Ο Σάιλοκ, ο Εβραίος τοκογλύφος στον «Έμπορο της Βενετίας» του Σαίξπηρ, έχει κάθε λόγο να είναι οργισμένος. Όπως κάθε ομόθρησκος του ζει στιγματισμένος κοινωνικά, χωρίς δικαίωμα να έχει δική του επιχείρηση, υποχρεωμένος να ασκεί μόνο χρηματοοικονομικά επαγγέλματα, δηλαδή την τοκογλυφία. Στην πορεία του έργου, ο κόρη του φεύγει με έναν αλλόθρησκο, φίλο του εμπόρου Αντόνιο στον οποίο έχει δανείσει χρήματα, του κλέβουν την περιουσία του και το δάνειο που έδωσε στον Αντόνιο χάνεται μαζί με τα πλοία του τελευταίου. Όταν λοιπόν ζητάει το σκληρό αντίτιμο του δανείου, μια λίβρα σάρκα από το σώμα του δανειολήπτη του, εκθέτει τους λόγους του. Ο Αντόνιο τον έχει αδικήσει και εξευτελίσει με όλους τους τρόπους επειδή είναι Εβραίος. Όμως ο Σάιλοκ απαντά «δεν έχει ένας Εβραίος μάτια; χέρια; αισθήσεις; συναισθήματα; Αν μας τρυπήσετε, δεν αιμορραγούμε; Αν μας γαργαλήσετε, δεν γελάμε; Αν μας δηλητηριάσετε, δεν πεθαίνουμε; Και αν μας αδικήσετε, δεν θα επιδιώξουμε εκδίκηση;»

Ads

Ο Σάιλοκ δεν παίρνει την εκδίκηση του όμως. Η ευεργετημένη από τον Αντόνιο Πόρσια μεταμφιέζεται σε άντρα και τον υπερασπίζεται στο δικαστήριο. Ο Σάιλοκ με βάση το συμβόλαιο δικαιούται μια λίβρα σάρκα, αλλά δε δικαιούται ούτε μια σταγόνα αίμα. Το συμβόλαιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Ο Σαίξπηρ χρησιμοποιεί τον βαριά αδικημένο Σάιλοκ για να μας πει πως τίποτα δε δικαιολογεί την βαρβαρότητα. Ενώ ο νόμος, μέσω του συμβολαίου, μοιάζει να την αποδέχεται, ο ίδιος ο νόμος είναι αυτός που τελικά την απαγορεύει.

Ads

Από το τέλος του 16ου αιώνα που διαδραματίζεται ο Έμπορος της Βενετίας, κύλησε πολύς χρόνος με την ανθρωπότητα να προσπαθεί να ασχοληθεί με το θέμα της βαρβαρότητας, μέχρι την απόλυτη κορύφωση της στον Β Παγκόσμιο πόλεμο. Τότε, συλλογικά, μέσα από τη δημιουργία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών υπογράφονται διεθνείς συνθήκες όπως η «Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» (1948), η «Σύμβαση για την Πρόληψη και Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας» και οι συνθήκες της Γενεύης για την προστασία αμάχων, τραυματιών και αιχμαλώτων πολέμου.

Ads

Φυσικά, η κτηνωδία δεν σταμάτησε. Ο κυριότερος φορέας της, η μεγαλύτερη οικονομική και στρατιωτική ιμπεριαλιστική υπερδύναμη, οι ΗΠΑ, έχουν εμπλακεί -με βάση την Ερευνητική Υπηρεσία του Αμερικανικού Κογκρέσου- σε εκατοντάδες στρατιωτικές παρεμβάσεις ανά τον κόσμο. Πως μπορούσαν να δικαιολογηθούν στις συνειδήσεις των πολιτών της αλλά και των συμμάχων της οι εισβολές, οι θάνατοι, οι βασανισμοί, οι βομβαρδισμοί αμάχων με ναπάλμ, οι στυγνές δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής;

Ads

Το Χόλυγουντ, λειτουργώντας ως προπαγανδιστικός μηχανισμός άρχισε να δημιουργεί μια νέα εικόνα ήρωα, αυτή του εκδικητή. Ο πατέρας που κινδυνεύει το παιδί του, ο αδιάφθορος αστυνομικός, ο στρατιώτης που παλεύει για τη ζωή του, μπορούν στη νέα μυθοπλασία να διαπράξουν κάθε βαρβαρότητα προκειμένου να επιβάλουν το δίκαιο. Από τη στιγμή που κανείς αισθάνεται ότι έχει το δίκαιο με το μέρος του, μπορεί να κάνει οτιδήποτε και οι νόμοι δεν ισχύουν πια. Κανένα δικαστήριο δεν καλείται να αποφανθεί για τις καταστροφές, τους νεκρούς, ο εκδικητής, ο «vigilante» είναι υπεράνω νόμων. Οι ΗΠΑ προτείνουν μια δική τους πραγματικότητα, τον εαυτό τους ως τον ενάρετο αδύναμο ενάντια στην κακία του κόσμου. Η οργή του φέρνει τη δικαιοσύνη -και πολύ πετρέλαιο μαζί της.


Το Χόλυγουντ όμως, όπως και οι ΗΠΑ, δεν είναι ένα πράγμα. Το 1993, μέσα στην κορύφωση αυτών των ταινιών κυκλοφορεί η ταινία «Falling Down», («Πέφτοντας») που στα Ελληνικά αποδόθηκε εύστοχα ως «Ημέρα Οργής». Ο ήρωας, ο Γουίλιαμ Φόστερ, είναι απολυμένος από την αμυντική βιομηχανία, διαζευγμένος, αποκομμένος από την οικογένειά του. Στο πρόσωπό του κανείς μπορεί να αναγνωρίσει τον σύγχρονο άνθρωπο που νιώθει την ταυτότητα του να συνθλίβεται κάτω από τη πολυπλοκότητα της σύγχρονης ζωής και γεμίζει με θυμό. Στην πορεία της ταινίας, η δίκαιη οργή του για το μποτιλιάρισμα, τους άκαμπτους κανόνες που τον περιβάλλουν, για τη συμμορία που προσπαθεί να τον ληστέψει τον μετατρέπουν, όχι σε έναν δίκαιο εκδικητή αλλά σε έναν επικίνδυνο άνθρωπο που τρομοκρατεί τους γύρω του που ζουν στην ίδια ζωή με αυτόν, ενώ νιώθει σταθερά θύμα. Ο μόνος που καταλαβαίνει τι συμβαίνει και προσπαθεί να τον σταματήσει είναι ένας αστυνομικός που τον αναζητεί ασταμάτητα μέσα στην πόλη φοβούμενος την βαρβαρότητα που μπορεί να γεννήσει τόση οργή. Στο τέλος, η συνάντηση των δύο, του Φόστερ και του αστυνομικού, της βαρβαρότητας με το νόμο, καταλήγει στο να καταλάβει ο πρώτος σε τι έχει μετατραπεί και να ξεγελάσει τον αστυνομικό ώστε να τον πυροβολήσει. Ο νόμος βάζει τέλος στη βία.

Στο σήμερα, με την Οδύσσεια ο Νόλαν επανέρχεται στο θέμα της βαρβαρότητας και του νόμου. Ο Οδυσσέας παρακολουθεί την άλωση της Τροίας που έχει ενορχηστρώσει και γίνεται μάρτυρας της αγριότητας των κατακτητών που τον στοιχειώνει. Ο αρχιστράτηγός των Ελλήνων, ο Αγαμέμνων, είναι μια φιγούρα πιο τρομακτική από τον Κύκλωπα, ένας σκοτεινός θεός του πολέμου και της βαρβαρότητας που έχει θυσιάσει την μικρή του κόρη για να πετύχει τον σκοπό του. Οι Τρώες με τις λευκές λεπτεπίλεπτες πανοπλίες τους μοιάζουν να συνθλίβονται στο αμόνι του πολέμου. Οι αναλώσιμοι στο πρωτότυπο κείμενο σύντροφοι αποκτούν πρόσωπο και ζητούν να αναγνωριστεί το πέρασμα τους από αυτόν τον κόσμο. Η σφαγή των διεφθαρμένων και εγκληματικών μνηστήρων είναι μια πράξη δικαιολογημένης εκδίκησης που όμως παραβαίνει το νόμο του Δία, της φιλοξενίας. Ο βασιλιάς δεν είναι ο νόμος, ούτε είναι υπεράνω του νόμου και ο Οδυσσέας αυτοεξορίζεται στο τέλος ώστε να αποκαταστήσει τους ανώνυμους νεκρούς. Σε όλη την ταινία, η Ιθάκη φοβάται την έλευση των «ανθρώπων της θάλασσας» που θα καταστρέψουν τον πολιτισμό της. Στην σκηνή της αναγνώρισης από την Πηνελόπη ο Οδυσσέας καταλαβαίνει πως οι ίδιοι είναι οι άνθρωποι της θάλασσας. Όταν παραβαίνει κανείς τους ίδιους του τους νόμους, γίνεται βάρβαρος.

Το σχήμα του αδικημένου, του θύματος που αναζητά δικαίωση και χώρο να υπάρξει είναι αυτό που έχει διαχρονικά χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογηθεί η βαρβαρότητα. «Μας μαχαίρωσαν πισώπλατα», διατυμπάνιζαν οι ναζί στον μεσοπόλεμο αναφερόμενοι στους πολιτικούς της δημοκρατίας της Βαϊμάρης και τη συνθήκη των Βερσαλλιών που είχε εξαθλιώσει τους Γερμανούς μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Το ίδιο αφήγημα ακολουθεί το σύγχρονο AfD που σάρωσε στις τοπικές εκλογές. «Μας εκμεταλλεύονται» λέει ο νυν πρόεδρος της Αμερικής για τον υπόλοιπο κόσμο. Το Ισραήλ ονομάζει την πυραυλική του ασπίδα «Σφεντόνα του Δαυίδ» υπονοώντας πως οι ανεξόπλιστοι γείτονες του είναι ένα είδος Γολιάθ. «Οι Έλληνες πεινάνε και οι μετανάστες εισβάλουν και τους ταΐζουμε» λέει η εγχώρια ακροδεξιά.

Σε έναν κόσμο αυξανόμενων αντιθέσεων και οργής, η βαρβαρότητα μοιάζει αναπόφευκτη. Χρειαζόμαστε χρόνο σαν παγκόσμια κοινωνία να σκεφτούμε πως θα συνυπάρξουμε στο ιλιγγιωδώς εξελισσόμενο τοπίο των ανερχόμενων οικονομικών δυνάμεων, των νέων κοινωνικών ανισοτήτων, των φονικών δρόνων, της τεχνητής νοημοσύνης και των κοινωνικοοικονομικών αλλαγών που θα φέρει. Οφείλουμε να διαμορφώσουμε και να θωρακίσουμε τους νόμους μας με τέτοιο τρόπο που να μην είναι εφικτό για την βαρβαρότητα να τους θέσει στην υπηρεσία της χωρίς να αποκαλύψει την ασυμβατότητα της με την δημοκρατία. Οι ανεξάρτητες αρχές πρέπει να είναι ανεξάρτητες. Η διάκριση των εξουσιών ισχυρή. Η υποταγή της εξουσίας στους νόμους και όχι το ανάποδο πρέπει να διασφαλιστεί. Το χέρι του Σάιλοκ δεν μπορεί να αφοπλιστεί, μπορεί όμως να ακινητοποιηθεί.