Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
O Κλέιτον Μπίγκσπι είναι ο χαρακτήρας που πρωταγωνιστεί σε ένα παλιό σκετς του μαύρου κωμικού Ντέιβ Σαπέλ. Ο Μπίγκσμπι με τα βιβλία του και τα άρθρα του είναι η κεντρική ιδεολογική φωνή των λευκών ρατσιστών της Αμερικής. Κανείς δεν τον έχει δει, μιας και η στολή της Κου Κλουξ Κλαν κρύβει τη μορφή του. Αυτό που δε γνωρίζει κανείς είναι ότι είναι εκ γενετής τυφλός. Το άλλο που κανείς, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου δε γνωρίζει, είναι η κωμική ειρωνεία. Είναι μαύρος.
Το χρώμα του δέρματος δεν απασχολεί την ανθρωπότητα από πάντα. Στα αρχαία χρόνια οι διακρίσεις βασίζονταν στον πολιτισμό και την κουλτούρα. Οι σκλάβοι δεν ανήκαν σε συγκεκριμένη εθνοτική ή φυλετική κατηγορία αλλά ήταν ηττημένοι πολέμων. Μετά τον 15ο αιώνα με την εκκίνηση της αποικιοκρατίας και του παγκοσμίου δουλεμπορίου δημιουργήθηκε η ανάγκη για δικαιολόγηση αυτών των πρακτικών και η κατασκευή της κατωτερότητας συγκεκριμένων φυλών εξυπηρετούσε αυτόν τον σκοπό.
Με τον ερχομό του διαφωτισμού και τις μεγάλες επαναστάσεις του 18ου αιώνα τίθεται η ιδέα της ισότητας όλων των ανθρώπων αλλά το δουλεμπόριο και η δουλεία καλά κρατούν. Καταργούνται σχεδόν παγκοσμίως μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα αλλά οι διακρίσεις παραμένουν με πιο εξόφθαλμο παράδειγμα τις ΗΠΑ, όπου υπάρχει επίσημα φυλετικός διαχωρισμός με βάση το χρώμα της επιδερμίδας.
Η ρατσιστική ιδεολογία λαμβάνει τον πιο συστηματοποιημένο και φριχτό της χαρακτήρα στον ναζισμό, ο οποίος όμως δεν απασχολείται ιδιαίτερα με το χρώμα του δέρματος -παρότι φυσικά διώκουν και στειρώνουν τους μαύρους- είναι αλλά κυρίως με τους Εβραίους και τους Σλάβους τους οποίους θεωρεί υπανθρώπους (Untermenschen) και άξιους εξόντωσης και σκλαβιάς.
Στους ολυμπιακούς του 1936 συμβαίνει το εξής παράδοξο. Η κινηματογραφίστρια του Χίτλερ Λένι Ρίφενσταλ θαυμάζει τα κορμιά των μαύρων αθλητών και τους κινηματογραφεί με εξυψωτική ματιά προς ενόχληση του Χίτλερ ο οποίος προφανώς ήθελε να λάμψει μόνο η Άρια Φυλή. Μέσα στους μαύρους αθλητές είναι ο δρομέας Τζέσε Όουενς ο οποίος κερδίζει 4 χρυσά μετάλλια. Ταυτόχρονα, βιώνει στη ναζιστική Γερμανία μικρότερες διακρίσεις από αυτές που βιώνει στη δημοκρατική πατρίδα του. Μετά την επιστροφή του, ο δημοκρατικός Ρούσβελτ δεν τον προσκαλεί στον λευκό οίκο πιθανώς υπακούοντας στη ρατσιστική πτέρυγα του κόμματος του και η πίκρα του είναι τόσο μεγάλη που αργότερα υποστηρίζει τον ρεπουμπλικανό υποψήφιο.
Έτσι, με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, η ανθρωπότητα προσπαθεί να αφήσει οριστικά πίσω της τον φυλετικό ρατσισμό με δύο από τις εξαιρέσεις να ξεχωρίζουν έντονα. Τη Νότιο Αφρική που εγκαθιστά το Απαρτχάιντ και τις ΗΠΑ που συνεχίζουν τον διαχωρισμό μέχρι τα μεγάλα κινήματα πολιτικών δικαιωμάτων του 1960.
Παρόλα αυτά, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν εγκαταλείπουν ποτέ μία σχεδόν εμμονική ενασχόληση με το χρώμα και την φυλή. Με τον συστημικό ρατσισμό εμπεδωμένο στην κοινωνία τους διαρκώς μοιάζουν να προσπαθούν να επανορθώσουν παλιές αδικίες όπως η δουλεία ή η γενοκτονία των αυτοχθόνων, στην πραγματικότητα όμως διαρκώς αναπαράγουν μια συζήτηση η οποία τοποθετεί την φυλή και την καταγωγή στο κέντρο της ύπαρξης και της κοινωνικής αλληλεπίδρασης.
Τα τελευταία χρόνια μάλιστα, στα πλαίσια μιας υποθετικής συμπερίληψης, έχουν επιδοθεί στη δημιουργία νέων κατηγοριών χρώματος, περιορίζοντας την έννοια του λευκού ουσιαστικά αποκλειστικά στους βορειοευρωπαϊκής καταγωγής πολίτες. Οι νοτιαμερικανοί λέγονται πια λατίνοι, οι Άραβες και οι λαοί της μέσης ανατολής καφέ ή MENA (Middle Eastern North African) και οι Ιταλοί, οι Έλληνες, οι Ισπανοί, μεσογειακοί.
Όπως κανείς μπορεί να διαπιστώσει, η έννοια του χρώματος του δέρματος πολύ γρήγορα ξέφυγε από μια αδρή μορφολογική ανθρωπολογική κατάταξη που σχετιζόταν με μεγάλες γεωγραφικές περιοχές. Ενώ οι άλλες φυλές δεν απασχολούνται με τον ορισμό του χρώματός τους, οι λευκοί έχουν χρησιμοποιήσει το δικό τους σαν απόδειξη καθαρότητας και ανωτερότητας. Έτσι, επειδή το λευκό δεν είναι τίποτα άλλο από ένα φάσμα αποχρώσεων, μπορεί κανείς να το ορίζει με δικά του κριτήρια που είναι κριτήρια, δύναμης, εξουσίας και -τί άλλο- κέρδους.
Αν ρωτήσουμε τους Έλληνες για το χρώμα τους θα πουν ότι είναι λευκοί. Η σχέση τους όμως με τη λευκότητά τους δε δείχνει να είναι τόσο απλή στη σύγχρονη ιστορία. Υπάρχει μια διαρκής προσπάθεια να γίνουν αποδεκτοί ως λευκοί από τους άλλους λευκούς αλλά και από τους εαυτούς τους.
Χαρακτηριστική είναι η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ξανθοί γαλανομάτες χωρίς κανένα απολύτως ιστορικό ή αρχαιολογικό εύρημα να το στηρίζει. Αντιθέτως οι αμφορείς απεικονίζουν ανθρώπους που μάλλον έμοιαζαν πολύ με εμάς. Η ιδέα του ξανθού γαλανομάτη αρχαίου Έλληνα προκύπτει από την λευκότητα των αρχαίων αγαλμάτων που έχοντας χάσει το χρώμα τους δημιουργούν έναν καμβά για τα χρώματα του φαντασιακού του σύγχρονου ανθρώπου. Και ένα πολύ ισχυρό τέτοιο φαντασιακό ήταν το ρατσιστικό βορειοευρωπαϊκό που ήθελε να θεωρεί τους αρχαίους Έλληνες Άριους και κατ’ επέκταση προγόνους του.
Ω πόση απογοήτευση έλαβαν τα χιτλερικά στρατεύματα όταν αντίκρυσαν τους μαυριδερούς υποανάπτυκτους Έλληνες που σε τίποτα δε θύμιζαν τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη της φαντασίας τους. Τόση που για έναν νεκρό -αυθεντικά Άριο- Γερμανό εκτελούσαν ολόκληρα χωριά από αυτούς τους παρείσακτους.

Παρόλα αυτά συνεχίζουμε να φανταζόμαστε ότι μας βλέπουν σαν λευκούς ακόμα και όταν είμαστε μετανάστες. Σε κάθε επεισόδιο παραβατικότητάς από αλλοδαπό ακούει κανείς πόσο εργατικοί και αποδεκτοί μετανάστες ήταν οι Έλληνες. Στην Αμερική στις αρχές του 20ου αιώνα όμως, έχοντας πλήρη άγνοια των εργατικών συνθηκών, οι Έλληνες μετανάστες χρησιμοποιήθηκαν ως απεργοσπάστες με αποτέλεσμα ταραχές εναντίον τους στο Σικάγο, τη Νεβάδα και το Σολτ Λέικ. Στη Νότια Όμαχα της Νεμπράσκα εξαπολύθηκε πογκρόμ που εκτόπισε τους Έλληνες από την πόλη. Η Κου Κλουξ Κλαν τους συμπεριέλαβε στους εχθρούς της.
Στη Γερμανία μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, δημιουργήθηκε ο όρος φιλοξενούμενος εργάτης (Gastarbeiter) για εργάτες που προσκαλούνται να μείνουν στην χώρα προσωρινά καλύπτοντας τις ανάγκες σε εργατικό δυναμικό. Πολλοί από αυτούς τους Έλληνες εργάτες απέκτησαν μόνιμη παραμονή, ο όρος όμως έμεινε ώστε να τους θυμίζει ότι θα έπρεπε να έχουν επιστρέψει από εκεί που ήρθανε.
- Δείτε το ντοκιμαντέρ: Γκασταρμπάιτερ – Όταν οι Έλληνες ήταν μετανάστες
Στην Ελλάδα, η αστική τάξη -ή ό,τι αντίστοιχο έχουμε σε αυτήν- αρέσκεται να ταυτίζεται με το Ηνωμένο Βασίλειο. Η συλλογική φαντασίωση της είναι ότι μαθαίνοντας άριστα τη γλώσσα, σπουδάζοντας και επιχειρώντας εκεί, υιοθετώντας τους τρόπους και τα έθιμα, θα γίνουν πιο λευκοί από τους υπόλοιπους συμπατριώτες τους. Μόνο που ποτέ αυτό δε θα συμβεί, γιατί οι Βρετανοί ποτέ δε μας θεώρησαν λευκούς.
Το 1850 ο αγγλικός στόλος αποκλείει ολόκληρο το λιμάνι του Πειραιά ζητώντας υπέρογκες αποζημιώσεις για υλικές ζημιές που προκλήθηκαν στο σπίτι ενός υπηκόου τους, τα λεγόμενα «Παρκερικά» της υπόθεσης Πατσίφικο. Στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ο ναυτικός αποκλεισμός πάλι από το Βασιλικό Ναυτικό σε συνδυασμό με τη λεηλασία των Γερμανών, οδηγεί σε θάνατο από πείνα εκατό με τριακόσιες χιλιάδες ανθρώπους. Οι ζωές των Ελλήνων είναι αναλώσιμες μπροστά στις ζωές των λευκών.
Τέλος, η σύγχρονη ιστορία μας χρωματίζεται από τις συνεχείς παρακλήσεις μας για επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα από το Βρετανικό μουσείο, μια απέλπιδα προσπάθεια να αντιμετωπιστούμε ως λευκοί, στην οποία παίρνουμε την απάντηση ότι είμαστε ιθαγενείς ανίκανοι να προστατεύσουν την ίδια την κληρονομιά τους.
Όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση οι γελοιογραφίες στα ευρωπαϊκά μέσα μας παρουσίαζαν τριχωτούς, μαυριδερούς, παχύσαρκους, τεμπέληδες, κλέφτες. Αυτό σε συνδυασμό με την φτώχια που ακολούθησε κλόνισαν την ταυτότητά μας ανεπανόρθωτα και είναι λογικό να αναζητάμε μια άγκυρα στον αρχαίο – παγκόσμια αποδεκτό- πολιτισμό μας. Όμως πρέπει να είμαστε και αντάξιοι του.
Πώς απαντάμε στον αποκλεισμό μας από τον στενό κύκλο των λευκών; Εξοργιζόμαστε στη σκέψη ότι μία μαύρη ηθοποιός θα παίξει την ωραία Ελένη την οποία φανταζόμαστε πάλλευκη ξανθή γαλανομάτα, δηλαδή ούτως ή άλλως διαφορετική από εμάς. Απαιτούμε να ασκηθεί δολοφονική βαρβαρότητα στους μετανάστες που προσπαθούν να φτάσουν στη χώρα μας. Υποστηρίζουμε το Ισραήλ ως εκπρόσωπο της λευκότητας -τι ειρωνεία- στη μέση των καφέ Αράβων. Φοράμε δηλαδή σαν σε μία παρωδία την κουκούλα της Κου Κλουξ Κλαν επειδή τυφλοί, δεν βλέπουμε τι χρώμα έχουμε για τους άλλους.
- Διαβάστε: «Οδύσσεια» του Νόλαν / Οι φήμες για την Λουπίτα Νιόνγκο ως ωραία Ελένη και η οργή του Μασκ
Ο Όμηρος δεν περιγράφει πουθενά φυσιογνωμικά την εμφάνιση της Ελένης ακριβώς για να μας επιτρέπει να την φανταστούμε όπως έχουμε μέσα μας ο καθένας την ομορφιά. Τα έπη του πια ανήκουν σε όλη την ανθρωπότητα και η Ελένη μπορεί να έχει οποιαδήποτε μορφή γυναίκας από οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. Η ενασχόληση με το χρώμα της την μετατρέπει σε ένα πουκάμισο αδειανό και εμάς σε ανάξιους της κληρονομιάς μας.
*Ο Γιάννης Δούμος είναι Ψυχίατρος, Επιστημονικός συνεργάτης Ά πανεπιστημιακής ψυχιατρικής κλινικής ΕΚΠΑ
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


