Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
Κάποια ψέματα επιβιώνουν γιατί παρηγορούν. Άλλα επειδή ελέγχουν. Αυτό κάνει και τα δύο- και φαίνεται να κερδίζει. Alexis Coe
Καθώς έρχονται Χριστούγεννα πρέπει να κρατηθεί μια λεπτή, και γι’ αυτό σημαντική, ισορροπία. Να μην συμβάλλεις στην απόσυρση της παρηγόριας που η μορφή του Ιησού προσφέρει, αλλά να χρησιμοποιήσεις την αλήθεια, ή έστω τις ιστορικές και αρχαιολογικές πηγές για να αποφύγουμε αυτόν τον βαρύγδουπο και φορτισμένο όρο, στην υπηρεσία μιας απελευθέρωσης εναντίον του ελέγχου που δεν θα ακυρώνει αλλά θα βαθαίνει την ανθρωπιά, ή μάλλον την ανθρωπινότητα.
Για το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού έχουμε ελάχιστες πληροφορίες. Και κυκλοφορούν πολλοί μύθοι. Και οι δυο επιστήμες παραμένουν μάλλον περιθωριακές όσον αφορά όχι την σημαντικότητα αλλά την επίδραση τους σε σχέση με τη συνεχιζόμενη δύναμη της βιβλικής παράδοσης… Όμως όπως σωστά ο Neil Asher Silberman έχει επισημάνει ανακεφαλαιώνοντας τις καταγραφές «Ο σημαντικότερος ρόλος τους/…/στην εξερεύνηση της εμφάνισης του Χριστιανισμού είναι δίνουν το πλαίσιο – βοηθώντας μας να κατανοήσουμε τι συνέβαινε σε όλη την αρχαία Ιουδαία κατά τη διάρκεια της ζωής του Ιησού και των οπαδών του.»
Το πρώτο πρόβλημα ανακύπτει όχι από τις πηγές αλλά από την έλλειψη τους. Ενώ υπάρχουν συστηματικές καταγραφές των Ρωμαίων για τόσες μεγάλες και μικρές επαναστάσεις στη μονίμως σε αναταραχή Ιουδαία, οι μόνες καταγραφές για τον ιστορικό Ιησού μπορούν να βρεθούν στον Ρωμαίο ιστορικό Τάκιτο, που έζησε κι έγραψε χρόνια μετά από τις ημερομηνίες που έχουν συνδεθεί μαζί του.
Ομοίως, ο Εβραίος ιστορικός και στρατηγός Ιώσηπος σημειώνει επίσης την ύπαρξη των πρώτων Χριστιανών, αλλά ζει κι αυτός αρκετές δεκαετίες μετά τη ζωή του Ιησού και επομένως δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που οδήγησαν μια περιθωριακή αίρεση σε επικρατούσα θρησκεία σε ένα συγκεκριμένο μέρος του πλανήτη. Δεν αναφέρονται σε κάποιο από τα σημαντικά ‘’γεγονότα’’ που συντάραξαν υποτίθεται την περιοχή, αλλά στο κυνήγι κάποιων οπαδών μιας εβραϊκής αίρεσης που αποκαλούνταν ‘χριστιανοί’, κυνήγι το οποίο αφορούσε κατά περιόδους το σύνολο των Εβραίων και εξασκούνταν για λόγους και σε ένταση πολύ διαφορετική, όπως αργότερα θα δούμε, από όσο το κυρίαρχο αφήγημά έχει επιβάλλει ως ‘δεδομένο’.
Δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα που ανακύπτει. Οι πιστοί μπορεί να επιλέγουν να επικεντρώνονται στα ανθρώπινα βάσανα του Χριστού ή στη θεϊκή υπερβατικότητα που θα τους οδηγήσει στη σωτηρία, οι θεολόγοι μπορεί να αφήνονται να συζητήσουν ως ‘ειδικοί’ τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες της ανάστασής του και οι καλλιτέχνες να εξασκούνται επί αιώνες στην απεικόνισή του. Αλλά η ζωή του Ιησού είναι γεμάτη αντιφάσεις που την κάνουν πολύ εύθραυστη ως γεγονός.
Το πιο προβληματικό από όλα είναι ότι μια σειρά από αφηγήσεις που είναι πλέον γνωστές ως Ευαγγέλια, και μιλάμε για αυτά που έχουν επικρατήσει, αποδίδονται σε διάφορους μαθητές που (δεν) συνδέονται με αυτόν, και παρουσιάζουν πολύ διαφορετικές και μερικές φορές ασύμβατες παραμέτρους της ζωής και των διδασκαλιών του. Έτσι, από όλους όσους αγωνίζονται να τον τοποθετήσουν σε κάποιο ιστορικό πλαίσιο, οι ιστορικοί ίσως αντιμετωπίζουν την πιο τρομακτική πρόκληση, προσπαθώντας να καταλάβουν τι πραγματικά συνέβη.
Η γλώσσα της Καινής Διαθήκης περιπλέκει περαιτέρω την κατάσταση, καθώς είναι σχεδόν βέβαιο ότι τα ευαγγέλια και οι επιστολές και άλλα έργα που αποτελούν ‘τον κανόνα των είκοσι επτά βιβλίων’ είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μεταφράσεις αυτών που είπε στην πραγματικότητα ο Ιησούς.
Και ενώ είναι κατανοητό γιατί χρησιμοποιήθηκε η lingua franca της εποχής, δλδ η ελληνική, ώστε η νέα θρησκεία να προωθηθεί, η μετάφραση από τα Αραμαϊκά, τα οποία πιθανότατα ο Ιησούς μιλούσε ως την ‘κοινή διάλεκτο’ των τόπων που αργότερα χαρακτηρίστηκαν ιεροί’, ή έστω τα Εβραϊκά που ως νεαρός Εβραίος θα ήξερε, δημιούργησε θεμελιώδη προβλήματα και οδήγησε εκ των υστέρων σε προσθήκες. Προνομιακός κάτοχος της ελληνορωμαϊκής παράδοσης, ήταν ο Παύλος, άνθρωπος με πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, την εκδοχή του οποίου ως δημιουργού και διανεμητή πολιτιστικού περιεχομένου, ακολουθούμε.
Ως «ιστορία που θυμάται» τα τέσσερα ‘κανονικά’ ευαγγέλια, περιλαμβάνουν τις ‘’αναμνήσεις’’ τεσσάρων από τους αποστόλους του (Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς και Ιωάννης). Αλλά η προσεκτική ανάλυση των κειμένων από την οπτική γωνία ενός ιστορικού δείχνει πως ανταποκρίνονται σε ζητήματα και γεγονότα που σχετίζονται με τους Αγίους Τόπους δεκαετίες πριν ή μετά τον θάνατο του Ιησού.
Δεδομένων των διαφορετικών και μερικές φορές αντικρουόμενων αφηγήσεων για τη ζωή του, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ορισμένα από αυτά πρέπει να περιέχουν κάποιο βαθμό «επινοημένης ιστορίας». Και η ‘επινοημένη ιστορία’ δεν είναι μεταφυσική, δεν καταγράφει τις προθέσεις του προσώπου που χρησιμοποιεί αλλά δομών και πληθυσμιακών συσσωματώσεων τον καπέλωσαν γιατί εξυπηρετούσε. Δηλαδή καταγράφει και νομιμοποιεί κοινωνικές και πολιτιστικές δυναμικές, και μπορεί να ντύνει (ακόμη και) την αυτοκρατορική εξουσία με έναν ‘χιτώνα’…
Η ίδια η γέννηση του Ιησού δε συνέβη στο έτος που στη Δύση χαρακτηρίζεται ως ‘έτος ένα’. Οι ιστορικοί τοποθετούν τη γέννηση του μερικά χρόνια πριν, γύρω στο 4-7 π.Χ., συνυπολογίζοντας τον θάνατο του Ηρώδη του Μεγάλου (περίπου 4 π.Χ.). Κατά ειρωνικό τρόπο, ο Ιησούς πιθανότατα γεννήθηκε αρκετά χρόνια «πριν από τον Χριστό», επιπλέον, η ιστορία της γέννησής του όπως αναφέρεται στα ευαγγέλια είναι εξαιρετικά προβληματική.
Καταρχάς ο Ηρώδης πέθανε το 4 π.Χ., πράγμα που σημαίνει ότι η διαβόητη Σφαγή των Νηπίων (για την οποία δεν υπάρχει ιστορική απόδειξη) δεν μπορεί να επηρέασε το βρέφος Ιησού αν είχε γεννηθεί το 1 μ.Χ. Έπειτα όχι μόνο δεν αναφέρεται σε καμιά πηγή της εποχής απογραφή, αλλά οι Ρωμαίοι της εποχής δεν θα είχαν διατάξει απογραφή στις πατρογονικές εστίες ώστε να μπορούν να φορολογήσουν «όλο τον κόσμο», όπως ισχυρίζεται το Ευαγγέλιο του Λουκά και του Ματθαίου, επειδή με τους πόρους που είχαν εκείνη την εποχή θα ήταν εντελώς ανέφικτο και γιατί το habitus που τηρήθηκε πάντα ήταν η απογραφή στον τόπο διαμονής αφού οι δύσκολες μετακινήσεις και η αχανής ενδοχώρα όπου μπορούσες να κρυφτείς θα περιέπλεκαν τα πράγματα.
Δεν αποπειράθηκε ποτέ πριν δεν έγινε ποτέ μετά. Στην πραγματικότητα, ως χωρίο που προστέθηκε πολύ αργότερα αποτελεί προσαρμογή σε μία προφητεία (στο βιβλίο του Μίκα) σχετικά με τη γένεση του Μεσσία στην μικρή Βηθλεέμ.
Ούτε τα ιστορικά αρχεία υποστηρίζουν ότι, από φόβο για την οργή του Ηρώδη και την επακόλουθη διακήρυξη να σκοτώσει όλα τα αρσενικά βρέφη στο βασίλειό του, η οικογένεια του Ιησού έφυγε από την Ιουδαία στην Αίγυπτο, μια ιστορία που αναφέρεται στο δεύτερο κεφάλαιο του Ματθαίου.
Γι’ αυτό και άλλωστε ο Παύλος ο πρώτος συστηματικά αναγνωρισμένος χριστιανός συγγραφέας, δεν αναφέρει πουθενά την Βηθλεέμ και κάτι τόσο σημαντικό όσο την σφαγή του Ηρώδη, όπως βέβαια δεν διανοείται να γράψει κάτι για σύλληψη από τον κρίνο, γεγονός αργότερα θεμελιακό σε σχέση με τους ανταγωνιζόμενους χριστιανισμούς και την εκδοχή που επικράτησε, που εφόσον οι γραφές ήταν από θεία επιφοίτηση δεν θα είχε παραληφθεί.
Συνολικά, η ζωή του Ιησού, ειδικά τα πρώτα του χρόνια, είναι μια αφήγηση τόσο γεμάτη ελλείψεις και τόσο εύθραυστη σε δεδομένα που είναι εξαιρετικά δύσκολο να στοιχειοθετηθεί κάτι συνεκτικό και συγκεκριμένο. Χαρακτηριστικές είναι οι εντελώς διαφορετικές γενεαλογίες που προσφέρουν τα Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά, από τον Σόλομώντα η μία από τον Νάθαν η άλλη, πάντως με μεγάλη προσπάθεια να συνδεθεί με τη γενιά του Δαυίδ εκ των υστέρων.
Η ερώτηση βέβαια αφού η Μαρία ήταν απλώς το ιερό σκεύος που κυοφόρησε την θεία χάρη και ούτε αυτή ούτε ο άνδρας της προσέφεραν βιολογικό υλικό τότε γιατί μπήκαν σε τόσο κόπο να συνδεθεί το παιδί με γενεαλογίες ανθρώπων, παρότι η μόνη λογική, δεν τέθηκε κάτω από μια αυξανόμενη τρομοκρατία και δεν μπορεί να απαντηθεί αν δεν πάρουμε υπόψη την διαμάχη σχετικά με την φύση της Αγίας Τριάδας πολύ αργότερα. Και η διαμάχη αυτή είχε όπως θα δούμε μια απόλυτα υλική βάση δίπλα σε μια σημειολογική που και οι δυο εδραίωναν την κάστα ανθρώπων, επισκόπων κλπ που θα αναλάμβανε την ηγεσία του πλανήτη τους επόμενους αιώνες.
Το συγκεκριμένο όμως το προσφέρει η γλωσσολογία. Πχ η λέξη almah στην προφητεία του Ησαΐα σημαίνει νεαρή κοπέλα, ορίζει την ηλικία, όχι την παρθενικότητα.
Και μεταφράσεις που εξυπηρετούσαν ανεγειρόμενες δομές και αρεστούς τρόπους συνείδησης και συμπεριφοράς. Και ενώ είναι κατανοητό γιατί χρησιμοποιήθηκε η lingua franca της εποχής, δλδ η ελληνική, ώστε η νέα θρησκεία να προωθηθεί, η μετάφραση από τα Αραμαϊκά, τα οποία πιθανότατα ο Ιησούς μιλούσε ως την ‘κοινή διάλεκτο’ των τόπων που αργότερα χαρακτηρίστηκαν ιεροί’, ή έστω τα Εβραϊκά που ως νεαρός Εβραίος θα ήξερε, δημιούργησε θεμελιώδη προβλήματα και οδήγησε εκ των υστέρων σε προσθήκες.
Προνομιακός κάτοχος της ελληνορωμαϊκής παράδοσης, ήταν ο Παύλος, άνθρωπος με πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (και θετικά και αρνητικά), την εκδοχή του οποίου ως δημιουργού και διανεμητή πολιτιστικού περιεχομένου, ακολουθούμε.
Έπειτα, κανένας από τους ονομαζόμενους αποστόλους δεν υπήρξε στ’ αλήθεια σύγχρονος του Ιησού, με εξαίρεση τον Παύλο (που πηγές προσδιορίζουν ως πιθανά έτη γέννησης τα χρόνια μεταξύ του 5 και 15 μ Χ.) που βέβαια δεν τον γνώρισε ποτέ όπως ομολογεί και ο ίδιος.
Αυτό σημαίνει ότι η ιστορική μελέτη του Χριστιανισμού δεν ξεκινά με τον Χριστό αλλά με τον σημαντικότερο πρώιμο ακόλουθό του, τον Σαούλ από την Ταρσό ή απόστολο Παύλο τον αποκαλούμενο και «δεύτερο τη τάξει ιδρυτή της χριστιανικής εκκλησίας». Έναν Εβραίο με ρωμαϊκή υπηκοότητα που αρχικά καταπίεζε τους Χριστιανούς μέχρι που, κατά την περιγραφή του, βίωσε ένα έντονο όραμα, το ‘τι με διώκεις’, (παρόλο που οι αντιφατικές του περιγραφές στις πράξεις εγείρουν ερωτηματικά για την αξιοπιστία του) και μεταστράφηκε.
Απευθυνόμενες σε εκκολαπτόμενες κοινότητες χριστιανών σε όλο τον ρωμαϊκό κόσμο, οι επιστολές του Παύλου είναι, απ’ όσο γνωρίζουμε, τα πρώτα χριστιανικά έγγραφα που υπάρχουν, προηγούμενα κατά μια δεκαετία ή και περισσότερο των ίδιων των ευαγγελίων, τουλάχιστον με τη μορφή που τα έχουμε. Αν και δεν είχε συναντήσει ποτέ τον Ιησού αυτοπροσώπως, τουλάχιστον όχι με τη συμβατική έννοια, ο Παύλος ήταν φορέας της ελληνορωμαϊκής παιδείας και σε μοναδική θέση να γεφυρώσει τον εβραϊκό και τον ρωμαϊκό κόσμο, ανοίγοντας τη νέα θρησκεία σε ένα πολύ ευρύτερο κοινό.
Στα γραπτά του βρίσκονται για πρώτη φορά οι τελετουργίες που καθιερώθηκαν όταν η Εκκλησία έγινε Κυβέρνηση, και ως οραματιστής, οργανωτής και εμπνευστής, έδωσε στη θρησκεία που υιοθέτησε μια συγκεκριμένη μορφή, διαμορφώνοντας μία εμπνευσμένη διδασκαλία σε ένα λειτουργικό σύστημα πεποιθήσεων.
Απευθυνόμενος προς τον ευρύτερο παγανιστικό κόσμο, ο Παύλος έθεσε το ‘μέτρο’ για την ενσωμάτωση πτυχών του ρωμαϊκού, του ελληνικού και του ελληνιστικού (βλ.πρώιμη παγκοσμιοποίηση) πολιτισμού στην τότε αίρεση, αφού «χριστιανοποίησε» αρκετές πτυχές αυτής της σπουδαίας παράδοσης. Από το ελληνικό φιλοσοφικό σύστημα που ονομάζεται Στωικισμός, αν και είναι ιδέες που υπάρχουν και στην Καμπάλα, υιοθέτησε έννοιες όπως ότι όλοι οι άνθρωποι (δλδ τότε οι άνδρες) είναι θεμελιωδώς ίσοι, ότι η δουλεία είναι βδέλυγμα και ότι ο πόλεμος κάνει λιγότερο καλό στον κόσμο από την ειρήνη.
Επίσης η ελληνική λογοτεχνία, όπως φαίνεται σε αποσπάσματα του Επιμενίδη, του Μένανδρου του Καλλίμαχου κ.ά. που στις επιστολές του παραθέτει, υπήρξε μέρος του πολιτιστικού οπλοστασίου του, όπως είναι ορατό στην υψηλής ποιότητας λυρική έκφραση που παράγει κατά καιρούς, με κορυφαίο παράδειγμα τον ύμνο στην Αγάπη.
Αυτό όμως που ανέδειξε τον Παύλο ως θεμελιωτή, ως την ‘πέτρα’, ήταν ο μαρτυρικός του θάνατος στη Ρώμη. Ποιος δέχεται να πεθάνει έτσι, εάν δεν πιστεύει πολύ; Και ποιος πιστεύει πολύ εάν δεν έχει δει κάτι; Βέβαια είμαστε πια αρκετά σοφοί και σοφές για να ψυχανεμιζόμαστε τουλάχιστον τις ψυχικές και κοινωνικές δυνάμεις που μας δένουν έως θανάτου με τα δημιουργήματά μας, αλλά κι ο ίδιος ο θάνατος του στην Ρωμαϊκή Αρένα συνέβη;
Ενώ δεν υπάρχει καμία αναφορά από ιστορικό της εποχής σε αυτό το γεγονός, (και μετα τις 3 γύρες ανά τον γνωστό κόσμο ήταν σημαντικός) αποτελεί μέρος μιας παράδοσης που καταγράφεται αρκετές δεκαετίες μετά την εξαφάνιση (τον θάνατό του;) ενώ η νεότερη αναφορά καταγράφεται σε μια επιστολή του Επισκόπου (κρατήστε το γιατί συνέβαλλε στον Παπισμό) της Εκκλησίας της Ρώμης προς την Εκκλησία της Κορίνθου στα τέλη του 1ου αιώνα.
Βέβαια, οι πιστοί και οι θεολόγοι είναι οι μόνοι που έχουν την ελευθερία να ασχολούνται με μυστήρια ή θαύματα και μπορούν επίσης να βρουν εύκολες και έτοιμες λύσεις σε όλες αυτές τις ερωτήσεις —εύκολες ή δύσκολες, αλλά λύσεις παρόλα αυτά— επικαλούμενοι πηγές που οι ιστορικοί δεν βρίσκουν, αναφέροντας ο ένας τον άλλον ως πηγή γεγονός που εξαιρεί τη ζωή του ίδιου του Χριστού από τον άμεσο έλεγχο της ιστορικής έρευνας. Και ίσως, τελικά, όπως έχει γραφτεί και το κλέβουμε, αυτό δεν είναι κακό για τους ιστορικούς και τους αρχαιολόγους. Είναι πάντα καλό να μην προσελκύουν την προσοχή κανενός από την (μεταβαλλόμενη, απείρως ελαφρότερη κι όμως διαρκώς παρούσα) Ιερά Εξέταση. To be continued
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


