Η σχέση των γυναικών με τον πόλεμο είναι μια από τις αποσιωπημένες «αφηγήσεις» που όμως περιγράφουν την ιστορία του κόσμου «σε δυο γραμμές». Όλος ο πόνος, η τραγωδία, οι οιμωγές των αδύναμων «που καταντούν πραμάτεια» για να θυμηθούμε τον Σεφέρη στο Σαλέρνο, αλλά και η (μπορεί διακεκομένη μα ταυτόχρονα διαρκής τους) έφοδος στον ουρανό, όταν ορθώνονται κι αποφασίζουν να αναμετρηθούν με την μοίρα, βρίσκονται μέσα στο παλίμψηστο αυτής της άνισης κι ασύδοτης αναμέτρησης.

Ads

Η καταγραφή της στις ποικίλες εκδοχές του λαϊκού τραγουδιού γειώνει «το αιώνιο» στις πολιτισμικές παραμέτρους κάθε εποχής και στους κοινωνικούς τους ρόλους, δείχνοντας ανάμεσα σε άλλα πλείστα και σημαντικά και την εξέλιξη τους, παρόλο που μέσα από την καταγραφή την ίδια ώρα το επαναεπιβεβαιώνει. Από τις φωνές των αιχμάλωτων γυναικών της Τροίας που μέσα από την πένα του Ευριπίδη εξακολουθούν στα τραγούδια του «Χορού» να στοιχειώνουν τους αιώνες, ξορκίζοντας τον παραλογισμό του πολέμου περνούν αιώνες μέχρι την Αντρειωμένη λυγερή των ακριτικών τραγουδιών. Σύμφωνα με την έρευνα του Φώτου Πολίτη μια τέτοια αναφέρεται άλλωστε ως «η μάνα του Διγενή»… Η γυναίκα γίνεται άνθρωπος που δεν θρηνεί μονάχα αλλά και (ως εξαίρεση έστω) δρα: «Κάπου πόλεμος γίνεται σ ανατολή και δύση/ και το μάθε μια λυγερή και πάει να πολεμήσει».

Ads

Η κόρη-μαχητής, το θηλυκό ισοδύναμο του μεγάλου ήρωα, μπορεί να τελειώνει με την σεξουαλική υποταγή της κόρης και όχι με τον θάνατό της, αλλά ακόμη κι αυτό αποτελεί εμφανές προχώρημα και υποχώρηση ταυτόχρονα σε σχέση τις αμαζόνες βασίλισσες που πεθαίνουν στο τέλος… (βλέπε A. Doyle, Husbands and Wives, 2003). Ζει μέσα απο την επαναοικειοποίηση των ορίων που της υπενθυμίζει ένα δυνατότερο αρσενικό.

Ads

Στα κλέφτικα, μετά την σκλαβιά κι όπως εξαφανίζονται οι Διγενήδες, ο μύθος υποχωρεί και δεν υπάρχει η «ατρόμητη έφιππη», στοιχειό της ίδιας της δύναμης της φύσης στις εσχατιές της Ανατολικής αυτοκρατορίας, αλλά η μασκαρεμένη σε άντρα γυναίκα που παίζει παιχνίδια με τους κλέφτες : «κανείς δεν την εγνώρισεν από την συντροφιά της…/ εκόπη τ ασημοκουμπό κι εφάνη το βυζί της». Η παρενδυσία εδώ, επενδεδυμένη με εθνικά κίνητρα, αντιμετωπίζεται σε περισσότερες από 40 παραλλαγές πότε μέσα από μια οικογενειακή τραγωδία (χτυπά θανάσιμα αυτόν που της ρίχνεται κι ανακαλύπτει πως είν’ ο αδερφός της) ή με γάμο, ή μέσα από μια απροσδιόριστη αμηχανία που δεν ορίζει τέλος κανένα.

Ads

Τ’ αντάρτικα

«Το μόνο που ζηλεύανε η ταγματασφαλίτες από τους αντάρτες ήταν τα τραγούδια τους» έγραψε η Βούλα Δαμιανάκου στα «Τετράδια» (των Λάδη και Γκιώνη) το 1975, αναφέροντας την γνωστή σε μέρη της Λακωνίας ιστορία για τον ταγματασφαλίτη που κρατούσε ζωντανές τις δυο αδερφάδες του αντάρτη για να του τραγουδάνε σαν έπινε «τ’ αντάρτικα». Αφού η ζήλια για το αντάρτικο τραγούδι ήτανε ζήλια για μια ολόκληρη στάση ζωής, εκείνη που θύμιζε ότι την προλεταριακή γλώσσα δεν «την έχει επιβάλει μονάχα η πείνα»… (Αντόρνο, Μοράλια) αλλά και η Ψυχή. Ήδη από τις πρώτες ώρες του μετώπου η συλλογική ψυχή πήρε την γραφίδα και αναζήτησε την ράχη των βουνών για να γράψει: Ποιος είδε τέτοιο θάμασμα, παράξενο μεγάλο/ να κουβεντιάζουν τα βουνά/ με τις ψηλές ραχούλες/Γυρίζει ο γέρο Όλυμπος κι αναρωτάει την Πίνδο/Βουνό μου γιατί θύμωσες και στέκεις βουρκωμένο;…./ ρίξε βουνό τις μπόρες σου/ ρίξε τις αστραπές σου/κι εγώ σου στέλνω τους αητούς/ τσολιάδες και φαντάρους/να καθαρίσουν τις πλαγιές, να διώξουν τους φασίστες/που μόλυναν τον τόπο μας τα όμορφα χωριά μας… (Ηπειρώτικο).

Τα βουνά, ραχοκοκαλιά μιας γης αρχαίας, σηκώνουν έναν λαό πληγωμένο κι αποκτούν υπόσταση όχι ως πέτρινοι όγκοι μα ως εμψυχωτές, παππούδες ορεσίβιοι που στο πέτρινο στήθος τους αγκαλιάζουν τη νέα σπορά (την όσο γίνεται πιο απόμακρη από την καμαρίλα της κοτζαμπάσικης εξουσίας που ρημάξε τον τόπο) σπορά που φωλιάζει πάνω στα βουνά σαν αετόπουλα: Έχουμε τα φτερά τ’ αητού/του λιονταριού τη χάρη/τη γρηγοράδα τ’ αλαφιού/και την ορμή του Άρη (Καρπενησιώτικο). Θα είναι η τελευταία ίσως ομαδική -ποτέ απόλυτη- αναλαμπή αφού θα νικήσουν τον πόλεμο μα θα τους αλέσει η ειρήνη, μετατρέποντας τους μέσα από το πιο σταθερό δόγμα της κρατικής πολιτικής («όποιος παλεύει εξορίζεται και όποιος γλύφει διορίζεται») σε εθελόδουλους παρείσακτους στη χώρα του ξεχασμένου τους εαυτού:  «Όμορφη μια ανταρτοπούλα πάνω στα βουνά/ πολεμάει για να φέρει την ελευθεριά..» (Δημοτικό του Μοριά).

Ενώ, παρόλο που οι κοινωνικοί ρόλοι δεν ανατρέπονται και ο άνδρας προβάλλεται ως ο κύριος δράστης, όπως συμβαίνει ιδίως στα υπέροχα τραγούδια του Ν. Τσιφόρου που τραγουδήθηκαν από την μυθική φωνή της Σ. Βέμπο («Μες στους δρόμους τριγυρνάνε οι μανάδες και κοιτάνε ν’ αντικρύσουνε τα παιδιά τους π’ ορκιστήκαν στον σταθμό σαν χωριστήκαν να νικήσουνε…») , αλλά και σε πολλά αντάρτικα βαθαίνει η ανθρώπινη διάστασή τους, όπως φαίνεται στο πολύ γνωστό Η μάνα του αντάρτη: «Μέσα στην καταιγίδα του πολέμου/ στου φασισμού τη μαύρη σκοτεινά/πήρες ντουφέκι και θέλεις γιε μου/ να πας αντάρτης, επάνω στα βουνά/ «Σκλάβος δε θέλεις εσύ να ζήσεις, / σκλαβιάς δε στέργεις σίδερα βαριά/Πήρες ντουφέκι, θες να πολεμήσεις/ για της Ελλάδας μας τη λευτεριά.

«Οι στίχοι (συνδεδεμένοι με την εκτελεσμένη Βασιλική Σταυροπούλου) άρεσαν στους αντάρτες, έχει γράψει ο Ευάγγ. Μαχαίρας. Όλοι έβλεπαν σ’ αυτούς τη δική τους μάνα».

H παρουσία των γυναικών ως δημιουργών υπήρξε καθοριστική, με κορυφαία τη Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, η οποία έγραψε τους στίχους για τους ύμνους του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ.

Όμως οι γυναίκες της Πίνδου αποτελούν από μόνες τους σχολή πριν την συγκρότηση των αντάρτικων σωμάτων που άλλαξαν τους έμφυλους ρόλους μαζικά (Τασούλα Βερβένιώτη, «Η γυναίκα της Αντίστασης, η είσοδος των γυναικών στην πολιτική»). «Ενώ πολεμούσαν οι άντρες στα χιονισμένα βουνά αυτές ανέβαιναν εκεί ζωσμένες πυρομαχικά, τρόφιμα και ζεστά ρούχα που έπλεκαν οι νέες του χωριού… διόρθωναν τους δρόμους ρίχνοντας πέτρες στις λάσπες έτσι ώστε να μπορέσει να περάσει ο στρατός χωρίς καθυστερήσεις.

Στη συνέχεια φορτωνόντουσαν τα απαραίτητα στη πλάτη και τα μετέφεραν. Στην επιστροφή μετέφεραν τους τραυματισμένους και τους πήγαιναν στα νοσοκομεία που και εκεί βρισκόντουσαν γυναίκες έτοιμες να προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες. (Κώστας Ν.Χατζηπατέρας, Μ.Φαφαλιού, «Μαρτυρίες 40-41»). Αυτήν την εκπληκτική συμβολή θα τιμήσει ως επίλογο ο Πυθαγόρας στον εμβληματικό δίσκο Αλβανία που βγαίνει τον 1ο χρόνο της μεταπολίτευσης για να κλείσει μια ολόκληρη εμφυλιακή εποχή:  «/Γυναίκες απ’ τα σύνορα, κόρες γριές κυράδες, φωτιά μες στους βοριάδες, εσείς θα είστε σίγουρα της λευτεριάς μανάδες…».