Επικίνδυνος είναι εκείνος που δεν συμμορφώνεται στον κανόνα. Ο ανυπάκουος. Πόση ευρυχωρία κρύβει μέσα της η έννοια της επικινδυνότητας; Φ. Τσαλίκογλου

Ads

Θεσσαλονίκη, βράδυ της 30ης Απρίλη 1971. Ο 28χρονος τελειόφοιτος φοιτητής Οδοντιατρικής Νίκος Ρουκουνάκης, ένας από τους «230 φοιτητές της Οδοντιατρικής του ΑΠΘ εγκατέλειψαν τις σπουδές τους λόγω οικονομικού αδιεξόδου, λήξεως αναβολής στράτευσης ή εξ αυτών ψυχοσωματικών διαταραχών συνεπεία άγχους» σύμφωνα με ανακοίνωση των φοιτητών που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη στις 7.9.74, βαδίζει στην Πανεπιστημιούπολη Θεσσαλονίκης, πατά σκεπασμένους τάφους σε μία ακόμη πόλη της σιωπής, σιωπή που σύντομα θα σκέπαζε και τον δικό του θάνατο που απείχε λίγα λεπτά.

Ads

Σε μία πάροδο δίπλα στο Πολυτεχνείο, πολύ κοντά ‘στα γρασίδια του ΑΧΕΠΑ’ όπου 10 χρόνια πριν θα γεννιόταν από αγόρια και κορίτσια το κίνημα τον Λαμπράκηδων, φωνάζει συνθήματα κατά της χούντας. Βγάζει ένα μικρό μπιτόνι και λούζεται με πετρέλαιο. Αυτοπυρπολείται. Ο Ρουκουνάκης, γιός καπετάνιου στο αντάρτικο κατά της γερμανικής κατοχής, από τα Κρουστά της Κρήτης, που μπήκε καθυστερημένα στο πανεπιστήμιο γιατί είχε μπαρκάρει για λόγους βιοπορισμού, δεν είχε εύκολη ζωή.

Ads

Από τη μια το στίγμα του πατριώτη πατέρα του σε καιρούς ψευδεπίγραφης ‘εθνικοφροσύνης’ κι από την άλλη η οικονομική ανέχεια κι ο κοινωνικός αποκλεισμός σε ένα ΑΠΘ ξεδοντιασμένο μετά το σημαντικότατο διάλλειμα του ‘δημοτικισμού’, που η πλειοψηφία των καθηγητών του υπήρξαν πειθήνιοι αν όχι συμπαθώντες του καθεστώτος, είχαν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα που τον έκαναν ν’ ακολουθήσει, λίγους μήνες μετά, το παράδειγμα του Γεωργάκη στη Γένοβα: Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος./Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα./…/ Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια./…/Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;/Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;/Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι. (Τ. Σινόπουλος).

Ads

Την επόμενη μέρα, συμφοιτητές και φίλοι συγκεντρώθηκαν στον τόπο της θυσίας. Η διαμαρτυρία τους αντιμετωπίστηκε με άγρια καταστολή ενώ το επίσημο αφήγημα, μετά από πιέσεις της ασφάλειας, είχε ήδη ετοιμαστεί. «Ψυχολογικά προβλήματα, αυτοκτονία άσχετη με την πολιτική». Μια ακόμη «αυτοκτονία», στις δεκάδες σύμφωνα με τον ΣΦΕΑ αλλά και την έρευνα του Δ.Βεριώνη, ανεξιχνίαστες αυτοκτονίες και ατυχήματα που σημάδεψαν την πόλη την 7ετία, είχε προστεθεί.

Η Οδοντιατρική δεν τίμησε ποτέ τον φοιτητή με το Α.Ε.Μ. 930, ούτε το ΑΠΘ πήρε θέση, κι ας είχε λίγους μήνες αργότερα ακόμη έναν ‘αυτοκτονημένο’, τον επίσης φοιτητή Γεώργιο Παπαγιάννη..

«Είναι Άνοιξη πια και δεν χωράει η πίκρα μέσα στο φως», έγραψε ο Γ. Ρίτσος. Κι όμως χώρεσε εκείνο το ξημέρωμα Πρωτομαγιάς που στην πράξη, ούτε καν με μια τιμητική πλάκα, κανείς χώρος δεν θυμάται.