Πολλοί μυθολογικοί και μυθιστορηματικοί χαρακτήρες βρίσκονται αντιμέτωποι με μια παρόμοια συνθήκη. Τους παρουσιάζεται ένας καθρέφτης, συνοδευόμενος από την πρόσκληση να κοιτάξουν μέσα. Αυτό όμως που αντικρύζουν δεν είναι η πραγματικότητα αλλά αυτό που θα ήθελαν να δουν ή αυτό που φοβούνται ή αυτό που θα γίνει ή αυτό που έχει συμβεί. Φυσικά αυτό το σχήμα δεν είναι τυχαίο, κανένας μας δεν μπορεί να αντικρύσει τον εαυτό του όπως ακριβώς είναι.

Ads

Ακόμα και στον καθρέφτη η μία μας πλευρά είναι κρυμμένη από τα μάτια μας και η εικόνα που βλέπουμε αλλάζει ποιότητα ανάλογα με το πώς αισθανόμαστε για την ταυτότητά μας. Άλλοτε η εικόνα μας μοιάζει με αυτό που είμαστε, άλλοτε με κάτι που θα θέλαμε να είμαστε, άλλοτε με κάτι που υπήρξαμε και άλλοτε με κάτι που προσδοκούμε να γίνουμε. Και άλλα πράγματα όμως μπορεί κανείς να δει σε έναν καθρέφτη. Η μητριά της Χιονάτης αναζητά την ομορφιά και αντί να δει τον εαυτό της βλέπει την πρόγονή της και γεμίζει μίσος. Ο Περσέας καταφέρνει να επιβιώσει στρέφοντας τον καθρέφτη μακριά από το πρόσωπο του και έτσι εντοπίζει και φονεύει το τέρας, τη Μέδουσα.

Ads

Ο καθρέφτης δε χρειάζεται να είναι κυριολεκτικός. Η αυτοκτονία δύο έφηβων κοριτσιών είναι ένα γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει μια μεταφορική επιφάνεια επάνω στην οποία καθρεφτιζόμαστε όλοι μας. Χωρίς καν μια ανάσα αμέσως μετά τη δημοσιοποίηση του γεγονότος ο δημόσιος λόγος γέμισε με αναλύσεις που αντανακλούσαν τις ήδη υπάρχουσες σκέψεις μας σαν αίτια και συμπεράσματα. Πολιτικές θέσεις, η εκπαίδευση, η κουλτούρα, η υποκουλτούρα των νέων, οτιδήποτε μπορεί να προϋπήρχε σαν προβληματισμός στην κοινωνία, στέφθηκε αίτιο της αυτοκτονίας και η μελλοντική «αντιμετώπιση» του ονομάστηκε πρόληψη των επόμενων αυτοκτονιών. Το τελευταίο σημείωμα μιας έφηβης δημοσιοποιήθηκε και χρησιμοποιήθηκε σαν μανιφέστο που υποτίθεται εκφράζει τις αγωνίες μιας γενιάς.

Ads

Δεν είναι δύσκολο κανείς να καταλάβει τον εσπευσμένο χαρακτήρα των συμπερασμάτων. Η αυτοκτονία δύο παιδιών είναι ένας σκοτεινός καθρέφτης και ανησυχούμε τι θα δούμε αν κοιτάξουμε προσεκτικά. Αρχίζουμε έτσι να μιλάμε ακατάπαυστα, να λέμε το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο μυαλό, μήπως και μπορέσουμε με αυτόν τον τρόπο να σωπάσουμε τις σκέψεις μας. Διότι η αυτοκτονία δύο εφήβων μας φέρνει ταυτόχρονα σε επαφή με το παράλογο της ίδιας μας της ύπαρξης.

Ads

Εκτός όμως από το παράλογο του νοήματος της ύπαρξης που αναλογίζεται ένας ζωντανός, υπάρχει και το παράλογο του θανάτου το οποίο αναλογίζεται ένας αυτόχειρας. Αυτό συνίσταται στο ότι ο θάνατος, δεν είναι μία κατάσταση, αλλά είναι μία λέξη που έχει δημιουργηθεί για να περιγράψουμε την διακοπή μιας κατάστασης, της ζωής. Δεν είμαστε ποτέ νεκροί, κάποτε είμαστε ζωντανοί και έπειτα όχι πια. Ο Επίκουρος το είχε περιγράψει ευφάνταστα: «Όταν υπάρχω εγώ δεν υπάρχει ο θάνατος και όταν υπάρχει ο θάνατος, δεν υπάρχω εγώ».

Αφήνοντας όμως στην άκρη τον Καμύ και τον Επίκουρο είναι σημαντικό να γίνει κατανοητή μία συχνή αλήθεια του αυτόχειρα. Η φαντασίωση ότι η αυτοκτονία δεν οδηγεί στην ανυπαρξία, αλλά σε μια άλλη ζωή. Σε μία κατάσταση όπου θα είναι «ήσυχα», «γαλήνια», ή όπου η αίσθηση τιμωρίας από τις τύψεις των ανθρώπων και των θεσμών που τον έπληξαν, θα είναι με κάποιον τρόπο υπαρκτή για αυτόν.

Διαβάστε: Η άποψή μας / Πεθαίνοντας ως έφηβοι, πεθαίνοντας ως χώρα

Αυτή η κατανόηση δεν έχει μόνο νόημα όταν κανείς εργάζεται θεραπευτικά με αυτοκτονικούς ασθενείς αλλά δίνει και μια ένδειξη πως πρέπει να λειτουργεί το κοινωνικό αντανακλαστικό σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Ο έφηβος μέσα στον ρομαντισμό και τις εξιδανικεύσεις της ηλικίας του, συχνά κατακλύζεται από τέτοιες φαντασιώσεις. Όταν όλη η κοινωνία και τα ΜΜΕ μετά από μια αυτοκτονία αμέσως μπαίνουν σε μια διαδικασία κατ’ επίφαση αυτοκριτικής, αυτομαστιγώματος, ηρωοποίησης και εξιδανίκευσης του αυτόχειρα, προσφέρουν ουσιαστικά αυτή τη «μετά θάνατον ζωή» στο φαντασιακό του αυτοκτονικού νέου.

Οι θεσμοί πολλών θρησκειών έχουν εδώ και χιλιετηρίδες καταλάβει αυτή την αλήθεια και έχουν χαρακτηρίσει την αυτοκτονία ένα θανάσιμο αμάρτημα που οδηγεί αδιαπραγμάτευτα στην κόλαση. Ακόμα και ο Χριστιανισμός που δίνει μεγάλη σημασία στην άφεση, έχει εξαιρέσει αυτή την πράξη ως μία για την οποία κανείς «δεν προλαβαίνει να μετανοήσει». Όσο άκαμπτο και αν φαίνεται αυτό -άλλωστε η ακαμψία είναι ένα κεντρικό χαρακτηριστικό των θρησκειών- αφαιρεί από τον πιστό τη φαντασίωση της μετά θάνατον γαλήνης ή δικαίωσης και αποκτά αυθεντικά αποτρεπτικό χαρακτήρα.

Πέρα όμως από όλα αυτά χρειάζεται κανείς να θυμάται πως η αυτοκτονία είναι μια προσωπική υπόθεση. Μπορεί οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες να αυξάνουν την πίεση προς το άτομο, μπορεί οι υπηρεσίες υγείας να ανεπαρκούν στο να δώσουν επαρκή φροντίδα σε συνανθρώπους μας, όμως η τελική πράξη συντελείται από κάποιον που βλέπει ένα κατακερματισμένο είδωλο στον καθρέφτη το οποίο αδυνατεί να επανασυνθέσει. Είναι μια κατασκότεινη ατραπός χωρίς διέξοδο και όσο κι αν θέλουμε να προσπαθήσουμε να τον συνοδεύσουμε σε αυτήν και να τον τραβήξουμε έξω, συχνά αυτό είναι αδύνατον.

Μπορούμε όμως όταν μιλάμε για αυτό, αντί να κάνουμε την μητριά της Χιονάτης που προσπαθεί να δει τον εαυτό της στον καθρέφτη ως τον πιο όμορφο, να στρέψουμε λίγο τον καθρέφτη όπως ο Περσέας που προσπαθεί να αντικρύσει το τέρας που πετρώνει τους άλλους με το βλέμμα του. Εκτός αν φοβόμαστε ότι, όπως στο άγαλμα του Περσέα του Τσελίνι στη Φλωρεντία, τα πρόσωπα του τέρατος και του ήρωα είναι σχεδόν ίδια.

Υπάρχουν έφηβοι -και όχι μόνο- που ζουν σταθερά με την ιδέα της αυτοκτονίας να τους ακολουθεί. Τους οφείλουμε να μιλάμε λιγότερο βιαστικά. Αλλά ακόμα και έτσι, ας μάθουν αυτό από αυτή την ιστορία. Δεν υπάρχει ζωή μετά την αυτοκτονία. Δεν υπάρχει ούτε ησυχία, ούτε δικαίωση. Οι άνθρωποι που αγαπούν πραγματικά τον αυτόχειρα πλήττονται ανεπανόρθωτα από την απώλεια του. Οι υπόλοιποι τον χρησιμοποιούν σαν αφορμή να μιλήσουν για το είδωλο τους. Μπορεί η ύπαρξη να είναι παράλογη αλλά τουλάχιστον ο ζωντανός μπορεί να μιλάει ο ίδιος για λογαριασμό του.