Αρκετά χρόνια πριν, όταν είχα αρχίσει να παρατηρώ πράγματα συνδεδεμένα με μια βαθιά υποκρισία ή διανοητική τεμπελιά, κι η τεμπελιά είναι βόλεψη πάντα, στους χώρους που τότε κινιόμουν, ξεκίνησα ένα κείμενο που το είχα ονομάσει ‘Δοκίμιο προς την Ελευθερία’.

Ads

Ένα κείμενο σπασμένο σε κομμάτια που αρνήθηκαν να το δημοσιοποιήσουν ως προσωπική γνώμη έντυπα της αριστεράς. Σε αυτά μιλούσα -και- για την ιθαγενοποίηση του φασισμού εντός της αριστεράς. Πέρα από την αναπαραγωγή εξουσιαστικών νοοτροπιών και πρακτικών, που υπήρχαν και πριν μα δεν θέλαμε να τα δούμε, η ιθαγενοποίηση αυτή χαρακτηρίζεται από την εντελώς αντιδιαλεκτική απλούστευση όπου φυλάς ιδεοληπτικά ταμπούρια αντί να συνομιλείς με την πραγματικότητα που εξελίσσεται με ταχύτητες πολύ μεγάλες αλλά που η διανοητική μας τεμπελιά μεγαλώνει κι άλλο την απόσταση μαζί της. Ας δούμε δυο τελευταία περιστατικά αυτής της πραγματικότητας:

Ads

Στην Γαλλία μία παρέα τσόγλανων κονιορτοποίησε στο ξύλο ένα νεαρό παιδί, το βιντεοσκόπησε γελώντας και το άφησε να αργοπεθαίνει όλο το βράδυ σε εργοτάξιο, στην Ελλάδα ένας 17χρονος δολοφόνησε με μαχαιριά στην καρδιά έναν 15χρονο. (Κι αυτό λίγες ημέρες μετά την μερική καταστροφή της ράμπας παραλίας για να πουληθούν σίδερα, κι αυτό σε εποχή που ένας νέας κοπής κοινωνικός αυτοματισμός στο όνομα της προόδου στηρίζει τον παλαιάς κοπής κοινωνικό αυτοματισμό στο όνομα της συντήρησης. Μα δεν είναι ο κοινοτισμός λίθος βασικός του νεοφιλελεύθερου κόσμου;)

Ads

Και στα δυο περιστατικά, επειδή οι δράστες ανήκουν σε μειονότητες ανοίγεται πεδίο λαμπρό για τον περαιτέρω κοινωνικό εκφασισμό. Στον οποίον όμως συμβάλει συστηματικά και η αριστερά. Η πολιτική δεν εγκαταλείφθηκε μόνο στον εαυτό της, εγκατέλειψε και εμάς. Έτσι, η δίκαιη αμφισβήτηση του ηγεμόνα τον διέχυσε μέσα μας αντί να τον καταργήσει. Γίναμε θραύσματα του δικού του εκτρωματικού προσώπου, όπως συνέβαινε συχνά μα όχι τόσο στέρεα από τον «ορθό λόγο» (ή μάλλον την επίφασή του) και μετά.

Ads

Η βία στις μέρες μας δεν εκπορεύεται μονόπλευρα από την εξουσία και προπαντός δεν υπνωτίζει με την ιδεοληψία της τους πολλούς. Ίσα ίσα το αντίθετο δείχνει να συμβαίνει. Μια βία ασύμμετρη, ασύνορη, από-ιδεολογικοποιημένη, γεννημένη από τις αμετροέπειες της εξουσίας, ναι, που γυρίζοντας τον πλανήτη σε σχέση με τα δικαιώματα σε έναν προ-νεωτερικό κόσμο επιστρέφει τους ανθρώπους αργά και σταθερά στα ένστικτά τους, στην επιβίωση σε μια πολύπλοκη ζούγκλα. Αλλά μεγαλωμένη από την δική μας λαγνεία, και από την δική μας αδιαφορία, που την σπάμε όχι για να αντιδράσουμε αλλά για να ξεσπάσουμε ή να «αυτοδικαιωθούμε».

Σημαντική η διαφορά… Δεν είναι πια το άσπρο απέναντι στο μαύρο ούτε καν στις ρητορικές. Αν ακούς προσεκτικά την αχό μιας γης ταραγμένης κι αν ξεκλειδώνεις λέξεις κλειδιά είναι το μαύρο βαθιά μες στο άσπρο και το αντίθετο. «Εμείς» οι «αντιφασίστες» συμβάλλαμε στο νέο φασισμό ταΐζοντας με τις υπερ-απλουστεύσεις και τις ακρότητές μας τις ονειρώξεις μιας διαρκώς αποκτηνωμένης και σε αναζήτηση νέων βαρβάρων άκρας δεξιάς.

Ακόμη, ας δούμε πως ο ‘κοινοτισμός’ αυτός συνέβαλλε στον αποκλεισμό του Μωβ από το αντιρατσιστικό φεστιβάλ, αντιμετωπίζοντας με λογοκριτική πρακτική και αποκλεισμό την άλλη άποψη.

Ας δούμε ακόμη πόσο οι συλλογικές διαδικασίες σε ‘αριστερά κόμματα’ νέας κοπής αντικαθίστανται από τον σωτηριολογικό ηγεμόνα, νοοτροπία όχι άμεσα εκφασισμένη αλλά που την νομιμοποιεί έμμεσα μα ισχυρά στις δυνητικές της προεκτάσεις.

Ήδη μελετητές του φαινομένου της άκρας δεξιάς επισημαίνουν πως στην άνοδο της συνέβαλλε κι ο Φολκλορικός -κυνικός πολυπολιτισμός. Σ’ αυτήν την εκδοχή του πολυπολιτισμού που αποτελεί επιλογή της μεσαίας και ανώτερης τάξης κι ας μιλά εξ ονόματος της αριστεράς, μιας αριστεράς στα μέτρα της βεβαίως, το «ξένο» εξιδανικεύεται και προσεγγίζεται ως αντικείμενο «απόλαυσης» και «πολιτισμικού εμπλουτισμού».

Ας προσέξουμε την τεράστια ιδεολογική διαφοροποίηση που έχει συντελεστεί. Εκεί όπου η μετανάστευση ήταν συνδεδεμένη με την υλική αναπαραγωγή της ιεραρχίας στον πλανήτη (καπιταλιστικό κέντρο vs περιφέρεια) και θεωρούνταν κατάρα για τους μετανάστες και τον κάθε τόπο (αφού ποιος και ποια αφήνει το κοινωνικό του δίκτυο, δλδ τους ανθρώπους του, τους κόπους του και τις μνήμες του, για να πάει κάπου που θα του φέρονται ως σκουπίδι;) και η πάλη γινόταν για έναν κόσμο όπου η μετανάστευση δεν θα ήταν αναγκαία, μέσα από την άρση ανισοτήτων μεταξύ 1ου και 3ου κόσμου, τώρα η μετανάστευση (πάντοτε διακριτή από την προσφυγιά κι ας κάνουν κάποιοι όλων των πλευρών πως δεν το καταλαβαίνουν) θεωρείται «δώρο» για τους ντόπιους και την υλική τους ευμάρεια που πρέπει να το καλοδεχτούν δίχως να θέτουν κανένα βαθύ οικονομικοκοινωνικό και γεωπολιτικό ερώτημα ή αίτημα.

Αντίθετα, αυτή η εκδοχή του πολυπολιτισμού αφήνει την εσωτερική ιεραρχία/οικονομία της χώρας να επαναεπιβεβαιώνεται, αφού είναι οι φτωχές, λαϊκές συνοικίες που δέχονται τις μεταναστευτικές πιέσεις. Έτσι φτάνουμε (ή μάλλον συμβάλλουμε) σε αυτό που έχει ονομαστεί ως επόμενο στάδιο ως αντιδραστικός-φονταμενταλιστικός πολυπολιτισμός, ένας κοινοτισμός με άλλα λόγια που ορθώνεται ελαφρά την καρδία (!) απέναντι στην ίδια την Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με εγκλήματα τιμής (όπως στην Γερμανία) ή επιθέσεις σε ομοφυλόφιλους (όπως στην Ολλανδία) που σε συνδυασμό με την αμήχανη σιωπή της αριστεράς, συνέβαλλαν στην άνοδο του νεοναζισμού.

Αυτή η χρήση ενός στατικού, μη διαλεκτικού, όρου του πολιτισμού και της ερμηνείας των κοινωνικών διαφορών ως αποκλειστικά “πολιτιστικών διαφορών” αποτελεί όψη του ρατσισμού εάν ορίσουμε τον τελευταίο ως ιδεολογική διαδικασία αναπαράστασης των κοινωνικών αντιφάσεων ως φυσικών νόμων. Δεν ζητώ με άλλα λόγια από κάτι ή κάποιον να μεταβληθεί, αφού «το θεωρώ» από τη «φύση» ή τον «πολιτισμό» του ή την «θρησκεία» του αμετάβλητο και «πρέπει να το σεβαστώ». Θεώρηση που αποτελεί το κοινό σημείο των συγκρουόμενων κοινοτισμών (γηγενών-μεταναστών) όπως εκπροσωπούνται από τις δυο κυρίαρχες αναγνώσεις που (ως έχουν σήμερα) διαμορφώθηκαν κατά βάση τον 19ο αιώνα (δεξιά-αριστερά) καθώς αυτές εισχωρούν κι επηρεάζουν επώδυνα την εντελώς καινούργια “πραγματικότητα”.

Η διαλεκτική και όχι ιδεοληπτική αντιμετώπιση, αυτή που φοβάται να μιλήσει μην χαρακτηριστείς εκτός πολιτικής ορθότητας πια, θα έθετε ως όρους της ίδιας της επιβίωσης αυτής της σκέψης και δράσης ανάμεσα σε άλλα σημαντικά, 3 πράγματα: 1. πως η αλληλεγγύη δεν ταυτίζεται με τον πατερναλισμό, ταυτίζεται με την δημιουργία όρων που θα έκαναν τις κοινωνικές ομάδες να αναλάβουν το μέρος της ευθύνης που τις αναλογεί ώστε αυτόβουλα να ωριμάσουν πολιτικά, έστω και με ρυμούς αργούς, ώστε να μην μας έχουν ανάγκη. 2. όπου ξεχειλώνει κάτι ‘δυναμικό’ ‘προοδευτικό’ χρειάζεται το ενσωματωμένο εντός του ‘ακίνητο’, συντηρητικό, για να του θέσει όρια, να δώσει χώρο και χρόνο οι συντεταγμένες να κοιταχτούν κριτικά ώστε η κίνηση να ξεκινήσει πάλι προς κάποια κατεύθυνση με θετικό πρόσημο ή έστω θετικότερο από το χαώδες που κυριαρχεί. 3. Και φυσικά, ως πολιτικοκοινωνική κριτική δεν θα απέκρυβε τις δομικές ευθύνες, αντιστεκόμενη σε κάθε τσουβάλιασμα ομάδων αλλά και θυμίζοντας πως αυτό που βρίσκεται εκτός Νόμου είναι το ίδιο το προϊόν του.

Όταν όμως δεν αντιμετωπίζουμε τους μετανάστες (ή τους πρόσφυγες στην περίπτωση αυτή) ως κοινότητες εν αναμονή, ως ένα ατομικό και συλλογικό υποκείμενο δηλαδή με την υποχρέωση του πολιτιστικού συμβιβασμού (π.χ σε σχέση με τα ατομικά δικαιώματα των γυναικών) ο πολυπολιτισμικός λόγος, που δρα πατερναλιστικά απέναντι και στους ίδιους τους μετανάστες καθιστώντας τους υποχείρια ενός κοινοτισμού στα μέτρα των δικών τους εσωτερικών ιεραρχιών, αποτελεί μια ιδιόμορφη μορφή ρατσισμού, ενός ρατσισμού με κύριο γνώμονα την «απόσταση». Αποδέχεται την ταυτότητα του άλλου περιγράφοντάς τον ως κλειστή και αντικειμενική οντότητα, απέναντι στην οποία τα μέλη των κυρίαρχων ομάδων κρατούν στην ουσία αποστάσεις για να διατηρήσουν τα προνόμια τους και την οικουμενική τους θέση.

Βέβαια στην κριτική του Radtke γίνεται κατανοητό ότι ο κυρίαρχος πολυπολιτισμικός λόγος δεν σχετίζεται με τις ανάγκες των μειονοτικών ομάδων αλλά πρώτιστα με τις ανάγκες της κυρίαρχης ομάδας. Οι «πολιτισμικές διαφορές» δεν αποτυπώνουν συγκεκριμένα βιώματα, αλλά περισσότερο την ανάγκη νομιμοποίησης των σχέσεων εξουσίας σε πλανητικό επίπεδο. Επιχειρηματολογώντας προς την ίδια κατεύθυνση, ο Zizek (1997) υπογραμμίζει ότι ο πολυπολιτισμός αποτελεί ιδανική μορφή έκφρασης της ιδεολογίας του παγκόσμιου καπιταλισμού: «εκφράζει μια στάση αποδοχής και «σεβασμού» των διαφορετικών πολιτισμών, υπό την αιγίδα της δύσης και των (ακίνδυνων για τις δομές) ιδεολογικών της προσεγγίσεων, παραπέμποντας έτσι στον τρόπο διαχείρισης και μεταχείρισης των αποικιοκρατούμενων απ’ τους αποικιοκράτες, δηλαδή στη μεταχείριση τους ως ιθαγενών των οποίων ο πολιτισμός πρέπει να αποκλειστεί ή «να μελετηθεί με προσοχή».

Όμως είναι η ακροδεξιά που δεν μελετάται με προσοχή, κι αφήνεται να κάνει παιχνίδι με τον απίστευτα κυνικό κι απλουστευτικό τρόπο της, αλλάζοντας όλη την κοινωνική ατζέντα, όταν προσεγγίζουμε το ζήτημα μέσα από ηθικίστικη, απολίτικη (αφού είναι ξεκομμένη από την πραγματική ζωή και την υλική, πολιτισμική της βάση) επίθεση στα χαμηλότερα στρώματα γηγενών που δέχονται πιέσεις, (είστε ρατσιστές!) αντί να αντιμετωπίσουμε όλες τις πλευρές ως «κοινότητες εν αναμονή». Ως κοινότητες που οφείλουν να υπερασπιστούν τα δίκαια του πιο αδύναμου μα και τα δικά τους, αποδεχόμενες την έννοια του πολίτη και την Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όμως κάθε φετιχοποίηση, κάθε φολκλοροποίηση μιας αξίας οδηγεί μαθηματικά στην ακύρωσή της.

Έτσι και με τον απολίτικο ή τον (δήθεν) υπερπολιτικοποιημένο ανθρωπισμό που προσεγγίζεται ως ‘θρησκευτική έννοια’ αποκομένα από τις πραγματικές συνθήκες κι άρα τα δυναμικά εξελισσόμενα διακυβεύματα κάθε οριακής, όπως η δική μας, εποχής. Η απουσία ενός κριτικά δομημένου αντιρατσιστικού λόγου γίνεται φανερή στην απόπειρα η χυδαία δαιμονοποίηση των προσφύγων που επιχειρείται από την ακροδεξιά να απαντηθεί με την ρηχή εξιδανίκευση τους.

Εάν το πρώτο είδος λόγου κατασκευάζει ενόχους με φυλετικούς/θρησκευτικούς όρους αποπολιτικοποιώντας τις πραγματικές αιτίες της πλανητικής ανισορροπίας, το δεύτερο είδος λόγου κατασκευάζει ανεύθυνες για την τύχη των χωρών τους και των ανθρώπων τους, παθητικές μάζες, νομιμοποιώντας από την ανάστροφη μια αποικιοκρατική αντίληψη κι ενισχύοντας τους κρυμμένους σε κάθε θεώρηση που δεν θέλει οι άνθρωποι να ενηλικιωθούν πάτρονες τους. Όμως όπως έχει επισημάνει ο Αντόρνο, η αφηρημένη ουτοπία παραείναι συμβιβάσιμη με τις πιο ύπουλες ροπές της κοινωνίας. Θεωρεί τις πραγματικές ή φανταστικές διαφορές στίγματα που δείχνουν ότι οι άνθρωποι δεν έχουν γίνει ακόμη αρκετά ίδιοι…. το να βεβαιώνουμε τον νέγρο ότι είναι ακριβώς σαν τον λευκό ενώ ολοφάνερα δεν είναι, σημαίνει να τον αδικούμε στα κρυφά ακόμη περισσότερο…. οι εκπρόσωποι της ομοιότροπης ανεκτικότητας είναι.. πάντα ετοιμοι να στραφούν δίχως ανοχή απέναντι σε κάθε ομάδα που παραμένει ανυπότακτη.”

Όμως ζούμε στην εποχή που οι ιντερνετικές φυλές, περίκλειστες και βαθιά ναρκισσευόμενες, δεν δημιούργησαν ορίζοντα στις περισσότερες περιπτώσεις, αλλά δυνάμωσαν τα προηγούμενα κουτάκια στο τζάμι μέσα από τα οποία βλέπαμε ψηφίδα του ορίζοντα και τον θεωρούσαμε δικό μας. Όπως πάντα, κάθε μοναχική, επώδυνη στην γενναιοφροσύνη της επιλογή που προσπαθεί να επικοινωνήσει το πολιτικό με προσωπικούς όρους, θυμίζει για να παραφράσουμε την Σάρα Κέην, πως τις μεγάλες αλήθειες κανένα κοινό δεν θέλει να τις δει και κανένας ‘θίασος’ δεν θέλει να τις ‘παίξει’. Κι έτσι πυκνώνει το σκοτάδι όσων χειραγωγούν αυτόν τον πολύπλοκο κόσμο εις βάρος των πολλών με την βοήθεια όλων μας, κι ας μην ισομερίζονται οι ευθύνες, διαχέονται -κάτι διαφορετικό- παντού όμως.

Κι όμως, αυτά τα κείμενα αφορούν μάχες που αξίζει να δίνονται. Πάλι και πάλι. «Ναι, αλλά, σ’ αυτή τη μάχη δε γίνεται αλλιώς, ή θα ’χουμε βρώμικα χέρια ή θα ’χουμε κομμένα». Μπέρτολτ Μπρεχτ.