Ήταν αρχές του 2010, όταν κάποιος Meir Ettinger ένας αδύνατος, ατίθασος 33χρονος με ατημέλητη γενειάδα που θα μπορούσες να τον θεωρήσεις και χίπι μιας άλλης εποχής, συνέγραψε και κυκλοφόρησε μαζί με άλλα μέλη του κινήματος ‘’νέοι της κορυφής του λόφου’’ ένα πολιτικό φυλλάδιο με τίτλο «Η Εξέγερση».

Ads

Σε αυτήν, κάλεσε τους ‘μαχητές των εποίκων’ να πυροδοτήσουν μια κοσμοϊστορική, βίαιη πυρκαγιά μεταξύ Εβραίων και Αράβων, με στόχο την κατάρρευση του ισραηλινού κράτους, την αντικατάστασή του με ένα βασίλειο της Χαλακίας, την κατασκευή του Τρίτου Ναού στην Ιερουσαλήμ και την εκδίωξη ή τη δολοφονία οποιουδήποτε μη Εβραίου έχει απομείνει στη Γη του Ισραήλ.

Ads

Προφήτευε ή προετοίμαζε, σε συνεργασία με φρενοβλαβείς της άλλης μεριάς, την 7η Οκτώβρη; Αν και κατέληξε σε αυτές τις δάντικες φαντασιώσεις μόνος του, κατά κάποιο τρόπο ακολουθούσε και την οικογενειακή παράδοση: Ο Ettinger τυχαίνει να είναι επίσης ένα από τα 37 εγγόνια του Meir Kahane.

Ads
Meir Ettinger. EPA/NIR KAFRI

Ποιος ήταν ο Meir Kahane και γιατί η ιστορία του αφορά κάθε έθνος που αυτοβαυκαλίζεται πως «δεν θα του συμβεί ποτέ»;

Ads

Ο Meir Kahane γεννήθηκε στην Αμερική. Ως νέος μετέτρεψε τα αντιφατικά ρεύματα, τις ανησυχίες και τις εμμονές της μεταπολεμικής αμερικανοεβραϊκής ζωής, εκεί που θα συναντήσεις το καλύτερο και το χειρότερο που μπορεί να δημιουργήσει άνθρωπος, σε έναν τοξικό, ακροδεξιό, θρησκευτικό πολτό. Ο πατέρας του, ο Charles, ήταν ραβίνος από μια μακρά σειρά Χασιδικών υπερ-συντηρητικών ραβίνων.

Ο Τσαρλς ήταν επίσης πολιτικός άνθρωπος. Τη μακρινή δεκαετία του 1930 έκανε εράνους για την Irgun, την παράνομη σιωνιστική παραστρατιωτική οργάνωση, και βοήθησε την ομάδα να αποκτήσει όπλα για τις τρομοκρατικές της δραστηριότητες στην υπό βρετανική εντολή Παλαιστίνη. Ο Meir μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου οι δεξιοί σιωνιστές ηγέτες, όπως ο Vladimir Jabotinsky και Peter Bergson, ήταν συχνοί καλεσμένοι στο τραπέζι του Σαββάτου, στη γειτονιά Flatbush του Μπρούκλιν. Οι πρώτοι τους αντίπαλοι ήταν η οργάνωση των τότε Εργατικών Σιωνιστών του David Ben-Gurion, οργανωμένοι σε σοσιαλιστικά σωματεία, και σύμφωνα με τα αρχεία εμπνέονταν από τους φασίστες του Μουσολίνι στην Ιταλία και το κίνημα Sanacja του Piłsudski στην Πολωνία, τόπο καταγωγής των Kahane.

Η ένταξη του νεαρού Meir στο συνδεδεμένο με τον Jabotinsky νεανικό κίνημα Betar ήταν μονόδρομος, και η λατρεία της βίας θα παρέμενε βασικό μέρος της κοσμοθεωρίας του σε όλη του τη ζωή. Αφού απέτυχε να εκλεγεί στην ηγεσία εγκατέλειψε το δογματικά κοσμικό Betar για το Bnei Akiva, το ακροδεξιό ορθόδοξο θρησκευτικό σιωνιστικό νεανικό κίνημα, και εγγράφηκε στο Mir Yeshiva, τον εμβληματικό θεσμό της «λιθουανικής» υπερορθοδοξίας – ένα ακόμη ριζοσπαστικότερο περιβάλλον από το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε – και χειροτονήθηκε ραβίνος ‘ξεπερνώντας τον πατέρα του’.

Ως ένα ιδιόμορφο προϊόν του 20ού αιώνα, όπως έχει γραφτεί, ο Kahane κατάφερε να ενσαρκώσει στο πρόσωπό του τις κύριες ιδεολογικές τάσεις – τον αναθεωρητικό υπερεθνικισμό, τον θρησκευτικό σιωνιστικό μεσσιανισμό και τον υπερορθόδοξο φονταμενταλισμό – που θα κυριαρχούσαν στην ισραηλινή πολιτική ζωή τον 21ο αιώνα. Γρήγορα βρήκε επαφές και με την Αμερικάνικη χριστιανική ακροδεξιά και στα χρόνια του ψυχρού πολέμου και των κινημάτων του 60 αντίπαλοι του σε μια σειρά βομβιστικών επιθέσεων με νεκρούς ήταν οι αριστεροί και φιλελεύθεροι Εβραίοι «προδότες», ανάχωμα στην μαζικοποίηση του κινήματος του, οι αφροαμερικανοί που πάλευαν για πολιτικά δικαιώματα, τα νεανικά κινήματα αμφισβήτησης, και οι Σοβιετικοί ή φιλοσοβιετικοί.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, διείσδυσε στην συνωμοτική αντικομμουνιστική Εταιρεία John Birch. Συνίδρυσε το ‘Κίνημα της 4ης Ιουλίου’ που χτυπούσε το φιλειρηνικό κίνημα κατά του πολέμου του Βιετνάμ στις πανεπιστημιουπόλεις και δημοσίευσε ένα από τα πρώτα του βιβλία με τίτλο The Jewish Stake in Vietnam.

Το 1968, χρονιά που η σύγκρουση για την πορεία του κόσμου μεταφέρονταν μαζικά στους δρόμους, ο Kahane και μια ομάδα ακροδεξιών ομοϊδεατών του ίδρυσαν την Jewish Defense League (JDL) ως οργάνωση που ισχυριζόταν ότι ‘’καταπολεμούσε τον αυξανόμενο μαύρο αντισημιτισμό’’ στις εξωτερικές συνοικίες της Νέας Υόρκης, χτυπώντας στην πραγματικότητα τον ‘κομμουνισμό των μαύρων πανθήρων’.

Ο Kahane πίστευε ότι μόνο μια εβραϊκή ένοπλη δύναμη στους δρόμους μπορούσε να τους αποτρέψει, όπως και ένα νέο ολοκαύτωμα. Τα δίδυμα συνθήματα της JDL ήταν «Ποτέ ξανά» και «Κάθε (αληθινός) Εβραίος μαζί μας». Ωστόσο, περισσότερο από την αντιμαύρη προπαγάνδα, ήταν η αντιαραβική και, ιδιαίτερα, η αντικομμουνιστική που του έφεραν φήμη. Και αν υπήρχε κάτι που του άρεσε περισσότερο από τη βία, ήταν η φήμη.

Ο Kahane «δεν ήταν ο ηγέτης του σοβιετικού εβραϊκού κινήματος, το οποίο στόχευε να αναγκάσει τη Σοβιετική Ένωση να επιτρέψει στα πολλά εκατομμύρια Εβραίους της την ελευθερία να μεταναστεύσουν, αλλά τα μέλη της JDL βρίσκονταν στην μαχητική πρωτοπορία του κινήματος». Οι αντισοβιετικές δραστηριότητες που διέπραξαν, σκότωσαν εβραίους και μη εβραίους.

Αποκαλούμενοι με αυτοεπιδοκιμασία chayas, ή άγρια ζώα, από τον Kahane τα μέλη της, διέπρατταν πράξεις βανδαλισμού, πυροβολισμών και βομβιστικών επιθέσεων εναντίον σοβιετικών πολιτικών και φιλελεύθερων πολιτιστικών ιδρυμάτων στις ΗΠΑ ως ανάχωμα σε κάθε προσπάθεια ύφεσης μεταξύ των 2 πόλων του ψυχρού πολέμου, απειλώντας ακόμη, υπό την ανοχή του FBI και τον Νίξον.

Θρεμμένη από την μισαλλοδοξία και προστατευμένη από το βαθύ κράτος η οργάνωση είχε πια αυτονομηθεί, όπως συμβαίνει πάντα όταν αφήνεις το φίδι του φασισμού να επωάσει τα αυγά του γιατί αρχικά εξυπηρετεί ίδιους στόχους με το βαθύ κράτος. Τα μέλη του JDL ήταν πια στο στόχαστρο των ομοσπονδιακών αρχών και ο ίδιος φυλακίστηκε για σοκαριστικά σύντομο χρονικό διάστημα.

Το 1972, το JDL βομβάρδισε τα γραφεία του ‘προδότη’ Sol Hurok, ενός φιλελεύθερου -και στην Αμερική το φιλελεύθερος θα σήμαινε ότι εδώ κεντροαριστερός μιας άλλης εποχής-Εβραίου ιμπρεσάριο για τις πολλές ρωσικές πολιτιστικές εκδηλώσεις, που έφερνε στη Νέα Υόρκη συμπεριλαμβανομένου του ‘κακού’ μπαλέτου Μπολσόι. Η επίθεση έστειλε τον Hurok στο νοσοκομείο και σκότωσε την Iris Kones, την 27χρονη Εβραία γραμματέα του.

Αλλά σε ένα modus operandi και vivendi που επαναλαμβάνεται με ακροδεξιούς όπου γης, το ίδιο αμάλγαμα οπορτουνισμού, άγνοιας και φανατισμού ώθησε τον Kahane όχι μόνο στην ακροδεξιά της Αμερικής αλλά και στον υπόκοσμο της Νέας Υόρκης. Οι λεπτομέρειες της παράξενης πορείας του ξεπερνούν σχεδόν κάθε φαντασία. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Kahane ζούσε διπλή ζωή, παριστάνοντας κρυφά τον μη Εβραίο με τα ψευδώνυμο Michael King, David Borac, και Martin Keene τρώγοντας χοιρινό, ξενοπηδώντας, (και όχι μόνο συναινετικά) διακινώντας ναρκωτικά και γυναίκες, εμπλεκόμενος σε δολοφονίες άσχετες με την πολιτική, αν και σχετικές με πηγές χρηματοδότησής της όπως η μαφία.

Ορθόδοξος ραβίνος δημόσια, ο Kahane ήταν απατεώνας, πρεζέμπορος και γυναικάς κατ’ ιδίαν. Ο Kahane μπορούσε να εκφωνήσει ένα κήρυγμα περί ηθικής κρατώντας το Ταλμούδ τη μια μέρα και να σφίξει το χέρι ενός Ιταλού αρχηγού της μαφίας την επόμενη.

Όταν έσφιξε ο κλοιός, ο Kahane είχε αναχωρήσει ήδη για το Ισραήλ, και ο αστικός μύθος στη Νέα Υόρκη λέει πως αυτό συνέβη αμέσως μετά την προειδοποίηση του FBI ότι μια άλλη καταδίκη για κακούργημα θα τον οδηγούσε στη φυλακή. Όπως με πολλές από τις αποφάσεις του, η μετακόμισή του στο Ισραήλ υποκινήθηκε τόσο από ιδιοτέλεια όσο και από ιδεολογία.

Ο Kahane χρειάστηκε λίγο σχετικά χρόνο για να προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον. Αρχικά, στόχευε ως αντιπάλους τη μικρή αίρεση των Μαύρων Εβραίων Ισραηλιτών αλλά και τους Χριστιανούς ιεραποστόλους που προσηλύτιζαν Ισραηλινούς Εβραίους, αφού τότε η ανεξιθρησκεία και η κίνηση ιδεών ήταν δυνατά παρόντα στην ισραηλινή σκηνή. Ωστόσο, συνειδητοποίησε ότι στο Ισραήλ, το αντιαραβικό συναίσθημα μπορούσε να του προσφέρει δύναμη και να κινητοποιήσει πολύ μεγαλύτερους αριθμούς ατόμων από οποιαδήποτε άλλη εμμονή του.

Από το γραφείο του στην Ιερουσαλήμ προειδοποιούσε ότι το Ισραήλ αντιμετώπιζε μια υπαρξιακή απειλή που αποτελούσαν αρχικά -όπως πάντα- οι εσωτερικοί εχθροί υποστηρικτές της -και υποστηριζόμενοι από- τη Σοβιετική Ένωση, στους οποίους γρήγορα ενέταξε όχι μόνο Εβραίους αλλά και τους Άραβες, όπως και -μετα τον πόλεμο των 6 ημερών- τους αραβικούς στρατούς, οι οποίοι «θα μπορούσαν να συσσωρευτούν ανά πάσα στιγμή στα σύνορά του», και οι Παλαιστίνιοι που ζούσαν στα εδάφη του.

Αρνούμενος την πολιτική ανάλυση της συγκυρίας και τα εσωτερικές αντιθέσεις της κοινωνίας του, χρησιμοποίησε όπως πάντα τον φόβο και την ανάγκη, υπαρκτά και τα 2 και για απόλυτα σεβαστούς λόγους, σε μεγάλη μερίδα ισραηλινών της εποχής, για να τα συνδέσει με την ακροδεξιά αφήγηση του κομμουνιστικού κινδύνου, -μα δεν ήταν άλλωστε υπό σοβιετική επιρροή αρχικά το Ισραήλ;- και της φυλετικής-θρησκευτικής διαφοράς, κι άρχισε να περιγράφει τον αγώνα του Ισραήλ για επιβίωση στη γλώσσα του φυλετικού πολέμου ως δάνειό που είχε πάρει μαζί του από τους δρόμους των πολιτικών συγκρούσεων της Αμερικής.

Η μεταφύτευση της αμερικανικής ψυχοπολιτικής της φυλής, όπως επισημάνθηκε, στη σύγκρουση με τους Παλαιστίνιους από τον Kahane τον έκανε κάτι σαν πρωτοπόρο στη μισαλλοδοξία και την υποκίνηση βίας. Είναι γνωστά και κυκλοφορούν ευρέως στο yt, τα βίντεο που τον έχουν καταγράψει να δηλώνει «θέλω τους μη Εβραίους έξω από το κράτος Ισραήλ και τους Παλαιστίνιους τους θέλω έξω είτε ζωντανούς είτε νεκρούς. Όπως είναι γνωστές και κυκλοφορούν ευρέως σήμερα οι φωτογραφίες εξτρεμιστών ισραηλινών φαντάρων κι εποίκων με μπλούζες ‘ο Καχάνε είχε δίκιο’.

Η ισραηλινή κοινωνία, όπως και κάθε κοινωνία, δεν είχε απόλυτα αντισώματα απέναντι στον ρατσισμό, αλλά όπως έχει γραφτεί στα πρακτικά ημερίδας που μελέτησε το φαινόμενο, ο Kahane μετέτρεψε το υποκείμενο σε κείμενο και στη συνέχεια το κείμενο σε μελόδραμα. «Λέω αυτό που (πρέπει να) σκέφτεστε», διακήρυττέ με ευχαρίστηση όμοια με του Μιχαλολιακού και του Καρατζαφέρη μπροστά στις κάμερες κερδίζοντας φανατικούς και λίγους, εκείνη την εποχή.

Γιατί, τότε, η πλειοψηφία της Ισραηλινής κοινωνίας βρισκόταν στην ευδαίμονα άγνοια πως ήταν Δημοκρατία, σε αντίθεση με τα θεοκρατικά καθεστώτα της περιοχής κατά το λαοφιλές αφήγημα, και πώς την Δημοκρατία τίποτε δεν την ξεκουνά. Σχετικά γρήγορα ο Kahane οδηγήθηκε άλλωστε στη φυλακή κατηγορούμενος για υποκίνηση ρατσιστικού λόγου και πράξεις μίσους.

Ο Kahane διοργάνωσε αρκετές εκλογικές εκστρατείες τη δεκαετία του 1970, καθεμία από τις οποίες κατέληξε, δίχως εξαίρεση, σε αποτυχία. Τα ποσοστά του έδειχναν πως η ισραηλινή κοινωνία του γυρνούσε την πλάτη. Ενώ ο Kahane θεωρούνταν από το ισραηλινό κατεστημένο ως ένα κακόβουλο και ξένο μόσχευμα – με τα εβραϊκά του με αμερικανική προφορά και το μόλις κρυμμένο τραυλισμό του όπως τον έχουν περιγράψει – διαπίστωσε ότι το να είναι κάποιος ‘’ξένος προς το κατεστημένο’’ σε εποχή οικονομικής και ηθικής κρίσης ήταν πολιτικό πλεονέκτημα.

Και αρχικά ήταν τόσο ξένος που όταν μετά από χρόνια αποτυχιών, στις εκλογές του 1984 (μα δεν είχε κερδίσει μόλις 5.000 ψήφους 3 χρόνια πριν;), το κόμμα του, το Kach, κέρδισε 25.907 ψήφους, ή 1,2% όλων των ψηφοδελτίων – αρκετές για να εξασφαλίσει μία έδρα στην Κνεσέτ, ο τότε πρόεδρος του Ισραήλ, ο Chaim Herzog δήλωσε δημόσια:

«Είναι ντροπή για τον εβραϊκό λαό ότι ένα άτομο θα μπορούσε να ανέλθει στο εβραϊκό κράτος και να παρουσιάσει ένα πρόγραμμα που είναι πολύ παρόμοιο με τους νόμους της Νυρεμβέργης». Ναι, η ίδια η πολιτική τάξη του Ισραήλ μιλούσε τότε για εκφασισμό, η ίδια έκανε την σύγκριση που σήμερα θεωρείται αντι-ισραηλινή προπαγάνδα. Αν και είχε κερδίσει κάθε άλλο παρά μια συντριπτική εντολή, η είσοδος του κινήματος Kach στην κοινοβουλευτική πολιτική σόκαρε την τότε προοδευτική μερίδα της ισραηλινής κοινωνίας λόγω του τι φαινόταν να σημαίνει και τι θα μπορούσε να προμηνύει. Αλλά την ίδια ώρα αντιμετωπιζόταν ως κάτι παροδικό και αστείο. Διάολε, πώς θα μπορούσε ο φασισμός να αφορά το Ισραήλ;

Είχαν κάνει ένα τραγικό λάθος που σύντομα, με τη βοήθεια του βαθέος κράτους, και θα δούμε ποιος ήταν ο συνδετικός κρίκος, θα δολοφονούσε και έναν κεντροαριστερό Πρωθυπουργό και όχι μόνο. Είχαν υπολογίσει χωρίς τον ξενοδόχο. Σε ένα λάθος παρόμοιο με αυτό που ο Τόμας Μαν απέδωσε στην ‘προοδευτική αστική γερμανική τάξη’ μιλώντας για την πλάνη της το 1930, αντιμετώπισαν τον Καχάνε με διώξεις και απαγορεύσεις, (από περιοχές, από μίντια, από δράσεις) αρνούμενοι να αλλάξουν τους υπερ τους κοινωνικοοικονομικούς όρους της κοινωνίας τους. Έκοβαν τον καρπό αλλά πότιζαν τις ρίζες με άλλα λόγια.

Στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, ο Καχάνε είχε αντλήσει μεγάλο μέρος της υποστήριξής του από την οικονομικά αποστερημένη, και πολιτικο-πολιτιστικά λουμπενοποημένη εργατική τάξη κυρίως των Μιζράχι των Εβραίων Αράβων, και παρουσίαζε το κίνημά του ως μια λαϊκιστική εξέγερση ενάντια στην κοσμική, προοδευτική ελίτ των Ασκενάζι, των απόγονων των Ευρωπαίων, του Ισραήλ.

Η πολεμική ρητορική του περιελάμβανε και εσωτερικό φυλετικό πόλεμο και φυσικά με αταξικούς κοινωνικούς όρους. Βέβαια ο ίδιος πληρώθηκε με το ίδιο νόμισμα δολοφονημένος κατά την διάρκεια επίσκεψης του τις ΗΠΑ, αλλά αν και ο Kahane πέθανε, ο καχανισμός δεν είχε πεθάνει. Τον 21ο αιώνα, καθώς τα άνισα κέρδη της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης και η άνθηση της υψηλής τεχνολογίας της χώρας βάθυναν την ανισότητα και την φτώχια ο καχανισμός κεντροποιήθηκε από την ίδια πολιτική τάξη που τον λοιδορούσε.

(Θυμάμαι το σοκ μου όταν σε επίσκεψη μου στο Τελ Αβίβ διαπίστωσα πως νεαρές Ισραηλινές Εβραίες ζούσαν από φιλοδωρήματα αν κι εργάζονταν κυριολεκτικά άμισθες επί ώρες και ζούσαν, αδυνατώντας να προχωρήσουν σε πολιτική ανάλυση για το τι συνέτριβε τις ζωές τους, σε κοινόβια στις φτωχογειτονιές της πόλης, κοινόβια όπου στα οραματικά σχέδια που προσέφερε το χασίς, φύτρωνε το ίδιο μίσος για τον κοινοβουλευτισμό και την αδιάφορη, βολεμένη πολιτική τάξη του κοινοβολευτισμού, παράλληλα με το μίσος απέναντι στους άλλους, τους άραβες, που τους έκλεβαν την μικρή γωνία από το μουχλιασμένο καρβέλι που τους αναλογούσε, χειραγωγημένες από τον φόβο αιώνων πως το μόνο σπίτι ήταν το Ισραήλ αφού οπουδήποτε αλλού θα τους δάγκαναν στην καρωτίδα κι άρα σκύβοντας την ίδια ώρα το κεφάλι).

Ήταν τότε που ο Καχανισμός επανεμφανίστηκε, και κεντροποιήθηκε, με την βοήθεια των μίντια όπως θα δούμε, για να παράσχει την ρητορική για έναν αναζωογονημένο ακροδεξιό ταξικό πόλεμο. Που σύντομα γινόταν φυλετικός αλλά και σχετικός με το μέλλον όλων μας.

(μέρος 1ο, συνεχίζεται με παράθεση πηγών στο τέλος) 

*Η Ελένη Καρασαββίδου διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Πολιτισμικές Σπουδές