περιορισμένη, πολλοί κολεγιάρχες που προσέβλεπαν στο εύκολο κέρδος θα απογοητευτούν και θα αποσυρθούν μόνοι τους από το πεδίο.

Τέλος, το πιο σημαντικό, ίσως, μέτρο που πρέπει άμεσα να ληφθεί για την αποκατάσταση των στρεβλώσεων που δημιουργήθηκαν είναι να καταργηθούν όλες εκείνες οι μέχρι σήμερα κυβερνητικές παρεμβάσεις που σκοπό είχαν τη μεταφορά… πελατείας από τα δημόσια πανεπιστήμια στα ιδιωτικά μορφώματα.

Μεταξύ αυτών:

  • Η κατάργηση των αντιακαδημαϊκών μέτρων της ΕΒΕ και των διαγραφών των επί τούτοις αποκαλούμενων «αιώνιων» φοιτητών.
  • Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης της Πολιτείας στα Πανεπιστήμια, με τη λήξη της δυσφήμισης, της τρομολαγνίας και της αστυνομοκρατίας.
  • Η αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης των Πανεπιστημίων και της έρευνας στο ύψος του μέσου ευρωπαϊκού όρου.
  • Η αύξηση των θέσεων του ακαδημαϊκού προσωπικού στο ύψος των ευρωπαϊκών δεδομένων.
  • Η μισθολογική αναβάθμιση των εκπαιδευτικών και των μελών ΔΕΠ.
  • Η αποκατάσταση της εσωτερικής δημοκρατίας, της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της ακαδημαϊκής αυτοδιοίκησης των Πανεπιστημίων, με την κατάργηση των πειθαρχικών μέτρων και διώξεων φοιτητών και καθηγητών.
  • Η αλλαγή του σημερινού αυταρχικού και συγκεντρωτικού μοντέλου διοίκησης στην κατεύθυνση της άμεσης και καθολικής εκλογής των πανεπιστημιακών αρχών από τη βάση.
  • Η κατάργηση των συγκεντρωτικών και ολιγομελών Συμβουλίων Διοίκησης και η μη συμμετοχή στο νέο διοικητικό σύστημα εξωπανεπιστημιακών. Η συμμετοχή εκπροσώπων από την κοινωνία στην εποπτεία των πανεπιστημίων είναι άλλης τάξης υπόθεση. Εδώ μιλούμε για διοίκηση.
  • Η αποκατάσταση του κυρίαρχου ρόλου της Συγκλήτου ως ανώτερου συλλογικού και συμμετοχικού διοικητικού οργάνου.
  • Η κατάργηση των εισαγωγικών εξετάσεων σε συνδυασμό με τη θεσμοθέτηση ενός τύπου ακαδημαϊκού απολυτηρίου στο πρότυπο των ευρωπαϊκών δεδομένων.

Όλα αυτά είναι μέτρα που πρέπει να μελετηθούν, ώστε να γίνουν εφαρμόσιμα και να σταματήσει ο άδικος αποκλεισμός των νέων από τα δημόσια Πανεπιστήμια και η εξώθησή τους να εγγραφούν στα ιδιωτικά.

Σε αυτό το πνεύμα της ψύχραιμης και ρεαλιστικής προσέγγισης του ζητήματος ήταν και η συνέντευξη στην Εφημερίδα των Συντακτών του πρώην υπουργού Παιδείας και στελέχους της ΕΛΑΣ, του καθηγητή Κώστα Γαβρόγλου.

Το έγκλημα της απαξίωσης των δημόσιων και της χωρίς αξιολόγηση αναγνώρισης των ιδιωτικών Πανεπιστημίων ήταν προμελετημένο και καλά μεθοδευμένο.
Πρώτα απαξίωσαν και συρρίκνωσαν τα δημόσια Πανεπιστήμια και στη συνέχεια εμφάνισαν, χωρίς καμία ακαδημαϊκή αξιολόγηση, τις εκπαιδευτικές επιχειρήσεις σαν κανονικά πανεπιστήμια.

Η αποκατάσταση αυτής της πληγής που υπέστη όχι μόνο το δημόσιο Πανεπιστήμιο αλλά και η ελληνική κοινωνία τα τελευταία επτά χρόνια, που έχασε τη δυνατότητα που έδινε η δημόσια και δωρεάν Ανώτατη Εκπαίδευση για ίσες ευκαιρίες σε όλους και συγχρόνως και για κοινωνική και οικονομική κινητικότητα, πρέπει και μπορεί να επιτευχθεί.

Το δημόσιο Πανεπιστήμιο πρέπει να στηριχθεί και να ενισχυθεί. Και οι… τσαρλατανιές με τις εκπαιδευτικές επιχειρήσεις που επιδιώκουν να υποκαταστήσουν ψευδεπίγραφα τα δημόσια Πανεπιστήμια πρέπει να τελειώσουν.

Αυτή οφείλει να είναι η πρώτη προτεραιότητα κάθε προοδευτικής κυβέρνησης.

Αυτό, όμως, δεν μπορεί να γίνει με βεβιασμένες ολοκληρωτικές μεθόδους τύπου κλείνουν τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια που αναγνώρισε η προηγούμενη κυβέρνηση.

Τέτοιες θυμικές πρωτοβουλίες είναι βέβαιο ότι και θα προσβληθούν και θα πέσουν στα δικαστήρια, αλλά και θα δημιουργήσουν εύλογα αντανακλαστικά αντίδρασης από πλευράς θιγομένων.

Και αυτό, άσχετα με την απόλυτα θεμιτή, λογική και αναμενόμενη αντίθεση της νέας προοδευτικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας που όλοι ελπίζουμε ότι θα προκύψει μετά τις εκλογές, στην υπόθεση της αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος.

Χρειάζεται ψυχραιμία, περίσκεψη, ρεαλισμός και προγραμματισμός σε βάθος χρόνου για να επανέλθει η δημοκρατία, η αξιοκρατία, η ισότητα των ευκαιριών και η εμπιστοσύνη της κοινωνίας στους ακαδημαϊκούς θεσμούς.

 

Γιάννης Μυλόπουλος
Καθηγητής, πρώην Πρύτανης ΑΠΘ
Επικεφαλής παράταξης ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ