Έχουν περάσει περισσότερα από 130 χρόνια από τότε που ο εμβληματικός Αμερικανός κοινωνιολόγος και οικονομολόγος Thorstein Veblen, μετά από παρατηρήσεις, εισήγαγε τον όρο η αργόσχολη τάξη.

Ads

Παρόλα αυτά η εφαρμογή της «Θεωρίας της Αργόσχολης Τάξης» στη σύγχρονη πραγματικότητα αναδεικνύει βαθύτερες κοινωνιολογικές και πολιτικές δυναμικές που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία, το στάτους και ο πλούτος λειτουργούν χειραγωγούν και επιβάλλονται στον 21ο αιώνα.

Ads

Αναλύοντας το φαινόμενο με κοινωνιολογικούς και οικονομικούς όρους, αξίζει να αναφέρουμε ότι μια από τις βασικές παρατηρήσεις του Βέμπλεν ήταν η «περίοπτη κατανάλωση», η επίδειξη πλούτου όχι ως καλοζωϊσμός ή ματαιοδοξία, αλλά ως ένα πολιτικό στρατήγημα, ένας κοινωνικός μηχανισμός νομιμοποίησης της ανωτερότητας και δημιουργίας αόρατων μα πολύ βιωματικών ορίων στην κοινωνική κινητικότητα. «Ως εδώ».

Ads

Τότε βέβαια, στα 1899, η αργόσχολη τάξη επεδείκνυε τον πλούτο της μέσω μεγάλων κτημάτων, υπηρετικού προσωπικού, ακριβών ενδυμάτων και πολυτελών δεξιώσεων.

Ads

Σήμερα, στον καιρό της υπερτεχνολογίας και των μιντιοποιημένων ταυτοτήτων, τα σύμβολα στάτους έχουν ψηφιοποιηθεί και παγκοσμιοποιηθεί. Η χρήση ιδιωτικών τζετ, οι exclusive προσκλήσεις και οι αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν τη νέα «περίοπτη κατανάλωση».

Το γεγονός πχ ότι μια διπλωμάτης χρησιμοποιούσε τους πόρους της εγχώριας οικονομικής ελίτ λειτουργούσε ως αμφίδρομο οπτικό σήμα (signaling) ότι η αστική μας τάξη ποθεί να ανήκει η ίδια στην «ανώτερη» κάστα πλανητικής εξουσίας, όσο και η ίδια η Γκιλφόιλ επιθυμούσε να είναι μέρος της εγχώριας «ελίτ». Κοινώς από το συλλογικό ξεκούδουνο στο ατομικό.

Το ότι ο Τραμπ απέπεμψε την Γκιλφόιλ, κι ο Τραμπ ως γνωστόν τιμωρεί όταν ο ίδιος δεν λαμβάνει «μέρος» σε κερδοφόρες συμφωνίες ή δεν καταφέρνουν να τις πραγματώσουν στ’ αλήθεια, δεν ακυρώνει ότι αποτελεί κορωνίδα αυτού του συστήματος βαθιά χειριστικής, εξουσιαστικής σημειωτικής. Η τάξη των υπεραρίστων, όπως φάνηκε και στην πολύ πρόσφατη δημοσίευση του Μασκ που θύμιζε αφίσα του Γ Ράιχ, με την λευκή αστική οικογένεια στο σαλόνι, κομμάτι ενός αποστειρωμένου απ’ τα ενοχλητικά προβλήματα των μαζών που περισσεύουν κόσμου, θυμίζει ότι η αποχή από την παραγωγική/χειρωνακτική εργασία είναι το απόλυτο σύμβολο κοινωνικής ισχύος, αυτό που ο Βέμπλεν ονόμαζε «Περίοπτη Σχόλη» (Conspicuous Leisure).

Η κοινωνιολογία και η πολιτική θεωρία μελετά συστηματικά τις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων μορφών ελίτ (πολιτικής, οικονομικής, πολιτισμικής) όπως αυτές εκδηλώθηκαν σε όλα ανεξαιρέτως τα καθεστώτα. Ο τρόπος που τα μελετά δεν είναι πάντα ανεξάρτητος από ιδεοληπτικές αγκυλώσεις, δηλαδή μυωπικές, βαθιά επιλεκτικές οπτικές. Οι περισσότερες όμως σήμερα σχετικές προσεγγίσεις συμφωνούν κάπου: Στη σύγχρονη πολιτική και διπλωματία, αυτό μεταφράζεται σε μια «κουλτούρα των VIP», όπου οι επίσημοι θεσμικοί ρόλοι εμπλέκονται με τον τρόπο ζωής του διεθνούς τζετ σετ και η Ώσμωση Πολιτικής και Οικονομικής Ελίτ συνιστά την λεγόμενη Corporatocracy που γρήγορα και σταθερά αντικαθιστά τις πολιτικές λειτουργίες και σιγά σιγά την εκπαίδευση, την κρίση, το συναίσθημα.

Από κοντά και ο εσμός των οπαδών, ιδιαίτερα των πατριδοκάπηλων λωτοφάγων που θεωρούσαν, έχω περιστατικό να μοιραστώ, πως η συνεύρεση με αυτούς τους κύκλους και τις «προσωπικότητες» στυλ Τραμπ και Γκιλφόιλ και Ελπιδοφόρου και κακού, κάκιστου συναπαντήματος (στο οποίο ομονοούν όλοι οι «ηγέτες» πασών των αποχρώσεων που προσδοκούν καρέκλα κι όλοι οι παρατρεχάμενοι που προσδοκούν ένα κομμάτι από παντεσπάνι και τι στον κόσμο) , αποτελεί κοινωνικό τους Κατόρθωμα. Κατόρθωμα σημαίνει καταξίωση. Είναι η στιγμή που οι λέξεις δεν ανατρέπονται από μια οργουελική γλώσσα, αυτοκτονούν για να μην τις πιάνουν στα χέρια ή στα χείλη τους άνθρωποι-φελλοί.

Από τις αντιφάσεις άλλωστε αυτού του χώρου είναι πως παρά την πατριωτική ρητορική εναντίον των «μεγάλων που ποτέ δεν μας βοήθησαν», ίσα ίσα, για το πεντάλεπτο της δημοσιότητας θα γλύψει ασύστολα τον δυνατό και τον πλούσιο ξένο, διότι το πρόβλημα τους είναι πως μισούν την φτώχια που χαλά τον όμορφο, συννεφένιο κόσμο που δικαιούνται και την κοινωνική συμμαχία που απαιτεί.

Είναι εδώ που ο συννεφένιος κόσμος συναντιέται μες την «συννεφένια γκόμενα» της Γώγου και αποκαλύπτεται πως είναι κοινωνικοοικονομική και πολιτική τάξη. Όποιος είδε εικόνες από το τελευταίο πάρτι της Γκιλφόιλ σε ελληνικό νησί κατανοεί σε ποιες αρσενικές και θηλυκές καρακαηδόνες (μόδιστρους τραγουδιστές, εναλλακτικούς όλο αυτό το «προοδευτικοσυντηρητικό» καρακιτσαριό δίχως ταξικό πρόσημο) αναφέρομαι.

Παρά τις κατηγόριες για την παρασιτική τάξη των φτωχών που απομύζησαν το κράτος πρόνοιας, είναι η αργόσχολη τάξη που παρασιτεί, ενώσω η οικονομική ελίτ αγοράζει πρόσβαση και επιρροή, ενώ η πολιτική ελίτ απολαμβάνει τα προνόμια του πλούτου και η μικροαστική τάξη των λούμπεν ονειρεύεται να πέσουν τα ψίχουλα από το τραπέζι κρυμμένη στο πάτωμα. Κοινωνιολογικά, αποτελεί μια προσπάθεια ανταλλαγής κοινωνικού και πολιτικού κεφαλαίου, αλλά σε κοινωνίες που έχει βιώσει παρατεταμένες οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις (δλδ σχεδόν παντού), η προκλητική έκθεση αυτού του είδους της ώσμωσης προκαλεί έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια.

Το είδος της δυσαρέσκειας που οδήγησε τον Τραμπ, παρά την γνωστή antiestablishment ρητορική των ακροδεξιών όπου γης, όχι απλώς σε ήττα, αλλά στον εφιάλτη να βλέπει εκπροσώπους με λάθος χρώμα από λάθος φυλή και τάξη, ξεπερνώντας κατά τόπους και τον βαθύ κορπορατισμό των δημοκρατικών, να κερδίζουν.

Η βιωμένη θεωρία του Βέμπλεν, και προφανώς όχι μόνο αυτού αλλά τιμάται -και- ως Αμερικανός λόγω εκλογικών αποτελεσμάτων, εξηγεί γιατί η αντίδραση του κόσμου δεν είναι ζήλια όπως θα ήθελαν να πιστεύουν, αλλά μια βαθιά αίσθηση ηθικής αποστροφής λόγω παραβίασης του «κοινωνικού συμβολαίου» και του «μέτρου» από όσους την ίδια ώρα το εμπορεύονται εναντίον των «ανατρεπτικών άκρων». Δηλαδή, είναι αξιοπρέπεια.