Η νεοφιλελεύθερη πολιτική αρνείται την ευθύνη του κράτους να παρέχει ασφάλεια και σταθερότητα στα τμήματα της κοινωνίας που έχουν ανεπαρκή κάλυψη.

Ads

Εκεί ανθίζουν οι προϋποθέσεις ανάπτυξης του ακαδημαϊκού καπιταλισμού όπου συμβαίνουν δύο πράγματα ταυτόχρονα.

Ads

Από τη μία επιβάλλεται η καπιταλιστική ηθική του ανταγωνισμού και της ατομικής επίδοσης, ενώ συγχρόνως συντελείται η προοδευτική αποστέρηση των γνωσιακών
και υλικών μέσων εργασίας για την άσκηση του λειτουργήματος.

Ads

Στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1970, η πολιτική για την ανώτατη εκπαίδευση του Προέδρου Νίξον ακροβατούσε ανάμεσα σε έναν ρητορικό λόγο υπέρ της ακαδημαϊκής ελευθερίας και στην εφαρμογή εχθρικών πολιτικών και περιοριστικών μέτρων ως αντίποινα στους επιστημονικούς κύκλους που τάσσονταν ενάντια στον Πόλεμο στο Βιετνάμ και στα στρατιωτικά προγράμματα της αμερικάνικης Διοίκησης.

Ads

Λίγο αργότερα, η περίπτωση του MIT είναι χαρακτηριστική. Τη δεκαετία του 1980, όσο πιο γρήγοροι ήταν οι ρυθμοί εργασίας, τόσο λιγότερα περιθώρια υπήρχαν για την άνθηση της κοινοτικής πανεπιστημιακής ζωής – σε αυτό συνέβαλαν και οι αυξήσεις στα δίδακτρα από τα τέλη της δεκαετίας (1987–1988).

Ο νεοφιλελεύθερος καταμερισμός εργασίας στην πανεπιστημιακή δραστηριότητα στόχο έχει την κοινωνική ατομοποίηση όπως θα έλεγε ο Ζ. Bauman του πανεπιστημιακού καθηγητή -τριας σε σχέση με τους/τις συναδέλφους -ισσες του και την μετατροπή του σε εργατικό δυναμικό για την εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων μετατρέποντας εν τέλει τη γνώση αφηρημένη και ιδιωτική.

Αν αφήσουμε τα πράγματα να εξελιχθούν προς την κατεύθυνση που έχουν πάρει κινδυνεύουμε να ζήσουμε τη βία μιας μορφής πρωταρχικής συσσώρευσης κατά Μαρξ.

Η πρωταρχική συσσώρευση δεν συνίστατο στη συσσώρευση πλούτου η διανομή του οποίου επιδιώκει με αιφνιδιαστικό τρόπο τη μεγιστοποίηση του κέρδους.

Μορφές πρωταρχικής συσσώρευσης οδηγούν στη μεταβολή των βασικών κοινωνικών σχέσεων.

Μέσα από το κίνημα των περιφράξεων στη βιομηχανική Αγγλία οι μεγάλοι γαιοκτήμονες μετέτρεψαν κοινόχρηστες εκτάσεις σε περιφραγμένη αγροτική γη.

Η πολιτική των ‘περιφράξεων’ άνοιξε το δρόμο για την αύξηση της ιδιωτικής χρηματοδότησης στην ανώτατη εκπαίδευση.

Ο ΟΟΣΑ από τη δεκαετία του 1990 αναφέρεται στην αναγκαιότητα της διαφοροποίησης των πηγών χρηματοδότησης της ανώτατης εκπαίδευσης και θεσμοποιεί την παρακολούθηση τους.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προώθησε την πολιτική λιτότητας στην ανώτατη εκπαίδευση από το 2017 και μετά.

Η Ισπανία γνώρισε από τις αρχές του 21 ου αι. μια ραγδαία άνοδο των ιδιωτικών πανεπιστημίων σε βαθμό που σήμερα αυτά δέχονται περισσότερους φοιτητές -τριες από τα δημόσια.

Η εκδίωξη των δημόσιων λειτουργών της Ανώτατης εκπαίδευσης δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας.

Ας θυμηθούμε πως τότε οι αγρότες εκδιώχθηκαν από τη γη τους και άρα από τα μέσα επιβίωσης τους για να παράγουν και να στεγαστούν, και ωθήθηκαν σε μια νεοσύστατη καπιταλιστική αγορά εργασίας.

Εκείνοι και εκείνες που ασκούν το δημόσιο λειτούργημα του πανεπιστημιακού δασκάλου με αποκλειστικό τρόπο και ζουν από τον μισθό τους είναι στο στόχαστρο.

Στέρηση των μέσων επιβίωσης σημαίνει για τον εργαζόμενο πανεπιστημιακό πληθυσμό στέρηση πρόσβασης στις βασικές του ανάγκες, δηλαδή την ακαδημαϊκή ατομική και συλλογική ελευθερία στα επιστημονικά πεδία έρευνας και τα περιεχόμενα διδασκαλίας, τον σεβασμό στις διαφορετικές προσεγγίσεις και την ισονομία στο
δικαίωμα διδασκαλίας και πρόσβασης στα προγράμματα σπουδών.

Το Παρατηρητήριο Ακαδημαϊκής ελευθερίας του Ευρ. Κοινοβουλίου πιστοποιεί σχετική διολίσθηση στην περίπτωση της Ελλάδας.

Η νεοφιλελεύθερη ατζέντα τόσο της εκ των έσω ιδιωτικοποίησης του δημόσιου πανεπιστημίου όσο και της απορρύθμισης της Ανώτατης εκπαίδευσης υπέρ της αγοράς εκπαιδευτικών υπηρεσιών δεν συνεπάγεται την ανατροπή του κράτους, αλλά την ενίσχυση του μέσα από την επέκταση διοικητικών παρεμβάσεων και μηχανισμών διαχείρισης του ακαδημαϊκού καπιταλισμού μέσω μη εκλεγμένων ρυθμιστικών φορέων.

Ο πλουραλισμός των πεποιθήσεων και η διαπραγμάτευσης της διαφοράς, βασικό κεκτημένο του ίδιου του αστικού φιλελεύθερου συνταγματισμού, αμφισβητούνται.

Άραγε πόσο μακριά είμαστε από την ποινικοποίηση της διαφωνίας και τις πολιτικές επιτήρησης των επιστημών;

Στις ΗΠΑ η πλειονότητα των πανεπιστημίων αρνήθηκε να εφαρμόσει την Συμφωνία για την Ανώτατη Εκπαίδευση της διοίκησης Τραμπ ΙΙ που επέβαλλε την αρχή της ουδετερότητας ως προϋπόθεση για χρηματοδότηση.

Το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο καθίσταται περισσότερο εξαρτημένο από τις ποσοτικοποιημένες επιδόσεις του και την αυτό-χρηματοδότηση από ιδίους και εξωτερικούς πόρους – πέραν των ερευνητικών προγραμμάτων – εκτός του τακτικού κρατικού προϋπολογισμού (όπως δίδακτρα, δωρεές, εταιρικές χρηματοδοτήσεις κτλ.).

Η κουλτούρα του πανεπιστημιακού δάσκαλου-επιχειρηματία μας έρχεται από τις ΗΠΑ και θεσμοθετεί μια σχέση μεταξύ ακαδημαϊκής εξειδίκευσης, επιχειρηματικής δραστηριότητας και ερευνητικών πόρων του πανεπιστημίου.

Ο νόμος 5094/2024 δημιουργεί ένα πλαίσιο εντός του οποίου η εμπορική αξιοποίηση συγκεκριμένης φύσης ακαδημαϊκής γνώσης μπορεί να
πραγματοποιείται παράλληλα με τη δημιουργία πόρων για το πανεπιστήμιο.

Η αναθεώρηση του Άρθρου 16 του Συντάγματος αποτελεί μια μακροχρόνια συντεταγμένη προσπάθεια αλλαγής της πολιτικής οικονομίας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Μέσα από την ανατροπή των συνταγματικών εγγυήσεων, η επιβολή ενός διττού συστήματος δημόσιο- ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης θα επιτρέψει την αμφισβήτηση της ίδιας της αρχής της ισοβιότητας των μελών ΔΕΠ.

Στόχος είναι η αλλαγή της δομής της σταδιοδρομίας στο δημόσιο ακαδημαϊκό τομέα και η επιβολή της αρχής του αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ φοιτητών -τριών, μελών ΔΕΠ και ερευνητικού προσωπικού, προγραμμάτων, πανεπιστημίων, σχολών, τμημάτων.

Η εισχώρηση της κουλτούρας start up μέσα στο δημόσιο πανεπιστήμιο δεν είναι ένας ανώδυνος ‘εκσυγχρονισμός’.

Στο κόσμο των νεοφυών επιχειρήσεων επιτρέπεται να διατυπώνονται απόψεις που θεωρούνται πολιτικά μη ορθές.

Η αντίληψη ότι το πανεπιστήμιο είναι ένας πεπαλαιωμένος κανονιστικός χώρος, ενώ η σκέψη πρέπει να αμφισβητεί τα ‘καθιερωμένα’ – σε δική μας μετάφραση τα κεκτημένα – έρχεται απευθείας από τη Silicon Valley.

Εδώ και καιρό τα ιερά τέρατα της υψηλής τεχνολογίας έχουν αναθερμάνει το
αφήγημα υποβάθμισης της αξίας των μακροχρόνιων σπουδών.

Ο Σαμ Άλτμαν, διευθύνων σύμβουλος της OpenAI εγκατέλειψε το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ σε ηλικία 19 ετών, όπως και οι Μπιλ Γκέιτς και Μαρκ Ζάκερμπεργκ, σε διαφορετικούς χρόνους, εγκατέλειψαν το Χάρβαρντ.

Ο νεαρός δισεκατομμυριούχος Αλεξάντρ Γουάνγκ, προστάτης της τεχνητής νοημοσύνης στο Meta, εγκατέλειψε το Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ)
στα 19 του χρόνια.

Μα πως οι εργαζόμενοι στην έρευνα μπορούν να συνεννοηθούν με αυτούς που αναπτύσσουν αλγοριθμικά μοντέλα για την αυτοματοποίηση των περικοπών στον προϋπολογισμό της κοινωνικής πρόνοιας και της υγειονομικής περίθαλψης, ενσωματώνοντας την λιτότητα απευθείας στον κώδικα, όπως συνέβη με το Υπουργείο Αποδοτικότητας της Διοίκησης Τραμπ ΙΙ;

Το πολιτισμικό μοντέλο της Silicon Valley δίνει προτεραιότητα στην κουλτούρα της επιχειρηματικότητας, την ταχύρρυθμη ‘καινοτομία’ υψηλού κοινωνικού ρίσκου, και σε έναν διανοητικό νατιβισμό προκρίνοντας το έμφυτο ταλέντο και την άμεση επιτυχία, έναντι των ακαδημαϊκών τίτλων σπουδών.


Από την άλλη είναι δυστυχώς αλήθεια ότι η παρούσα κοινωνικο-οικονομική συνθήκη ευνοεί αυτές οι αντιλήψεις.

Η οικονομική ανασφάλεια των φοιτητών -τριων και το κόστος της φοιτητικής ζωής εγείρουν αμφιβολίες σχετικά με την απόδοση της επένδυσης σε σπουδές μεγάλης διάρκειας.

Στην Ελλάδα, μια ραγδαία και αντιφατική αλλαγή εντοπίζεται στο φοιτητικό σώμα: κόπωση και μείωση της προσήλωσης λόγω της εντατικοποίησης της εργασιακής απασχόλησης κατά τη διάρκεια του κύκλου σπουδών και αγωνία για γρήγορη ολοκλήρωση του.

Οι πολιτικές της υφαρπαγής της παραγωγής και μετάδοσης της δημόσιας γνώσης τείνουν να δημιουργήσουν ένα εμφυλιακό φαινόμενο μεταξύ αυτών που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο κατασπαράσσουν το δημόσιο πανεπιστήμιο.

Από τη μια, η πυροδότηση συγκρούσεων με σκοπό την τόνωση της παραγωγής και των πωλήσεων οπλικών συστημάτων αυξάνουν τις πιέσεις ώστε το πανεπιστήμιο να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος ως γρανάζι της πολεμικής μηχανής και να παρέχει έρευνα, συμβουλευτικές υπηρεσίες και προσωπικό για τις κυβερνήσεις και μεγάλες εταιρίες.

Από την άλλη, υπάρχουν αυτοί που ασπάζονται έναν ακραίο αντι-διανοουμενισμό εκφράζοντας έντονη καχυποψία απέναντι στην κοσμική γνώση.

Εδώ συνωστίζονται Αμερικανοί χριστιανοί εθνικιστές, αλλά και σύγχρονοι νέο-αντιδραστικοί-ελευθεριακοί λόγιοι.

Μέσα από τον αποδομιστικό λόγο του «Καθεδρικού Ναού», οι C. Jarvin, G. Saint-Paul και άλλοι αναπτύσσουν μια ολοκληρωτική θεωρία για την ακαδημία και τη δημόσια δράση.

Η πίστη στην αγαθοεργό φύση της δημόσιας δράσης, [μας λένε], πηγάζει από μια πολιτική προτίμηση και μια σύγκλιση συμφερόντων μεταξύ της διοίκησης, της ακαδημαϊκής κοινότητας και των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης.

Ο Καθεδρικός Ναός (διοικητικό-μιντιακό-ακαδημαϊκό σύμπλεγμα), [επισημαίνουν] έχει συμφέρον να δημιουργεί κοινωνικοοικονομικά προβλήματα, προκειμένου να αυξάνει την παραγωγή εκθέσεων ειδικών, κοινωνικών διαλόγων, διεθνών συνεδρίων, ερευνητικών κονδυλίων και ρυθμιστικών κανόνων.

Τα πανεπιστήμια, οι επιστήμονες και οι κριτικά σκεπτόμενοι άνθρωποι παρουσιάζονταν ως διαβρωτές της πίστης, εχθροί του έθνους και συνένοχοι της εθνικής παρακμής.

Εδώ, η λογική του φασισμού γίνεται πιο εμφανής: ο μύθος του πολιτισμικού εκφυλισμού που προκαλείται τάχα από εσωτερικούς εχθρούς, απαιτεί αναγέννηση μέσω της ηθικής κάθαρσης και της αυταρχικής πολιτικής. Εν τέλει οι θιασώτες και των δύο ρευμάτων κάπου συναντώνται.

Ας μην ξεχνάμε τον κεντρικό ρόλο των Ευαγγελιστών πολύ πριν την εμφάνιση του Τραμπ στις ΗΠΑ στον «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας», και στο πλαίσιο του «Προδήλου Πεπρωμένου» και της σχέσης με το Ισραήλ.

Σύμφωνα με τους όρους των Ντελέζ και Γκουαταρί, τέτοια φαινόμενα αποκαλύπτουν πώς ο φασισμός λειτουργεί όχι μόνο ως πολιτικό καθεστώς, αλλά και ως
μικροπολιτική επένδυση της επιθυμίας.

Είναι επιτακτική ανάγκη η από-εμπορευματοποίηση και από-εταιρικοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης να γίνει κεντρική διεκδίκηση τόσο για την πανεπιστημιακή όσο και για τη φοιτητική κοινότητα.

Ένα τέτοιο αίτημα αφορά στη διαδικασία κατά την οποία αγαθά που μετατρέπονται σε αντικείμενο αγοραπωλησίας, αποσύρονται από την αγορά και παρέχονται
στους πολίτες ως δικαιώματα.

Η κουλτούρα της επιχειρηματικής ακαδημαϊκής δραστηριότητας υποκινεί την εγκατάλειψη της επιθυμίας για ένα σφαιρικό όραμα, επιτρέποντας σε εξωτερικές πολιτικές ατζέντες να χρησιμοποιούν το πανεπιστήμιο ως εργαστήρι ιδεολογικής κατήχησης και προτρέποντας την συγκέντρωση της προσοχής σε φιλοδοξίες κερδοφορίας: πως να συνεισφέρω στην «δημιουργία αξίας» και άρα στην αποδοτικότητα παράγοντας περισσότερο.

Αν εγκαταλείψουμε την επιθυμία να έχουμε ένα σφαιρικό όραμα υποστηρίζοντας τη διεύρυνση του χώρου της κριτικής έρευνας, η άλωση του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου είναι προδιαγεγραμμένη.

 

Φιλίππα Χατζησταύρου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, ΕΚΠΑ