Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
Στις πολιτισμικές σπουδές τα μαζικά φαινόμενα είτε αφορούν θρήνο είτε χαρά, μελετούνται με προσοχή, όχι με απαξίωση. Κι αυτό ισχύει και για τον μαζικό θρήνο στην Αμερική κυρίως για την Ντόλι Πάρτον, την δημιουργό μερικών από τα πιο βιωματικά τραγούδια στην μουσική που υπηρέτησε.
Η Αλεξίου έχει περιγράψει σε μία από τις αναμνήσεις της πως την περίοδο που πέθανε ο πατέρας της και εργάζονταν με τη μάνα στα χωράφια ανέβηκαν σε ένα ύψωμα: Βρε Χαρούλα, της είπε αστειευόμενη αλλά αποκαλύπτοντας μέσα από το “παιχνίδι” που πρότεινε, τον φόβο της για την ζωή μιας νέας χήρας στον σκληρό κόσμο που την περίμενε ν’ αναθρέψει ένα παιδί που ήταν μάλιστα θηλυκό κι εκείνο. «Έλα να φωνάξουμε βοήθεια να δούμε θα ακούσει κανείς;». Η λέξη, επαναλαμβανόμενη έγινε ηχώ, που πέρασε πάνω από σπαρτά και λόφους, έγινε έκκληση, έγινε κραυγή. Δεν ανταποκρίθηκε κανένας.
Η ιστορία αυτή γέννησε την μπαλάντα της Ιφιγένειας, το νεαρό κορίτσι που αρνιέται την Αυλίδα ηγούμενο από την μητέρα, αλλάζοντας ρόλο μετά την επιτυχία του και αρνούμενο σε μια εμφατική δήλωση αληθινής αυτονομίας, σε ένα από τα σημαντικότερα «τελειώματα» της τραγουδιστικής μας γραμματείας, τ’ αρχηγηλίκια τελικά, άρνηση που αν είναι ουσιαστική περιλαμβάνει πάντα και μας σε αυτόν τον ρόλο. Είναι πολύ ευκολότερο στους στίχους, στη γραφή, κι αυτό συνδέεται με τον θεραπευτικό της ρόλο, τον θεραπευτικό ρόλο της τέχνης γενικά, που αυξάνει το βάρος του συμβολισμού, το κράτημα στη ζωή ενός άλλου ορίζοντα.
Ερχόμενη από μία άλλη μουσική παράδοση, κι έναν άλλον πολιτισμό, κυοφορώντας όμως τις ίδιες ανθρωπολογικές σταθερές και αυτό που οι πολιτισμικές σπουδές έχουν ονομάσει «μονομύθους» που στη λογοτεχνία (κι ανάμεσά τους το κατά Κάμπελ ορφανό ή απόκληρο παιδί που μέσα από ένα ταξίδι γεμάτο προκλήσεις τα καταφέρνει) που ξεπερνούν εποχές και σύνορα, η Dolly Parton έγραφε παρόμοια βιωματικά τραγούδια που στήριζαν στην εμπειρία την όποια ιδεολογία και σε άφηναν να την βρεις.
Βέβαια οι βλαχόμαγκες «που μας ξεβλάχεψαν» γύρω από το Κλικ την περιέγραφαν πάντα με την περιγραφή η γυναίκα με το πιο καβλωτικό επίθετο στον πλανήτη (Πάρτον) γιατί είχε γεννηθεί με μπούστο πλούσιο. Αλλά είχε γεννηθεί και με ταλέντο μεγάλο.
Η Πάρτον υπήρξε σε μεγάλο βαθμό γέννημα του αμερικάνικου Νότου αλλά με έναν τρόπο αποσυνάγωγο που δημιούργησε την επιτυχία. Οι γυναίκες εκεί μαθαίνουν να είναι γλυκομίλητες κι η Πάρτον δεν είχε την πολιτική λεκτική οξύτητα της Φόντα ή της Τόμλιν, με νεοϋορκέζικη νοοτροπία κι οι δύο (σχηματικά γράφοντας) δυστυχώς, και τόνιζε ότι δεν ήθελε να προσβάλλει και να αποξενώσει κανέναν. Αλλά απολίτικη δεν την λες, όσο κι αν τα μεγάλα ειδησεογραφικά πρακτορεία της μιας εκδοχής την προβάλλουν έτσι, αφού έμμεσα μιλούσε μέσα από στίχους και την επιλογή της κάντρι, της λαϊκής μουσικής αυτής της γωνιάς του πλανήτη μας.
Δεν είναι μόνο η αδερφή της, η «φωνή της» στα κοινωνικά δίκτυα που έγραφε και γράφει αιχμηρές δηλώσεις κατά της Αλτ Ράιτ και του Προέδρου της αλλά είναι κι οι επιλογές της που φωνάζουν, επιλογές όμως ντυμένες με ευαισθησία και ταλέντο. Ως white trash (λευκό σκουπίδι, δλδ υποπρολετάρια από μια οικογένεια που δεν εκπλήρωνε την «προσταγή» της φυλής να άρχουν και να πετυχαίνουν), βίωσε έναν κόσμο επιβεβλημένης ηθικής παρακμής κι αρνήθηκε να τον ξεχάσει. Στο άλμπουμ ύμνο της εργατικής τάξης 9 με 5 η Πάρτον ηχογράφησε μια διασκευή του διάσημου τραγουδιού διαμαρτυρίας του Γούντι Γκάθρι “Deportee (Plane Wreck at Los Gatos)” στα 1980, τραγούδι που θρηνεί τα θύματα της αεροπορικής τραγωδίας του Ιανουαρίου 1948 στην Καλιφόρνια, η οποία μετέφερε μετανάστες αγρότες πίσω στο Μεξικό οι οποίοι είχαν απελαθεί.
Μια ακόμη χαζή ξανθιά όπως η Μέριλιν που πίσω από τις επιταγές συμπεριφοράς του φύλου και τις συνταγές επιτυχίας -ώστε ως «φθηνή», λέξη βαθιά σεξιστική λες κι οι γραβατωμένοι σοβαροί παραγωγοί ήταν «ακριβοί»- να ξεφύγεις από την μιζέρια, έπαιρνε θέση, θέση επίκαιρη στον καιρό του ICE. Αυτό το τρολάρισμα στη συστημική αναπαραγωγή περιγράφει στο Dump Blonde. Ο Νότος διαμόρφωσε την Πάρτον μονογαμική σε έναν κόσμο λαμπερών διαζυγίων. Αλλά η βιωμένη φτώχια, η τάξη, την έκανε πολίτη που ίδρυσε το Parton for the People.
Γιατί είναι κι οι μνήμες που έκαναν μια τεράστια μερίδα των λαών που συναποτελούν την Αμερική, ακόμη κι αν δεν ήξεραν να αναλύσουν πολιτικά τις δυστοπίες της ζωής τους ποδηγετούμενοι/ες από συστημικές φωνές μα και αντισυστημικές βγαλμένες από τα σπλάχνα του συστήματος, να ταυτίζονται και να δακρύζουν.
Μια μικρή, ετοιμόρροπη καλύβα κατά μήκος του ποταμού Little Pigeon του Τενεσί που φιλοξενούσε 12 παιδιά και δύο γονείς που δεν είχαν σχεδόν τίποτα άλλο εκτός από το ένα το άλλο. Το σπίτι δεν είχε ηλεκτρικό ρεύμα, ούτε εσωτερικό μπάνιο, ούτε τρεχούμενο νερό. Το νερό έπρεπε να μεταφέρεται από έξω, και το φως τη νύχτα μερικές φορές προερχόταν από πυγολαμπίδες που πιάνονταν σε βάζα. Εκεί γεννήθηκε, εκεί μεγάλωσε, εκεί διαμορφώθηκε η Πάρτον στην Αμερική της προόδου, πίσω από την κουρτίνα των φώτων, στα μέσα του 20ου αιώνα.
Αυτόν τον κόσμο περιγράφει σπαρακτικά στα τραγούδια της. Έναν κόσμο όπου τα μετρητά σπάνια κυκλοφορούσαν και η επιβίωση εξαρτιόταν από την ανταλλαγή, τη συγγένεια και την απλήρωτη γυναικεία εργασία. Η ίδια η γέννησή της πληρώθηκε με καλαμποκάλευρο, ένα σακί που δόθηκε σε έναν γιατρό της επαρχίας επειδή το νόμισμα απλά δεν είχε θέση στον κόσμο των κρυμμένων υποπρολετάριων.
Εκεί συνευρέθηκε με γιους και κόρες σκλάβων και μετανάστες, εκεί έζησε και το μπούλινγκ στο σχολείο των λευκών. Αυτό περιγράφει στο My Mountain Home of Tennesse (το βουνίσιο σπιτικό μου στο Τέννεσσυ) και στο Coat of Many Colors (Παλτό από διάφορα χρώματα). Όπως γράφτηκε, η ζωή στα Απαλάχια απογυμνώθηκε μέχρι το κόκκαλο, μια οικογένεια τοποθετημένη εντελώς έξω από την οικονομία των μισθών, αλλά πλήρως υποταγμένη στις ετυμηγορίες της ιεραρχίας που την στηρίζει. Εκεί βρήκε την κιθάρα κι έγινε ο Καζαντζίδης (θα ξενίσει αρχικά, θα εδραιωθεί αν το μελετήσετε πέρα από πολιστικά στερεότυπα) της Αμερικής. (Και σκέφτομαι πόση υπερδύναμη αντιπροσωπεύει το λαϊκό τραγούδι σε κάθε χώρα ώστε την Ροντίγκεζ να την τιμήσουν δικτάτορες και την Πάρτον ο πολύ κοντινός τους Τραμπ).
Όπως γράφτηκε και στην ανακοίνωση του ΚΚ των ΗΠΑ για τον θάνατό της «Η μαρξιστική ανάλυση αντιμετωπίζει τη φτώχεια ως δομική και όχι ως ηθική, ένα προϊόν της ιδιοκτησίας γης, της εξορυκτικής βιομηχανίας και της συστηματικής υπανάπτυξης των Απαλάχιων από το εξωτερικό κεφάλαιο. Οι εταιρείες άνθρακα και τα συμφέροντα ξυλείας είχαν περάσει γενιές απογυμνώνοντας τον πλούτο της περιοχής, αφήνοντας τους ανθρώπους της χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, υδραυλικά ή αξιόπιστη υγειονομική περίθαλψη. Η οικογένεια της Ντόλι ζούσε μετά από αποφάσεις που ελήφθησαν μακριά, από άνδρες που δεν πάτησαν ποτέ το πόδι τους στην κομητεία Σεβίερ. Η φτώχεια τους ακολουθούσε μια σαφή οικονομική λογική, κατασκευασμένη και διατηρούμενη για κέρδος που κατέληγε αλλού».
Είχε δηλώσει πολλές φορές ότι η ίδια η στέρηση ήταν μια σωματική εμπειρία. «Κρύες νύχτες, άδεια στομάχια, τα πάντα από δεύτερο χέρι». Αλλά η βαθύτερη πληγή ήταν η ντροπή, στα ρούχα στο φαγητό, στα δόντια, στα παπούτσια, ορατά σημάδια κοινωνικής τάξης που σημαδεύουν μέσα από βλέμματα φιλανθρωπίας ή απόρριψής παιδιά, που όσοι/ες τα βιώσαμε δεν τα ξεχνάμε εύκολα, ή οφείλουμε να μην τα ξεχνάμε. Εδώ, σε αυτό το βλέμμα όπως έχει αναλυθεί, η υλική έλλειψη γίνεται προσωπική ταπείνωση, στον καπιταλισμό, μια δομική συνθήκη αποκλεισμού αφού ερμηνεύεται βολικά ως ατομική αποτυχία ή ηθικό ελάττωμα.
Ο πατέρας της δεν μπορούσε ούτε να διαβάσει ούτε να γράψει, ένα γεγονός στο οποίο επέστρεφε πάντα με έναν πόνο που δεν επιλύθηκε ποτέ. Ο αναλφαβητισμός στα Απαλάχια σπάνια αντανακλούσε έλλειψη νοημοσύνης. Προέκυψε από τη χρόνια υποχρηματοδότηση των αγροτικών σχολείων, τις απαιτήσεις της αγροτικής εργασίας που έβγαζαν τα παιδιά από τις τάξεις και μια ευρύτερη παραμέληση μιας περιοχής που αντιμετωπίζονταν ως αποικία πόρων αντί για ένα μέρος γεμάτο ανθρώπους που άξιζαν επένδυση στις βασικές ανάγκες τους αφού τα όνειρα ήταν απλησίαστα γι’ αυτές κι αυτούς. Το να βλέπει τον πατέρα της να ζει όλη του τη ζωή κλειδωμένος έξω από τη γραπτή γλώσσα έδωσε στην Ντόλι μια άμεση, ενσωματωμένη κατανόηση του πώς τα συστήματα ιεραρχίας και αποκλεισμού αναπαράγουν τα φαινόμενα από γενιά σε γενιά, πώς προσωποποιούν στις ρητορικές τους αφηγήσεις την δομική ανωμαλία και την συλλογική ενοχή.
Η απάντησή της παρέκαμψε το υπεράνω βλέμμα, την φιλανθρωπία με τη στενή, συγκαταβατική έννοια που αναπαράγει ηγεμόνες προσφέροντας έτοιμα χρήματα ή γεύματα (δίχως να μπορείς να τα αρνηθείς όταν πεινάς ή να τα κρίνεις ως υπεράνω κριτής της Δύσης κι εσύ όπου κι αν ανήκεις στο πολιτικό φάσμα). Το 1995 ξεκίνησε τη Βιβλιοθήκη της Φαντασίας, (όχι του στόχου, του ορίζοντα) στέλνοντας ένα δωρεάν βιβλίο κάθε μήνα σε παιδιά από τη γέννηση έως την ηλικία των 5 ετών, ένα πρόγραμμα που έκτοτε έχει διανείμει εκατοντάδες εκατομμύρια βιβλία παγκοσμίως. Αν το δει κανείς μέσα από το πρίσμα της τάξης, το έργο λειτουργεί ως αναδιανομή του πολιτισμικού κεφαλαίου, μια προσπάθεια να δοθεί στις εργαζόμενες οικογένειες ένας πόρος απρόσιτος, μετατρέποντας μια ιδιωτική θλίψη σε δημόσια υποδομή και τον αποκλεισμό σε κοινωνικοπολιτική δράση.
Κατά τη νεοσυντηρητική δεκαετία του 1990, όταν ο τωρινός κόσμος εδραιωνόταν, δημιούργησε στην κομητεία της μια πρωτοβουλία κατά της σχολικής διαρροής, η οποία πλήρωνε μετρητά σε αποφοιτούντες φοιτητές, με την προϋπόθεση ότι θα βοηθούσαν έναν συμμαθητή/τρια τους να παραμείνει εγγεγραμμένος/η. Πάλι η μη παθητική φιλανθρωπία, πάλι το θα πάρεις αλλά θα δράσεις πρώτα. Αντί να ανταμείβει μεμονωμένα ατομικά επιτεύγματα, ενίσχυσε την αλληλεγγύη στην ίδια τη δομή κινήτρων, συνδέοντας την επιτυχία ενός/μιας μαθητή/τριας με την επιτυχία ενός άλλου. Το ποσοστό σχολικής διαρροής στην κομητεία Sevier μειώθηκε από πάνω από 30%, ένα συλλογικό αποτέλεσμα μιας διψασμένης κοινωνίας.
Όπως έγραψε ο Σ. Fotopolos «Τίποτα από αυτά δεν απαιτούσε από την Dolly να υιοθετήσει το λεξιλόγιο της θεωρίας. Η ενσυναίσθησή της λειτουργούσε ενστικτωδώς, ριζωμένη στη μνήμη και όχι στη διδασκαλία, ωστόσο η δομή της ευθυγραμμιζόταν στενά με μια υλιστική ερμηνεία του πώς αλληλεπιδρούν η φτώχεια και η αξιοπρέπεια. Κατάλαβε, εκ των έσω, ότι η ταπείνωση της φτώχειας κατασκευάζεται κοινωνικά, ακόμη και όταν η ίδια η φτώχεια κατασκευάζεται οικονομικά, και πέρασε δεκαετίες χτίζοντας θεσμούς (Γιατί το Parton for the People έχει κι άλλες δράσεις) που αντιμετώπιζαν και τις δύο πληγές ταυτόχρονα».
Όταν η Ντόλι Πάρτον έπαιξε για πρώτη φορά το εμβληματικό της τραγούδι 9 to 5 πριν από περισσότερα από σαράντα χρόνια, ένα κίνημα εργαζόμενων γυναικών απογειωνόταν και προσπαθούσε να οργανωθεί και να οργανώσει. Η ίδια η ταινία με την σπουδαία τριπλέτα Φόντα, Τόμλιν, Πάρτον εκτόξευσε τα αιτήματα αυτών των γυναικών για δικαιώματα και σεβασμό στη δημόσια συζήτηση, νομιμοποιώντας τα συχνά άρρητα παράπονα του αυξανόμενου γυναικείου εργατικού δυναμικού όπως σωστά επισημάνθηκε.
Η Λίλι Λέντμπεττερ, η οποία μήνυσε την Goodyear Tire για διακρίσεις λόγω φύλου το 1998 και από την οποία πήρε το όνομά της ο Νόμος περί Δίκαιης Αμοιβής του 2009, είδε την ταινία 9 με 5 όταν κυκλοφόρησε. Όταν έγινε προϊσταμένη, ορισμένοι άνδρες δυσανασχετούσαν με την εκτέλεση εντολών από μια γυναίκα και δυσκόλευαν τη δουλειά της. Φοβόταν ακόμη και για τη ζωή της κατά καιρούς στο επικίνδυνο εργοστάσιο. Την παρηγόρησε η ταινία. «Σκέφτομαι εκείνη την εποχή», λέει, «και η Τζέιν, η Ντόλι και η Λίλι με ενθάρρυναν».
Δεν είναι πως η Πάρτον (προς τιμήν της οποίας το πρώτο μεταλλαγμένο πρόβατο ονομάστηκε Ντόλι εξαιτίας των μαστών, ασχολίαστο αν και η ίδια το αντιμετώπισε με το γνωστό της χιούμορ) δεν έπαιξε το παιχνίδι ώστε να ξεφύγει προς την επιτυχία (Ξέρετε πόσο ακριβά κοστίζει να δείχνεις τόσο φθηνή, απάντησε κάποτε και το κόστος δεν ήταν οικονομικό προφανώς μονάχα). Είναι πως δεν του παραδόθηκε εντελώς ποτέ. Γύριζε σαν το κοριτσάκι στο παραμύθι κι έριχνε κομμάτια ψωμί στο άγριο δάσος να ξαναβρεί τον δρόμο προς τα παιδικάτα και την κοινωνική της τάξη.
Τώρα, στα 80 της, ένα ακόμη παιδί της σπουδαίας γενιάς του 60, ίσως βρήκε τον «δρόμο για το σπίτι». Και δεν εννοώ το σπίτι των παιδικάτων της, αλλά το κοινό μας σπίτι που αναζητάμε αιώνες τώρα και πρέπει να παλεύουμε γι’ αυτό εδώ κάτω για να μας αξίζει κι εκεί, στο ήρεμο μηδέν, με αντίπαλο και μας και τους ισχυρούς άλλους και τους διεφθαρμένους της τάξης μας και κάθε τάξης. Είναι ο μόνος τρόπος που μπορώ να σκεφτώ ώστε το μηδέν να δίνει θετικό πηλίκο.
Goodbye Dolly!
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


