Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
Δεν ήμουν ευτυχισμένη Χάλαντ, εύθυμη ήμουν
Η Νόρα από το κουκλόσπιτο του Ίψεν.
Μπούτια, στήθος, χαμόγελο, εξώφυλλα κι εσώφυλλα.
Κι από κάτω η κυριαρχία.
Οι ανισότητες και οι αρεστοί ρόλοι της πατριαρχίας που κυριαρχούν στην κοινωνική δομή αντικατοπτρίζονται, εσωτερικεύονται και ενδυναμώνονται μέσα από πλήθος αναπαραστατικούς μηχανισμούς αλλά στερεώνονται στην πρωταρχική ‘τομή’, στον διχασμό του εμείς κι οι αδύναμοι (έμφυλοι, φυλετικοί, σεξουαλικοί, ιδεολογικοί, ταξικοί) άλλοι, που ξεκίνησε από την σπηλιά ακόμη, ντύθηκε θρησκευτικές αναγνώσεις και οικονομικά συστήματα, χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται αβέρτα από αυτά, προσπάθησε και προσπαθεί να ανατραπεί από ‘εναλλακτικές’ αναγνώσεις που κυοφορούσαν όμως τα χαρακτηριστικά του κόσμου που τις γέννησε, και αποτελεί ακόμη κανονιστικό παράδειγμα και ρυθμιστικό παράγοντα για τις ζωές όλων μας.
Αλλά στην περίπτωση του έμφυλου, ακριβώς γιατί αφορά το πιο βαθιά προσωπικό, κι ακριβώς γιατί αναπαράγεται βαθιά μέσα στο οικογενειακό ‘κουκούλι’ σπορά για όλα τ’ άλλα ως το χαμηλότερο σκαλί στην ‘σκάλα της ιεραρχίας, οι δυναμικές είναι τόσο μεγάλες που έχουν σημαδέψει όλα τ’ άλλα με τρόπους που ένας κόσμος που το υποτιμά επιλέγει να μην αναγνωρίζει.
Οι αναπαραστάσεις γύρω από αυτό, επαναλαμβάνοντας αρχετυπικές ιστορίες με νέους τρόπους και ‘φυσικοποιώντας’, δηλαδή παρουσιάζοντάς τες ως αιώνιες και
καθολικές, σύγχρονες νόρμες που διαμορφώνουν τους πολιτιστικούς πολέμους της εποχής μας, παράγουν χαρακτήρες και ιστορίες ως μεταφορές. Αυτά τα αρχέτυπα,
οδηγούν σε μια συλλογική αίσθηση ταύτισης (Jung, 1989), η οποία όσο κι αν εσωτερικεύεται σε γυναίκες και άνδρες δεν είναι καθόλου ουδέτερη.
Εάν οι γυναίκες από την αρχαιότητα συνδέονται γενικά σε θρησκευτικές, πολιτισμικές ή κοινωνικοπολιτικές αφηγήσεις με το ‘κακό’, όπως έχει υποστηρίξει η Mann (2006, 44), αυτό μπορεί να αποδοθεί εν μέρει στο ότι ταυτίζονται στις ηγεμονικές αφηγήσεις με δυνάμεις που απειλούν την ανεξάρτητη και αυτάρκη ταυτότητα, αυτή που συνέχει το «αυτόνομο και κυρίαρχο αρσενικό υποκείμενο», και ενάντια στο οποίο «κάθε αληθινός άνδρας» θα έπρεπε να επαναστατήσει.
Η Adriene Rich (1977) διερεύνησε και αποκάλυψε πώς η πατριαρχική κοσμοθεωρία επιβεβαιώνει και θεσμοθετεί τις ανδρικές ανάγκες για εξάρτηση και εκμάθηση των
γυναικών, πολύ κοντά στον ταξικό διαχωρισμό, εκμεταλλευόμενη και καταπιέζοντας τις γυναίκες, και πώς αυτή η κοινωνική διευθέτηση, που συχνά διαιωνίζεται από την «μητρική πληγή», περιορίζει το πλήρες ανθρώπινο δυναμικό το δικό τους -και της κοινωνίας- και τις αναγκάζει σε δευτερεύοντες ρόλους πολιτών, αντικειμενοποιώντας τες σύμφωνα με τις ανάγκες των κυρίαρχων άλλων.
Η Julia Kristeva, σε ένα μοτίβο που είδαμε συζητώντας για τα γουέστερν, υποστήριξε ότι, συνδέοντας την αίσθηση μιας ασφυκτικής οικιακής ζωής με έναν αρχετυπικό φόβο, που έχει τις ρίζες του στο ‘αποκείμενο’ (σε αυτό που εκβάλλεται) από τη μητέρα, «τον τοκετό και το αίμα που τον συνοδεύει», το «καθαρό και σωστό» ανδρικό σώμα (1982, 99-100) νιώθει ότι πρέπει να απελευθερωθεί (Kristeva, 2001, 99), την ίδια ώρα που επιθυμεί το γυναικείο κορμί.
Η πολυπλοκότητα και η επιμονή του μισογυνισμού με ενστικτώδεις και όμως πολιτισμικά επιβεβλημένες διχοτομίες επιθυμίας και μίσους (Holland, 2006) βασίζονται σε αυτά τα διαστρεβλωμένα συναισθήματα που τροφοδοτούν την ανδρική -όμοια με την εθνική ή την κομματική/ιδεολογική- ανασφάλεια.
Η άρνηση να δεις πόσο εκτεταμένος είναι ο μισογυνισμός στους ‘εναλλακτικούς’ χώρους σου, όπως και η άρνηση η εθνική ιστοριογραφία να μελετήσει το φαινόμενο των βιασμών και η κομματική να κάνει το ίδιο, αποτελούν εμμονικές υπενθυμίσεις σε όποιον/αν θέλει να ακούσει τον ψίθυρο από την άλλη πλευρά της σιωπής.
Η γυναίκα γη μπορεί να βάλλεται από τους ξένους αλλά όχι από τον φαλλό στον οποίον ανήκει, μια ύπαρξη ανύπαρκτη, ένα ‘αποκείμενο’ για τα σπαθιά που διασταυρώνονται, την ιδεολογία των οποίων πρέπει και να αναπαράγει στον χώρο που της δόθηκε ιστορικά, τον ιδιωτικό, για να την δυναμώνει στον δημόσιο.
Έτσι, βοηθούμενης και της ντροπής, η έρευνα για τους βιασμούς Εβραίων γυναικών από Εβραίους στο Άουσβιτς αποσιωπήθηκε και η ερευνήτρια κυνηγήθηκε, έτσι η συζήτηση για τους βιασμούς των Ρώσων στρατιωτών στις Γερμανίδες γυναίκες σταματά πάντα ως αφήγηση του εχθρού, έτσι οι σχέσεις του Μάο με χιλιάδες νεαρά κορίτσια δεν φωτίστηκαν ποτέ κι ας είχαν το χαρακτηριστικό της ανισότητας δυνάμεων που θα αναγνωρίζαμε σε έναν ceo πολυεθνικής πχ και φυσικά έτσι οι βιασμοί Ελλήνων στρατιωτών στα βάθη της Τουρκίας το 22, ή των χριστιανών στην Σερβία το 92 αποτελούν ένα καλά κρυμμένο μυστικό, όμοια με τις αφηγήσεις στις χώρες των αλλονών.
Αυτά τα κάνουν πάντα οι άλλοι, καθώς η χωρία του πολιτισμού ανήκει σε μας, κι ας αφορά αυτό ένα εμείς που με το παραμικρό ξύσιμο μετατρέπεται σε χιλιάδες κομμάτια ενός ήδη θρυμματισμένου καθρέφτη.
Το εσωτερικευμένο βλέμμα του ισχυρού, το ανδρικό βλέμμα σε αυτήν την περίπτωση, το ταξικό βλέμμα αλλού και πάει λέγοντας, είναι που δημιουργεί ως αντίρροπο
συμπεριφορές για να τις καταδικάσει ώστε να νομιμοποιηθεί ως ο ‘φυσικός’ ηθικός κοινωνικός πυλώνας.
Γυναίκες που θα λειτουργήσουν ηδονοβλεπτικά ως αρπαχτικά αφού μέρος της απελευθέρωσης κυοφορεί τα δεδομένα του κόσμου που γέννησε την ανάγκη της γιατί μόνο ως τρόπαια, -από την τηλεοπτική οθόνη ως την καφετερία δίπλα σου- θα υπάρχουν, μητέρες που ιδίως στο παρελθόν φύτευαν την ενοχή στο αρσενικό παιδί για τις δυνατότητες που οι ίδιες είχαν στερηθεί κι έπρεπε αυτό να τις πραγματοποιήσει, κόρες αόρατες που θα γινόταν τέτοιες μητέρες, άνδρες που μόνο ως brutal μπορούσαν να κερδίσουν τον σεβασμό των ανδρών και των γυναικών που δημιουργούσαν.
Και πάνω απ’ όλα, κάτω απ’ όλα, η επιβεβλημένη αυτοαπαξίωση των αδύναμων άλλων (είτε του παιδιού από το Αιγάλεω που ως ταβάνι έχει να γίνει υδραυλικός όπως είχε πει ο Μητσοτάκης, είτε της καθαρίστριας από τα δυτικά της Θεσσαλονίκης που δεν θα ‘χει μετρό όπως δήλωσε αριστερή του Πανοράματος, είτε…είτε…), να δρα ως αυτοπραγματοποιούμενη προφητεία και να φυτεύει την ‘αποστολή της θυσίας’ υπέρ των ισχυρών με το καμουτσίκι.
Το φαινόμενο της hybristofilia, της υβριστοφιλίας, της αγάπης προς την ύβρη, που χαρακτηρίζει τις killer groupies, τις γυναίκες που ερωτεύονται φυλακισμένους
εγκληματίες με την βεβαιότητα πως μπορούν να τους σώσουν από τον εαυτό τους μέσω της υποταγμένης αγάπης -τραλαλά-αποτελεί μια μόνο, αλλά από τις πιο
δυνατές εκφορές αυτής της γενικευμένης παθογένειας.
Αλλά μία άλλη, στηριγμένη ακριβώς σε αυτήν, είναι το groοming, η σταδιακή πονηρή κακοποίηση μέσω της εξουσίας, όχι μόνο της οικονομικοπολιτικής μα και της
διαπροσωπικής- ή της ‘γητειάς’, της γοητείας, που μετατρέπεται αργά και σταθερά σε αυτό-κακοποίηση.
Ως ψήφος αλλού, ως κάτι θα έκανα και μου αξίζει εδώ. Για τον κακοποιητή (και πολύ σπανιότερα την κακοποιήτρια που όμως υπάρχει), άτομο που τραβά στ’ άκρα την γενικευμένη κοινωνική παθογένεια κι ακριβώς γι’ αυτό έχει ανάγκη ν’ ακκίζεται ως προοδευτικός σε τομείς άλλους σε κάποιες περιπτώσεις, η ικανοποίηση θα συνδεθεί με την εικόνα του αντικειμένου που έδωσε την ικανοποίηση και θα αποτελέσει την αναπαράσταση του φαινομένου της ενόρμησης μέσα σε αυτόν τον κόσμο του ανδρικού βλέμματος. Όχι τυχαία, ο Lacan έλεγε:
«Η επιθυμία δεν είναι ούτε η όρεξη για ικανοποίηση, ούτε το αίτημα για αγάπη, αλλά η διαφορά που προκύπτει αν αφαιρέσουμε την πρώτη από την δεύτερη»
Για την κακοποιημένη ή τον κακοποιημένο (συνήθως από κακοποιητή, ενίοτε κι από κακοποιήτρια που αναπαράγει το πρότυπο της έμφυλης τάξης) μένει μόνο η ντροπή.
Λόγω των κοινωνικών ρόλων των φύλων και των κοινωνικοψυχολογικών επενδύσεων γύρω από αυτά μέσα από θρησκευτικές, κοινωνικές και πολιτιστικές αναγνώσεις, η παραδοχή της παραβίασης των γεννητικών οργάνων στις γυναίκες είναι αντίστοιχη με την παραδοχή της ανικανότητας στους άνδρες.
Ενίοτε αργείς πολύ (και εις βάρος άλλων, έχω ζήσει ιστορίες που γέννησαν την φράση έχουν πολύ σιωπή οι λέξεις μου και πολλές λέξεις η σιωπή μου’, ως εκεί) να το πεις αλλά η ενοχή δεν είναι στ’ αλήθεια δική σου, όσο κι αν φυτεύεται μέσα σου. Ενίοτε δεν το λες ποτέ.
Ίσως είναι δύσκολο, σε σχέση με το grooming που ξαφνικά τραβά την μάσκα του και φανερώνει την άμεση βία που κρύβει από πίσω, να φανταστεί κανείς πως ένας
άνθρωπος μπορεί να κάνει μια άνθρωπο σπερματοδοχείο στο κάτω μέρος και πτυελοδοχείο στο πάνω.
Γιατί αυτό είναι από τα πιο συντριπτικά κομμάτια της περιγραφής μιας πρόσφατης καταγγελίας της οποίας δεν έχει επιβεβαιωθεί 100% ο δράστης ακόμη (το κρατάμε αυτό), αλλά καλό είναι ‘ν’ αλλάζει ο φόβος μεριά’ με μια φωνή που βρυχάται έστω κι υπόκωφα ‘από την ΄άλλη μεριά της σιωπής’…Η ροχάλα
μου στο στόμα σου, το απόκριμα μου να σε γεμίζει.
Αυτό δεν το γεννά καμιά αρρωστημένη φαντασία, αυτό το γεννά η πραγματικότητα. Και τέτοιες πρακτικές συναντώνται βιβλιογραφικά στην αποικιοκρατία στην δουλεία στο Ολοκαύτωμα, κι αλλού, (στοίχημα και σήμερα ως μέθοδος βασανισμού στις Γάζες και στα Γκουαντάναμο του καιρού μας, στα φανερά της Δύσης στα κρυφά της Ανατολής) κυρίως με την επιβολή του καταπιόματος ούρων.

Ανθρωπολογικά αρχέτυπα που κρύφτηκαν στο κλουβί του πολιτισμού αλλά δεν εξαλείφθηκαν ποτέ.
Απέναντι μια υπεραπλούστευση που αντιμετωπίζει ως εκ προοιμίου αθώο τον ενταγμένο στην ομάδα παρά την ποικιλία κινήτρων και κριτηρίων της ένταξης σε κάθε
δεκαετία, κι ακόμη αντιμετωπίζει τον άνθρωπο κυρίως ως οντότητα πρώτιστα οικονομική ενώ η οικονομία, ποδηγετούμενη από ένα σύστημα που ταΐζει τον κακό
λύκο μέσα μας, δεν λέω, αποτελεί έκφραση μιας αβύσσου που δεν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε για λόγους που έχει αναδείξει όχι η κοινωνική μα η γνωστική ψυχολογία αυτήν την φορά, προσδοκία πλοήγησης στα πιο ασφαλή για μας νερά ενός άγνωστου, κουραστικού αλλιώς κόσμου.
Θα μπερδεύουμε, έτσι, και τόσο βολικά, την επιβεβλημένη αν διαφήμιση οδοντόκρεμας ευθυμία με την ευτυχία, την εύθυμη γυναίκα (ή τον εύθυμο γκέι, ή τον γελαστό ‘’νέγρο’’ του αμερικάνικου κινηματογράφου των αρχών του 20ου) με την «ευτυχισμένη», την ικανοποιημένη.
Και θραύσμα (γιατί αυτό προσδοκάς) ευτυχίας δίχως την βαθύτερη αυτοπραγμάτωση δεν μπορεί να υπάρχει. – Έχω άλλες εξίσου ιερές υποχρεώσεις απαντά η Νόρα στο Κουκλόσποτο όταν ο Χέλμερ την εγκαλεί γιατί δεν εκπληρώνει τον ρόλο της ερατεινής κούκλας. Τίποτα δεν έχεις. Για ποιες υποχρεώσεις μου μιλάς τώρα; Της απαντά.
Κι η Νόρα, η Νόρα που αποκτά φωνή πάνω στην σκηνή ευκολότερα από όσο μέσα στην κοινωνία, στέκεται στα πόδια της και τολμά μια απάντηση που κάνει την κοινωνία ξένη και το σπίτι δικό της, εσωτερικό, όπως όλοι κι όλες που αποπειρώνται την ελευθερία από τα ‘αρεστά’ κριτήρια μικρών και μεγάλων ομάδων.
Άλλωστε τότε μόνο μπορείς να το μοιραστείς: «Πρέπει να ξεδιαλύνω ποιος έχει δίκιο, η κοινωνία ή εγώ.»
Αλλά αν δεν τα αντιμετωπίσουμε δεν θα ξεκουραστούμε στ’ αλήθεια ποτέ, ούτε θα βρούμε έναν ‘κοινό τόπο’, ένα κοινό σπίτι όπως αιώνες ματωμένων αγώνων
υποσχέθηκαν, και θα παραμένουμε ανέστιοι/ες πάντα.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


