Καμιά ανάλυση δεν είναι πλήρης αν δεν τοποθετεί ένα ‘φαινόμενο’ στο ευρύτερο πλαίσιο του κι αν δεν αναλύει και τον αντίπαλο.

Ads

Κι ενώ τα φώτα έπεσαν δικαίως στο ‘φαινόμενο Μαμντάνι’, που ενώ είχε 1,2% όταν ξεκινούσε την εκστρατεία κατενίκησε και τα 2 μεγάλα κόμματα του βαθέως κράτους της Αμερικής, ‘φαινόμενο’ στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι χιλιάδες εθελοντές κι εθελόντριες από τα κάτω και οι τομείς στους οποίους με οργάνωση και μεράκι έδρασαν, είναι ώρα να δούμε τον Κουόμο κι όσα συμβολίζει για το πολιτικό σύστημα όχι μόνο της χώρας του.

Ads

Τις τυχόν αναλογίες, με δεδομένες κάποιες διαφορές, θα τις αφήσουμε στην κρίση όσων θελήσουν να διαβάσουν το κείμενο. Αλλά και τα σχόλια που κυκλοφορούν στην Ελλάδα από πούρους πασών των χρωμάτων λένε περισσότερα για την πολιτική νοοτροπία όσων τα κάνουν παρά για τον στόχο τους.

Ads

Έτσι οι 2 όψεις αμετάκλητα αριστοκρατικών αντιλήψεων, (πώς τόλμησε να νικήσει τους αληθινά αρίστους εκ δεξιών, και του πεπλανημένου λαού εξ αριστερών: Όχι, δεν ξεκινά αντικαπιταλιστική επανάσταση ο Μαμντάνι, Δήμαρχος εκλέχτηκε εντός του καπιταλισμού, όπως κι ο πολύ αξιόλογος Πελετίδης.

Ads

Εκεί γιατί αυτό αξιολογείται θετικά; Μα γιατί έχει την κομματική σφραγίδα. «’Ίσως αυτό που είναι πιο αποκαλυπτικό για την αποδοχή του Cuomo από το Δημοκρατικό κόμμα δεν είναι μόνο η περιφρόνησή τους για αρχές ή πολιτικές, αλλά και η προθυμία τους να απαξιώσουν τα ταλέντα των άλλων» έγραψε η Moira Donegan στον Guardian, στοιχεία (και) από την οποία αντλήσαμε.

Κι αυτό δεν είναι ποτέ μονάχα ζήτημα διαδρομιστών και κομματικής γραφειοκρατίας, αλλά πρώτα και κύρια πολιτικών επιλογών. Ο Κουόμο, εκπρόσωπος της συστημικής αριστεράς της Αμερικής, των επονομαζόμενων ‘κορπορατιστών δημοκρατικών’ με άλλα λόγια, μέρος του πολιτικού προβλήματος και του κοινωνικού αδιεξόδου όσο και οι αντίπαλοι τους στους οποίους άνοιξαν τον δρόμο στις εκλογές του 2024, ευθύνεται για την καταρράκωση των κοινωνικών δομών και την διαχείριση της πανδημικής κρίσης σε τοπικοαυτοδιοικητικό επίπεδο με τρόπο που καταδίκασε χιλιάδες μη προνομιούχους κατοίκους της Μητρόπολης.

Η λεκτική αντιπαράθεσή του με τους Τραμπιστές έμενε πάντοτε σε εντυπωσιακά κι ενίοτε επιθετικά λογίδρια συναισθηματικής ποδοσφαιροποίησης αντιμετωπίζοντας τους κουρασμένους ψηφοφόρους ως μαντρί προς μάζεμα. Ο πολλά βαρύς Κουόμο σηματοδότησε την ολίσθηση του κόμματος στην αγριότητα και τη σκληρότητα ώστε να ανταποκριθεί στο φαινόμενο Τραμπ με ‘ίσους’ και όχι διαφορετικούς όρους.

Μέλη του Δημοκρατικού κατεστημένου και η ηγεσία του κόμματος φαίνεται να καταλήγουν στο πολιτικό μάρκετινγκ ‘αν δεν μπορείς να τον νικήσεις, μίμησέ τον’ αντί της πολιτικής.

Η αντιμετώπιση αυτή συνέβαλλε και στην συνολική δεξιά μετακίνηση του κόμματος τους, με την παρόρμηση να κινηθεί δεξιά, κυνηγώντας τις ψήφους των ανθρώπων ως μόδα κάτω από μια μοιρολατρική κι αόριστη αίσθηση του πολιτικού και του πολιτισμικού zeitgeist (της γενικής ψυχικής διάθεσης μιας κοινωνίας), κυνηγώντας τις νίκες των Ρεπουμπλικανών αντιγράφοντας τις ‘ρεαλιστικές’ θέσεις των Ρεπουμπλικανών, μετατοπίζοντας τη ρητορική τους ακόμη πιο δεξιά στην πολιτική για τα σύνορα, τα κρυπτονομίσματα, την εξωτερική πολιτική, τα δικαιώματα των τρανς και την DEI, στοχεύοντας λιγότερο στο να πείσουν και περισσότερο στο να μιμηθούν.

Έτσι φαίνονται σαν να μην προσφέρουν τόσο ένα διαφορετικό πολιτικό όραμα για τη χώρα όσο ένα διαφορετικό στυλιστικό στυλ διακυβέρνησης, έναν λεκτικά τουλάχιστον και πρακτικά σε ήσσονος σημασίας ζητήματα, πιο ανθρώπινο καπιταλισμό’: την ίδια ταξική μεροληψία, την ίδια λιτότητα, τον ίδιον πολιτισμικό ρεβανσισμό με τα canceling της εποχής τους, την ίδια ρηχή αποδοχή του άλλου με αταξικούς όρους που συνέβαλλε πχ στο pink και woke washing, την ίδια γεωπολιτική υποκρισία, και την ίδια ανισότητα, αλλά σε ένα ‘πιο ευγενικό πακέτο’.

Ο Μαμντάνι μίλησε συγκεκριμένα και δίχως συγκαλύψεις. Αναγνώρισε το πολύπλοκο όχι για να μην πάρει ουσιαστική θέση αλλά για να πάρει την καλύτερη θέση. Κατήγγειλε τους υπερπλούσιους που αφαιμάζουν την σύγχρονη Ρώμη, την γενοκτονία στην Γάζα, δήλωνε αντισιωνιστής ως το κόκκαλο και φιλοσημίτης ως το άλλο. Υπερασπίστηκε Εβραίες κυρίες σε λεωφορεία ως Μουσουλμάνος που προτεραιοποιεί την πολιτική ανάλυση και όχι την θρησκευτική βάση της εξουσίας και της κτηνωδίας.

Δεν έπαιξε με τον φόβο για να μαντρώσει αλλά με την αλληλεγγύη για να απελευθερώσει. Οι Εβραίοι της Νέας Υόρκης, η κοινότητα με τους πιο πολλούς εγγεγραμμένων ψηφοφόρους, και παρά την πρωτοφανή προπαγάνδα και πίεση του AIPAC τον ψήφισαν με την υποστήριξη γνωστλων Εβραίων στο πλευρό του που προτεραιοποίησαν την ταξική και γενικότερη δικαιοσλυνη, με την εμβληματική διαφορά του 30%.

Αλλά οι δημοκρατικοί θέλησαν απλώς ν’ αλλάξουν το περίβλημα. Έχοντας παραχωρήσει μεγάλο μέρος του πολιτιστικού και πολιτικού εδάφους στον Τραμπισμό, δλδ στην ποπουλίστικη ακροδεξιά, και έχοντας εγκαταλείψει πλήρως την προηγούμενη ρητορική και πρακτική από τα κάτω των κινημάτων που υποστήριζαν τους αγώνες κοινωνικής οικονομικής δικαιοσύνης ή σε σχέση ισότητα των φύλων και των φυλών, παίζουν πολιτικό πινγκ πονγκ με φράγμα στους ‘αντιπάλους’ άτομα που τους μιμούνται αλλά και τους επιτίθενται, κλίνοντας το μάτι σε έναν ματσισμό που μιμείται τη διαφθορά, την αγριότητα και την ασεβή περιφρόνηση για το κοινό, ακόμη και το κοινό που απελπισμένο ψήφισε Τραμπ.

Το Atlantic το ονόμασε «Αναζητώντας τον Δημοκρατικό Φανατικό». Αυτόν που γίνεται κομματόσκυλο αλά Αμέρικα, τρολίστες της ζωής και των κοινωνικών δικτύων με μια αυτοαναφορική φιλανθρωπια που θα γραψει ατάκες ανέξοδης αποδοχής των άλλων, στο βάθος υποτιμώντας τους. Την ίδια ώρα ο Μαμντάνι στην εκστρατεία του δεν προτεραιοποιούσε ζητήματα φύλου, αλλά απευθύνθηκε ταξικά έχοντας όμως μια στάση ζωής που του το επέτρεπε, και στους lgbtqi δουλεύοντας κι οι ίδιοι τις κοινότητες τους πέρα από τον ρηχό κοινοτισμό.

Αποτέλεσμα; 81% από ανθρώπους με άλλο σεξουαλικό προσανατολισμό αν και δεν έγιναν το 1ο σύνθημα στις εκλογές, ούτε όμως και αορατοποιήθηκαν στην εκστρατεία, ψήφισε Μαμντάνι.

Κι όμως: Από τον πρώην πρόεδρο Μπιλ Κλίντον, μέχρι τον επιθετικά φιλοϊσραηλινό βουλευτή της Νέας Υόρκης Ρίτσι Τόρες, και τους New York Times, την μιντιακή ναυαρχίδα, ο Κουόμο γνώρισε επαίνους ως ο άνθρωπος που θα έφερνε δουλειές στην πολιτεία, και ο Μαμντάνι, ένας μιλένιαλ, ένας νεαρός, δυσφήμιση πως θα έκλεινε τις επιχειρήσεις, και απαξίωση τοση ώστε να μην προφέρουν σωστά το όνομά του ώστε να τον ανοικειοποιήσουν και να μειώσουν την ορατότητα κι άρα την πρόσβαση του στο κοινό. Απέναντι σε αυτό ουσιαστικά ζητήθηκε από τον Μαμντάνι να σεβαστεί τις κεντρικές επιλογές και την κομματική επετηρίδα, να κερδίσει το πολιτικό μέλλον του χρωστώντας σε κομματικούς βαρόνους.


Ήταν φανερό το είδος του υποψηφίου που αναζητούσε η κομματική και κρατική πραγματικότητα. Ο Μαμντάνι βγήκε και απευθύνθηκε στους εργαζόμενους, έζησε μαζί τους, δεν πήγε κι έφυγε, συνεργάστηκε, άκουσε και ακούστηκε, δεν αρνήθηκε το σοκαριστικό ‘σοσιαλιστής’ στο πολιτικό προφίλ του. Διψήφια νούμερα διαφοράς υπερ του στο Brooklyn, στο Harlem και στο Queens.

Ο Κουόμο, γηραιός σε νοοτροπία, με πρόσωπο που έχει υπερκαταναλωθεί, πολύ πλούσιος, εκτός επαφής με την πραγματικότητα, καταδικασμένος παρά την υψηλότατη θέση του για σεξουαλικά εγκλήματα μετα από μια εξαιρετικά εμπεριστατωμένη έκθεση της γενικής εισαγγελέα της Νέας Υόρκης, Λετίσια Τζέιμς, από τα καλά του όντως διαχωρισμού των εξουσιών στις ΗΠΑ που τόσο βάλει ο Τραμπισμός, και μισητός από την αμερικανικη κινηματική αριστερά, έχοντας εγκαταλείψει την κυβερνητική θητεια με ένα μακρύ ιστορικό παρεμπόδισης θεμάτων προοδευτικής ατζέντας στη μεγαλύτερη μάλιστα ‘δημοκρατική΄ πόλη των ΗΠΑ την οποία και χασαν.

Έχει κι άλλο ιστορικό ο Κουόμο: Όταν μια πολιτειακή επιτροπή κατά της διαφθοράς άρχισε να εξετάζει τις συμφωνίες που έκαναν ο Cuomo και οι σύμμαχοί του, ο Cuomo διέταξε το κλείσιμο της επιτροπής.

Διότι ‘το πάθος για τα μετρητα είναι μεγαλυτερο από την ιδεολογική διαφορά’. Όπως αναφέρει και πάλι ο Guardian ‘αφού απέτυχε στον χειρισμό της πανδημίας, κάνοντας λάθος χειρισμούς που μπορεί να κόστισαν τη ζωή σε χιλιάδες κυρίως ηλικιωμένους’, αντί να αναλάβει την ευθύνη και να ζητήσει συγγνώμη από τους Νεοϋορκέζους των οποίων τόσα αγαπημένα τους πρόσωπα πέθαναν, αυτός και οι βοηθοί του προσπάθησαν να συγκαλύψουν τους θανάτους, και όταν ένα μέλος της πολιτειακής συνέλευσης, ο Ron Kim, μίλησε γι’ αυτό, ο Cuomo απείλησε τηλεφωνικά επανειλημμένα ότι τον «καταστρέψει», σύμφωνα με τον Kim.

Έκανε αυτό την θέση του χειρότερη στην κομματική επετηρίδα; Όχι. Και χρησιμοποιήθηκε όλο αυτό ώστε ο Τραμπ να αρπάξει την ευκαιρία ώστε να καταγγείλει για ακόμη μια φορά την διαφθορά των Δημοκρατικών; Όχι. Εξέγειρε τα ‘προοδευτικά’ τμήματα γυναικών και ηγετικές τους φυσιογνωμίες, συμπεριλαμβανομένης της πολιτειακής γερουσιαστή Τζέσικα Ράμος, της Αμερικανίδας γερουσιαστή Κίρστεν Γκίλιμπραντ κ.ά. που ζητούσαν πριν κάποια χρόνια την παραίτηση του; Όχι!

Συνασπίστηκαν μαζί, αλληλοϋποστηρίχθηκαν, θυμίζοντας Πρώσους και Γάλλους κατά της αστικής επανάστασης και των κομμουναρων μετά, ή Έλληνες και Γερμανούς ομοϊδεάτες κατά του έθνους τους επί κατοχής κι εναντίον του ΕΑΜ και τόσα άλλα παραδείγματα της ιστορίας που δείχνουν ότι το να μην αλλάξει η Διακυβέρνηση ή να μην βλαφτεί η καριέρα είναι σημαντικότερο από την «πατρίδα, την θρησκεία και την οικογένεια» (την πρόοδο, την ισότητα, την δικαιοσύνη’ ως συνθήματα) τα οποία πωλούν ως ευπώλητα προϊόντα για ίδιον όφελος.

Και για τα 2 συστημικά κόμματα, το ένα μάλιστα εναντίον μέλους του, αυτό το είδος εκφοβισμού και η κατάφωρη περιφρόνηση αρχών φαίνονταν ως αρετές εναντίον του Μαμντάνι. «Αυτή είναι λίγο-πολύ η συναίνεση του κατεστημένου: Όχι να αντιταχθεί στη διαφθορά και την δικτατορική πολιτική αυτή καθαυτή, αλλά να προσφέρει μια Δημοκρατική εκδοχή τους» επεσήμανε η Donegan.

«Κρυφίως πρόθυμοι, ακόμη και εμφανώς πρόθυμοι, να εγκαταλείψουν τις δηλωμένες αρχές τους όταν πιστεύουν ότι αυτές οι αρχές έχουν γίνει πολιτικά άβολες, γιατί να τους εμπιστεύονται οι Νεοϋορκέζοι ότι θα συμπεριφέρονται με ακεραιότητα και αξιοπιστία τον υπόλοιπο καιρό;»

Ο Μαμντάνι, εν τω μεταξύ, με δεδομένο το επικοινωνιακό του χάρισμα γιατί η προσωπικότητα παίζει ρόλο στην ιστορία, με έναν Πρόεδρο’ που απειλούσε να κόψει τις κρατικές επιχορηγήσεις λες και του ανήκουν εάν δεν ψηφιζόταν τοπικοαυτοδιοικητικά αυτός που ήθελε, λες και η ‘Γκοθαμ Σιτυ’ δεν συνεισφέρει συντριπτικά στον δημόσιο κορβανά με την φορολογία των κατοίκων της, κι έναν τεράστιο προπαγανδιστικό μηχανισμό, στηριγμένο από τις Super PACs (Σούπερ Επιτροπές Δράσης των δισεκατομμυριούχων) που υποστήριξαν τον Άντριου Κουόμο για Δήμαρχο της Νέας Υόρκης με πάνω από 40 εκατομμύρια δολάρια μαζεμένα, πρωτοφανή για τέτοιο επίπεδο εκλογών λεφτά, στις οποίες συμμετείχαν και μη (ο τρόμος για το αντιπαράδειγμα μιας Μητρόπολης που αν πετύχει μπορεί να γίνει σπίθα…) Νεοϋορκέζοι, ενεργοποίησε δίκτυα θεματικών εθελοντών που έδρασαν από τα κάτω με ευφάνταστο και δημιουργικό τρόπο, Workers United, Jews for Peace, Gays for Liberation, Silvie Riviera, Liberal Muslims Womens Front κλπ, όροι περιγραφικοί, δεν υποστήριξε πως προηγούνται ο ένα από τον άλλον, αλλά πώς πρεπει να συναντηθούν όλοι κι όλες μαζί εάν ήθελαν την πόλη που εκείνο το : ‘Give me your tired, your poor, your huddled masses yearning to breathe free” στο Άγαλμα της Ελευθερίας περιγράφει («Δώσε μου τους κουρασμένους, τους φτωχούς, τις στριμωγμένες μάζες σου που λαχταρούν να αναπνεύσουν ελεύθερα») ορίζοντας την ελευθέρια με όρους αποδοχής των αδυνάμων άλλων κι όχι με όρους χρηματιστηριακής ή όποιας άλλης ασυδοσίας, πίσω.

Οι κατηγορίες των διακομματικών υποστηρικτών του Κουόμο περί κομμουνιστή που θα καταστρέψει την Αμερική διαχύθηκαν συστημικά και συστηματικά. Και θα ήταν αστείες εάν δεν ήταν αποκαλυπτικές. Φτάσαμε σε τέτοια νεοφιλελε ακρότητα κι επίθεση στο κοινωνικοπολιτικό φαντασιακό ώστε να θεωρείται ριζοσπαστικό κάτι που θεωρούνταν κάποτε κομμάτι κάθε κοινωνικά φιλελεύθερης μεταρρύθμισης, που παίζοντας σκάκι πολύτιμο χτυπούσε και τον ναρκισσισμό των κάθε είδους φίλαυτα απόλυτων, από μισθούς ως υγεία, παιδεία άδειές κλπ. Κατηγορώντας τον ως κομουνιστή οι δήθεν δημοκράτες δεν φοβούνται τον ολοκληρωτισμό αφού τον κυοφορούν, φοβούνται την Δημοκρατία.