«Δεν θα καταλάβουμε ποτέ την πολιτική αν δεν συνειδητοποιήσουμε ποιο είναι το πραγματικό διακύβευμά της» .  Με αυτό το πρόθεμα του Scattschneider, από την δεκαετία του 1960, οι  Bickerton και  Accetti, το 2021, ξεκίνησαν την περίφημη μελέτη τους για την εποχή του τεχνολογικού λαϊκισμού.

Ads

Η έντονη κρίση της αντιπροσωπευτικής ‘μετα-δημοκρατίας’, η αποξένωση των πολιτών από κομματικούς σχηματισμούς που δικαίως τους και τις απογοήτευσαν, η δική τους (η δική μας) βολή σε σχέση με τις υποχρεώσεις συμμετοχής και ελέγχου που στηρίζουν ουσιαστικά τα δικαιώματα και όχι τα ‘δώρα’ και τους Δαναούς που τα φέρουν από πίσω, μια αποσαρθρωμένη κοινωνία και καννιβαλιστική οικονομία που τρέπει σε πρώτο στόχο την βιολογική και ψυχολογική επιβίωση, έπεσαν σαν το ‘πετρέλαιο’ πάνω στο νερό σε μια μπερδεμένη εποχή υπερτεχνολογικού καπιταλισμού, στην οποία η προσομοίωση της συμμετοχής και του εαυτού πετυχαίνεται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα.

Ads

Είναι ακριβώς η εποχή που οι ‘διαμεσολαβημένες’ ταυτότητες μας βασίζονται στο -σε σημαντικό βαθμό- ελεγχόμενο από τα ΜΜΕ μοντέλο κοινής γνώμης και εικόνας, επηρεάζοντας και την σύμπλευση και την επιφανειακή ‘εναντίωση εμβληματικά, παραδομένες την ίδια ώρα στο επιφανειακό και στο σημαίνων,  κι άρα την ίδια τη φύση και την ουσία της πολιτικής. Οι πολίτες αναζητούν και πάλι σωτήρες για την παλινόρθωση των  χειριστικών ‘προνομίων’ που δεν απευθύνονταν ποτέ στο κοινωνικό σύνολο αλλά στους κάθε φορά ‘αρεστούς’, προνομιών που μακροϊστορικά  τους έσκαβαν και τους σκάβουν τα πόδια, όπως και αναζητούν την αίσθηση μιας χαμένης αξιοπρέπειας, το ‘να σε υπολογίζουν’, εκεί ακριβώς που απουσιάζουν. Στην «politainment», όπως την αναφέρει η αναπληρώτρια καθηγήτρια πολιτικής επικοινωνίας Αναστασία Βενέτη, τη συγχώνευση της πολιτικής που την μπερδεύουμε με μια περιστασιακή ψηφοδοσία που αποσύρει την ευθύνη, και με την προσομοίωση της συμμετοχής ή αλλιώς της  διασκέδασης που την ταυτίζουμε με την ψυχαγωγία.

Ads

Η περσόνα, η εκστρατεία και η επιτυχία του Κασσελάκη είναι απόλυτα ενδεικτική αυτού του νέου φαινομένου. Η εκστρατεία του ξεκίνησε με ένα βίντεο τεσσάρων λεπτών και 21 δευτερολέπτων που δημοσιεύτηκε στους λογαριασμούς του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 29 Αυγούστου του 2023 και ήρθε στις σελίδες όλων μας. Κοιτώντας κατευθείαν την κάμερα, βασική συμβουλή των συμβούλων,  “είπε την ιστορία του ως αυτοδημιούργητου επιχειρηματία, που ήταν πρόθυμος να επιστρέψει από το εξωτερικό για να χτίσει μια νέα ελληνική αριστερά”, όπως έχει επισημάνει η Emilija Tudzarovska στο άρθρο της η τεχνολαϊκιστική παγίδα. «Ο Κασσελάκης δεν μίλησε πολύ για πολιτικές, αλλά το μήνυμά του είχε απήχηση σε ένα κοινό κουρασμένο από τις πολιτικές οικογένειες την άρχουσα ελίτ» και τις κομματικές γραφειοκρατίες.

Ads

Σαν λαϊκή ελληνική ταινία

Όμοια με τις λαϊκές ταινίες του 60 όπου το καλό παιδί πλουτίζει ενάντια σε καρεκλοκένταυρους και μπούληδες με την διττή έννοια ‘ενάντια σε όλα’ από μία ‘Θεία’ ανατροπή της μοίρας, εξατομικεύοντας το όνειρο σε εποχές συλλογικού αναβρασμού,   «ο Κασσελάκης προσωποποίησε το ελληνικό όνειρο του επιτυχημένου και ορκίστηκε να το φέρει στο λαό» (ό.π.). Όπως όλοι οι άγνωστοι που αναδύονται μέσα από τις μαζικές πλατφόρμες, όλοι/ες οι τεχνολαϊκιστές δημιούργησε μια αίσθηση οικειότητας από το πουθενά στους απηυδισμένους, την οποία στήριξαν ‘μπαρουτοκαπνισμένα» (λολ) στελέχη ενός διαβρωμένου -και λόγω γρήγορης αναρρίχησης- χώρου, που τώρα ισχυρίζονται πως η κρίση τους είναι άξια εμπιστοσύνης, και ευαγγελίζονται την ανατροπή του. Αλλά και αντικατέστηκε την πολιτική ανάλυση και πρόταση, την δημόσια διαβούλευση, σύγκλιση και σύγκρουση, με το παλιό, μα νέο σε συσκευασία, εφεύρημα ‘της άμεσης απεύθυνσης στον λαό’ που καταλαβαίνουν αποκλειστικά οι ίδιοι από τους εξωραϊσμένους τους (ναι, όσο αν και με άλλο τρόπο των κομματικών επετηρίδων) πύργους. 

Όπως αναφέρεται «στο βιογραφικό του που προέβαλλε υπερήφανα τόνιζε ως  διαπιστευτήριά του νίκες σε μαθητικούς διαγωνισμούς, τα πτυχία του από το σχολείο Wharton και το Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια (από το πανεπιστήμιο του Ντόναλντ Τραμπ και του Έλον Μασκ, απροπό) και τα άπταιστα αγγλικά του». Είχε βέβαια φροντίσει να καθαρίσει προσεκτικά την προηγούμενη αρθρογραφία του σε εφημερίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου όπως αποκαλύφθηκε, αλλά παραβλέφθηκε από τους απελπισμένους ή τους ιδιοτελείς, συνέκρινε τον Τσίπρα κι άρα τους ψηφοφόρους του όχι με ένα δίκαια ή άδικα ελπιδοφόρο κοινωνικό σώμα, όπως τους αποκαλούσε μετά, αλλά με τον Τραμπ.

Σε μια παγκόσμια τάξη που προτιμά να «εκπαιδεύει» κυρίως με τα σημαίνοντα και επιφανειακά, που συγκροτεί ιντερνετικές φυλές πρώτα και κύρια, παίζοντας με άλλον τρόπο με το συναίσθημα, οι ηγέτες αυτού του είδους έχουν μεγάλη διαπίδυση και η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική περίπτωση. «Χρησιμοποίησε με μαεστρία το virality και τη μεμετική κουλτούρα μέσα από το TikTok, το Instagram και το X (πρώην twitter) για να δημιουργήσει ένα απροσδόκητο ρεύμα και να ανέβει στην κεντρική σκηνή της ελληνικής πολιτικής». Αυτές οι ‘αδιαμεσολάβητες’ τάχα μου, και βαριά ελεγχόμενες από συμβούλους, μορφές επικοινωνίας αποφεύγουν τον «έλεγχο» της αφήγησης από ένα δραστήριο κοινωνικό σώμα που θα έχει διεκδικήσει και επιτύχει να μορφώσει την πολιτική του βούληση, ώστε να επιδρά στην ίδια του την ζωή και στο μέλλον των παιδιών του, αποφεύγοντας την σωτηρολογία.

Εκεί δεν υπάρχουν ερωτήσεις, ούτε αντίλογος, ούτε αντίπαλος, μόνο ένας απροσδιόριστος κακός λύκος του παραμυθιού, περιγραφόμενος με χαρακτηριστικό απολίτικο μα πιασάρικο συναισθηματισμό ή με τα ίδια βαρετά τσιτάτα μιας γλώσσας ξύλινης που ταχα ξεπερνά ενώ την πουλά σε μορφή νέα στους πάντα έτοιμους καταναλωτές,  από τον οποίον θα μας σώσει ο καλός πρίγκηπας της αιώνιας ιστορίας. Η δυσανεξία Κασσελάκη όποτε εκτέθηκε σε ερωτήσεις ελέγχου, το άλλο πρόσωπο που αναδυόταν από πίσω, έδειξε πως ήταν όχι μόνο βαθιά χειριστικός και αυταρχικός πίσω από το γοητευτικό του χαμόγελο και την ‘άλλη’ στάση ζωής του, αλλά και βαθιά ερωτευμένος με το ίδιο παραμύθι, λέγοντας ψέματα όχι μόνο στους άλλους μα και στον εαυτό του.

Τεχνολαϊκισμός και politainment

Αλλά αυτό το ρεύμα του technopopulism, ενός παλιού κι όμως με νέα γκάζια, νέες δυνατότητες διείσδυσης φαινομένου στην εποχή της μαζικής politainmaint όπου τελικά ναι, όσο ποτέ πριν «διασκεδάζουμε έως θανάτου» (N. Postmant), δημιουργεί, όπως πολιτικοί φιλόσοφοι και αναλυτές λένε ένα νέο κι ανησυχητικό (αν και με ανοιχτές δυνατότητες εάν δημιουργηθεί ένα άλλο κοινωνικό σώμα)  φαινόμενο στην ευρωπαϊκή πολιτική. Το να χρησιμοποιείς την υπερτεχνολογία δεν είναι κακό. Οι δυνατότητες της είναι τεράστιες και ως το δίκοπο μαχαίρι των καιρών, θα κόβει το σκοινί είτε για να σε απελευθερώσει, είτε για να σε ρίξει με ελεύθερη πτώση στον γκρεμό.

Το πώς την χρησιμοποιείς όμως είναι κεντρικό σε αυτήν την ατζέντα. Η υποψηφιότητά των ηγετών αυτού του είδους, που παρακάμπτουν -χειροκροτούμενοι από ένα ανάλογο τους κοινό στο οποίο συνέβαλλαν με χίλιους τρόπους και οι ηγέτες του προηγούμενου μοντέλου- την δημόσια συζήτηση και τον δημόσιο έλεγχο, χρησιμοποιώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να προβάλλουν ρετουσαρισμένο τον εαυτό τους ως ατομικοί και συλλογικοί σωτήρες, δεν είναι μόνο ενδεικτικοί ενός ‘πολιτισμού’ ψηφιακής επιρροής που ακυρώνει την πολιτική διαπάλη.

Είναι και υπενθύμιση της λεγόμενης ‘κρίσης εκπροσώπησης’ της παραδοσιακής πολιτικής,  «αποτελέσματα πολύ μακροχρόνιων κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών μετασχηματισμών όπου οι κοινωνικές τάξεις και τα συλλογικά οργανωμένα συμφέροντα έχουν διαλυθεί υπέρ ενός νεοφιλελεύθερου» πολτού, ενός νέου  «δόγματος που επιφέρει απελπισία και την ανάγκη για σπασμωδικές λύσεις, όταν ο δημοκρατικός χαρακτήρας και οι λειτουργίες των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων είχαν γίνειήδη ανύπαρκτες.

«Αυτές οι συνθήκες δημιούργησαν ένα «κούφιο» πλαίσιο για την άσκηση «πολιτικής χωρίς πολιτική» απουσία ρυθμιζόμενων ενδιάμεσων φορέων με την ουσιαστική συμμετοχή μας, και ξεπεράσματος αριστερών και δεξιών προτάσεων, καθώς οι όροι χρησιμοποιούνται συντριπτικά πια ως τσιτάτα ή ως κύμβαλα για ένα έτοιμο κοινό. Έτσι οι τεχνολαϊκιστές ηγέτες απευθυνόμενοι στον «λαό» γενικά ως παλιάς κοπής ‘αδιαμεσολάβητοι’ τοπάρχες που προσέφεραν δοξαζόμενοι ατομικές λύσεις, γεμίζουν με προσομοίωση εγγύτητας και σεβασμού και συμμετοχής το «κενό». κι αποστερώντας μας, για μια ακόμη φορά στην ιστορία, την δυνατότητα να το γεμίσει ένα κοινωνικό σώμα που θα έχει απαιτήσει, ξεβολευόμενο, να εμπλουτίσει, να δοκιμάσει, να θωρακίσει την πολιτική του βούληση, παλινορθώνουν το ίδιο ακριβά πληρωμένο μοντέλο, αλλα με τρομερές, νέες δυνατότητες και δυναμικές. Γιατί, το αληθινό διακύβευμα, κάθε πολιτικού αγώνα παραμένει το ίδιο: Ποιος εκπροσωπεί στ’ αλήθεια ποιον όταν αντίπαλος μπορεί να έχει καταλήξει να είναι ακόμη και ο  ‘γλυκά παραδομένος’, ο  ‘εξημερωμένος’ , εαυτός μας.