Η απόφαση του ΣτΕ, με την οποία κρίνονται μη σύννομες οι αδειοδοτήσεις και τα προγράμματα σπουδών τριών κολεγίων που αναβαθμίστηκαν σε «μη κρατικά πανεπιστήμια» με εφαρμογή του νόμου Πιερακάκη, εκθέτει ανεπανόρθωτα την κυβέρνηση.

Ads

Η οποία με χαρακτηριστική προχειρότητα, με αξιοπρόσεκτη σπουδή και χωρίς φροντίδα ούτε για τη διασφάλιση της ακαδημαϊκής δεοντολογίας, ούτε και για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, νομοθέτησε και εφάρμοσε ως δήθεν εμβληματική μεταρρύθμιση, την επιχείρηση της άρον άρον αναγνώρισης ως «μη κρατικών πανεπιστημίων» των κολεγίων που επί χρόνια λειτουργούσαν στη χώρα σαν εκπαιδευτικές επιχειρήσεις.

Ads

Και τα οποία, το μόνο κοινό που είχαν με πραγματικά πανεπιστήμια, ήταν οι σχέσεις όχι ακαδημαϊκής, αλλά αντίθετα, εμπορικής συνεργασίας, τύπου δικαιόχρησης, που διατηρούσαν με ξένα αναγνωρισμένα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Ads

Κατ’ αρχήν η επιβεβαίωση από το ΣτΕ της συνταγματικότητας του νόμου Πιερακάκη, ο οποίος επέτρεψε τη λειτουργία «μη κρατικών πανεπιστημίων» με το όχημα του νεότευκτου θεσμού των «Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης», (ΝΠΠΕ), χωρίς την αλλαγή του άρθρου 16 του Συντάγματος, το οποίο ρητά απαγορεύει τη λειτουργία πανεπιστημίων από ιδιώτες, δεν προσφέρεται για κυβερνητικούς πανηγυρισμούς.

Ads

Αλλοίμονο αν το ΣτΕ, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ανέτρεπε την προηγούμενη θετική γνωμοδότηση της Ολομέλειάς του.

Με την οποία γνωμοδότηση δεν αναγνώριζε, βέβαια, ως συνταγματική τη λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα χωρίς συνταγματική μεταρρύθμιση. Απλώς επιβεβαίωνε ότι δεν απαγορεύεται από το Σύνταγμα η ίδρυση και λειτουργία παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων προερχομένων από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από χώρα συμβεβλημένη στη GATS.

Με την προϋπόθεση, όμως, όπως σημειώνεται στην απόφαση με νόημα, να διασφαλίζονται δυο εξόχως σημαντικά κριτήρια:

  • Το υψηλό επίπεδο σπουδών και
  • Η ακαδημαϊκή ελευθερία.

Δυο κριτήρια που δεν είναι ζητήματα νομικής, αλλά ακαδημαϊκής τάξης. Και τα οποία αποτελούν ευθύνη της Πολιτείας να τα διασφαλίσει θεσμικά και επιχειρησιακά.

Ακόμη, δηλαδή, και αν αποδεχτούμε, όσοι έχουμε διαφορετική αντίληψη για το τι είναι πανεπιστήμιο, το νομικό σκέλος της συνταγματικότητας του νόμου Πιερακάκη, ως ήδη έχοντος κριθεί πολλαπλώς από το ΣτΕ, μένει σε εκκρεμότητα ένα εξόχως σοβαρό ζήτημα:

Η ευθύνη της Πολιτείας να ρυθμίζει τα ζητήματα ακαδημαϊκής τάξης των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.

Μια ευθύνη στην οποία η ακυρωτική πράξη του ΣτΕ επιβεβαιώνει ότι η κυβέρνηση απέτυχε να ανταποκριθεί.

  • Πρώτα γιατί, σύμφωνα με τις ακυρωτικές πράξεις του ΣτΕ, το υπουργείο Παιδείας έσπευσε να εκδώσει άδειες λειτουργίας ΝΠΠΕ χωρίς να υπάρχουν οι εγγυήσεις συμμόρφωσης των δομών αυτών ως προς τις κτιριολογικές τους υποχρεώσεις, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από τους ελέγχους των θεσμικών οργάνων της Πολιτείας, (Εθνικός Οργανισμός Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού)
  • Δεύτερον γιατί όπως διαπιστώθηκε από το ΣτΕ, οι άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας που ακυρώθηκαν στηρίχθηκαν σε ελέγχους ως προς την πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών των ΝΠΠΕ από επιτροπές ελέγχου στις οποίες συμμετείχαν μέλη που είχαν προφανείς λόγους σύγκρουσης συμφερόντων με τις υπό έγκριση ιδιωτικές δομές.Έβαλαν, δηλαδή, με άλλα λόγια, το λύκο να φυλάει τα πρόβατα. Γεγονός που αποκαλύπτει τις σκοπιμότητες και τις ιδιοτέλειες που κρύβονται πίσω από το όλο εγχείρημα.
  • Και τρίτον γιατί, όπως το ΣτΕ διαπίστωσε, η πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών δεν στηρίχθηκε σε ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια προς τα οποία οφείλουν να συμμορφώνονται τα ΝΠΠΕ. Που σημαίνει ότι η ακαδημαϊκή αξιολόγηση στην οποία στηρίχθηκε η έκδοση των αδειών λειτουργίας των ΝΠΠΕ ήταν το λιγότερο ελλιπής, παραπλανητική και ακαδημαϊκά ατεκμηρίωτη.

Αν, όμως, το ΣτΕ διαπίστωσε παραβάσεις της νομιμότητας στο διοικητικό μέρος της εφαρμογής του νομικού καθεστώτος το οποίο διέπει τα ΝΠΠΕ, υπάρχει και το τεράστιο κεφάλαιο των πλημμελειών του ίδιου του νομοθετικού καθεστώτος.


Το οποίο ούτε ελέγχθηκε και ούτε μπορεί να ελεγχθεί, όπως είναι λογικό, από τα δικαστήρια. Καθώς αποτελεί ζήτημα πλημμελούς ρύθμισης από πλευράς νομοθέτη των ακαδημαϊκών κριτηρίων στα οποία οφείλει να στηρίζεται ο έλεγχος τόσο του υψηλού επιπέδου των σπουδών που οφείλουν να παρέχουν, όσο και της ακαδημαϊκής ελευθερίας την οποία πρέπει να απολαμβάνουν τα ΝΠΠΕ.

Εδώ βρίσκεται, ίσως, η πιο σοβαρή παραβίαση από πλευράς κυβέρνησης. Όχι της νομιμότητας αυτή τη φορά, (που και αυτήν την παραβίασαν), αλλά της ακαδημαϊκής τάξης και της δεοντολογίας. Που είναι η ψυχή ενός πανεπιστημίου.

Συγκεκριμένα:

  1. Δεν μπορεί να αναγνωρίζονται ιδιωτικές εκπαιδευτικές δομές ως πανεπιστήμια, χωρίς να πληρούν τη στοιχειώδη προϋπόθεση ενός Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος: Αυτή της παραγωγής νέας επιστημονικής γνώσης.

Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, να αναγνωρίζεται ένα απλό διδακτήριο ως πανεπιστήμιο.

Η ακαδημαϊκή δεοντολογία επιβάλλει να αξιολογηθεί η δραστηριότητα της επιστημονικής έρευνας και των αποτελεσμάτων που αυτή φέρει.

Πουθενά στο νόμο Πιερακάκη, όμως, δεν υπάρχει αυτή η πρόβλεψη. Γι’ αυτό και τα ΝΠΠΕ που αναγνωρίστηκαν, σε παγκόσμια πρωτοτυπία, ήταν ιδιωτικά διδακτήρια που στην καλύτερη περίπτωση είχαν επαρκείς κτιριακές υποδομές.

Παραβιάζεται, συνεπώς, με την πλήρη απουσία αξιολόγησης του ερευνητικού έργου των ΝΠΠΕ η αναγκαία συνταγματική προϋπόθεση που υπογραμμίζει και το ΣτΕ, της διασφάλισης υψηλού επιπέδου σπουδών.

  1. Δεν μπορεί να αξιολογούνται προγράμματα σπουδών που αποτυπώνονται μόνο «στα χαρτιά».

Δεν μπορεί να αξιολογούνται, δηλαδή, προγράμματα σπουδών χωρίς να αξιολογούνται ταυτόχρονα και οι καθηγητές που θα τα διδάξουν. Και οι οποίοι αποτελούν εγγύηση της υψηλού επιπέδου υλοποίησης των προγραμμάτων σπουδών.

Ως γνωστό, ο ν. Πιερακάκη επιτρέπει την αδειοδότηση των νέων δομών, χωρίς να έχει προηγηθεί η αξιολόγηση του ακαδημαϊκού τους προσωπικού. Που είναι αυτό που, με την επάρκεια και την ακαδημαϊκή του εμπειρία θα υλοποιήσει τα «σχέδια επί χάρτου».

Δεν μπορεί, δηλαδή, να αναγνωρίζεται μια δομή ως πανεπιστήμιο, με αξιολόγηση μόνο της κτιριακής του υποδομής και των προγραμμάτων σπουδών που υπόσχεται θεωρητικώς ότι θα υλοποιήσει.

Η σοβαρή έλλειψη του ν. Πιερακάκη ως προς την αξιολόγηση του ακαδημαϊκού προσωπικού των ΝΠΠΕ τα οποία αδειοδοτούνται ως πανεπιστήμια, θέτει εν αμφιβόλω την προϋπόθεση του υψηλού επιπέδου των σπουδών που οφείλει να αποδεικνύει ότι διαθέτει ένα πανεπιστήμιο.

  1. Δεν μπορεί να αξιολογείται ένα ΝΠΠΕ με διαφορετικά κριτήρια από τα ήδη λειτουργούντα «κανονικά» πανεπιστήμια. Ουδεμία πρόβλεψη δεν υπάρχει στο ν. Πιερακάκη για την αξιολόγηση των διοικητικών τους δομών που θα διασφαλίσουν την δεύτερη αναγκαία προϋπόθεση, αυτήν της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Και όπως είναι γνωστό, οι εκπαιδευτικές επιχειρήσεις που αναγνωρίστηκαν σαν πανεπιστήμια λειτουργούσαν μέχρι χτες σαν επιχειρήσεις. Λειτουργούσαν, δηλαδή, με το δόγμα της «ενός ανδρός ή έστω μιας γυναικός αρχή».

Ουδεμία σχέση είχε η διοίκησή τους με την υποχρέωση που υπενθυμίζει το ΣτΕ, της ακαδημαϊκής ελευθερίας.

Αδίκως επομένως, πανηγυρίζει επικοινωνιακά η κυβέρνηση.

Η ακύρωση τριών ιδιωτικών κολεγίων που αδειοδοτήθηκαν ως ΝΠΠΕ από το ΣτΕ την εκθέτει πολλαπλώς.

Πρώτα την εκθέτει γιατί οι ακυρωτικές πράξεις του ΣτΕ συλλαμβάνουν την κυβέρνηση και τους κρατικούς φορείς που αυτή ελέγχει «με τη γίδα στην πλάτη».

Καθώς οι κρατικοί φορείς που εμπλέκονται στην αδειοδότηση των ΝΠΠΕ συλλαμβάνονται να παραβιάζουν τις διατάξεις του νόμου που η ίδια η κυβέρνηση ψήφισε προ ολίγου καιρού.

Ακόμη και αν τα σημεία παραβίασης της νομιμότητας που το ΣτΕ διέγνωσε διορθωθούν, μένει το στίγμα της κυβερνητικής ανεπάρκειας, της αδιαφορίας ή ίσως και της άρνησης να εγγυηθεί την ακαδημαϊκή δεοντολογία και να διασφαλίσει το δημόσιο συμφέρον.

Κι ακόμη το ΣτΕ, δια της διαβεβαιώσεως την οποία δίνει ότι προϋποθέσεις συνταγματικότητας είναι το υψηλό επίπεδο σπουδών και η ακαδημαϊκή ελευθερία των ΝΠΠΕ που αναγνωρίζονται σαν πανεπιστήμια, αποκαλύπτει τα κενά του νόμου Πιερακάκη. Ο οποίος, προκειμένου να αναγνωρίσει μια ιδιωτική δομή σαν πανεπιστήμιο, αντιγράφει τα κριτήρια αξιολόγησης που ισχύουν για τουριστικές μονάδες και ξενοδοχεία. Αξιολογεί μόνο τις υποδομές και καθόλου το υψηλό επίπεδο των σπουδών και την ακαδημαϊκή τους ελευθερία.

Μετά το ναυάγιο της πανεπιστημιακής αστυνομίας, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια είναι η δεύτερη «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» που ναυαγεί πριν καν εφαρμοστεί…

*Καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής, πρώην Πρύτανης ΑΠΘ, Επικεφαλής παράταξης ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ