Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
Το 1945, μια τυχαία ανακάλυψη αρχαίων κειμένων που αργότερα ονομάστηκαν ως οι πάπυροι της Nag Hammadi (ή Naj ‘Hammadi, μια τοποθεσία στη νότια Αίγυπτο όπου ανακαλύφθηκαν αυτοί οι πάπυροι) αύξησε σε μεγάλο βαθμό την επίγνωσή μας για το ευρύ φάσμα των ανταγωνιζόμενων εκδοχών του χριστιανισμού, δηλαδή για το φάσμα των θρησκευτικών απόψεων που συνωστίζονταν κάτω από αυτήν την ομπρέλα.
Αυτή η κρύπτη πενήντα δύο γραφών, που ραδιοχρονολογήθηκαν κι αυτά ως μη σύγχρονα μα μεταγενέστερα του Ιησού, περιελάμβανε πολλά έργα των λεγόμενων Γνωστικών συγγραφέων κυρίως του πρώτου (κι ο πρώτος αιώνας μ.Χ. είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα των δυσκολιών που αντιμετωπίζονται στην αντιμετώπιση των διαφόρων τύπων ιστοριών) και δεύτερου αιώνα, των οποίων τα «ευαγγέλια» αργότερα επικρίθηκαν και λογοκρίθηκαν από την Κρατική Εκκλησία.
Όπως ανέλυσε η σημαντική θρησκειολόγος Elaine Pagels στο αποκαλυπτικό της βιβλίο, Τα Γνωστικά Ευαγγέλια, που τα παρουσιάζει, τα κείμενα δεν είναι σημαντικά μόνο καθεαυτά αλλά και γιατί μας βοηθούν να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα του πρώιμου χριστιανικού κινήματος και τις αιτίες της επικράτησης του Παυλιανισμού ως την κυρίαρχη εκδοχή που ακολουθούμε.
Γιατί αυτό που ονομάζουμε Χριστιανισμό – και αυτό που αναγνωρίζουμε ως χριστιανική παράδοση – στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει μόνο μια μικρή επιλογή συγκεκριμένων πηγών, που επιλέχθηκαν ανάμεσα σε δεκάδες άλλες… Με την ανακάλυψη των παπύρων για πρώτη φορά, όσοι λογοκρίθηκαν ως αιρετικοί μπορούν να μιλήσουν, έστω και υπόκωφα, μόνοι τους, όχι μέσα από την φωνή ων «νικητών».
Αυτά τα λεγόμενα Γνωστικά ευαγγέλια σκιαγραφούν μια πολύ διαφορετική εικόνα του Χριστού από αυτήν που σήμερα επικρατεί, και μία πίστη αρκετά διαφορετική από αυτήν που πιστεύουμε. Λόγω της ποικιλομορφίας που αγκάλιαζαν, είναι αδύνατο να συνοψίσουμε γρήγορα ή απλά τη Γνωστική θεολογία. Ούτε βοηθάει το γεγονός ότι η καταδίκη της επίσημης Εκκλησίας δεν επέτρεψε σε ούτε μία Γνωστική γραφή να επιβιώσει άθικτη από την αρχαιότητα.
Γενικότερα οι Γνωστικοί στηριγμένοι σε διδασκαλίες του Ιησού που αποτελούσαν επίσης μέρος μιας ζώσας παράδοσης, ασπάζονταν την ιδέα ότι όσοι προσεγγίζουν την ουσία του θεού με τα «ακατέργαστα» όργανα αίσθησης που διαθέτουν οι άνθρωποι έχουν παραπλανηθεί κατάφωρα και γι’ αυτό κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να Τον αντιπροσωπεύσει, ενώ μονάχα η γνώση εαυτού, μπορεί να οδηγήσει τον καθένα (και την καθεμιά για τους γνωστικούς) σε μία σύνδεση με τον Θεό.
Η Θεά Μητέρα, η Μαρία η Μαγδαληνή η Απόστολος, η ασημαντότητα εθίμων στα οποία άνθρωποι απονέμουν θεία χάρη όπως η βάφτιση ο γάμος με τον ιερέα ως διάμεσο, κενές τελετουργίες που δεν φέρουν σαφή έγκριση από τον Χριστό, όπως γράφουν, η ανηθικότητα να κουνάς τον σταυρό στη μάχη για να κατακτήσεις χρήμα κι εδάφη, ή να τον προσκυνάς, ένας Ιησούς που ποτέ δεν υπέφερε στην πραγματικότητα στο σταυρό – (μα δεν τελείωνε το αρχικό Ευαγγέλιο πχ του Ματθαίου στοκεφάλαιο16 μην αναφέροντας τίποτε για Ανάσταση και σπηλιά και αυτόπτες μάρτυρες, λες και δεν ήταν σημαντικά; ) όλα αυτά φαίνονται αφάνταστα ξένα προς τη σύγχρονη άποψη για τον χριστιανισμό.
Ακόμα και το να προτείνουμε να ψαχτούν τέτοια πράγματα στις περισσότερες γωνιές του χριστιανικού κόσμου σήμερα θα ήταν σαν να ανοίγαμε την πόρτα για να λιθοβοληθούμε, έστω και σημειολογικά. Κι όμως, ιδέες αυτού του είδους όχι μόνο προωθήθηκαν στους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού, αλλά προσέλκυσαν επίσης πολλούς οπαδούς και γνώρισαν σημαντική δημοτικότητα, τουλάχιστον αν κρίνουμε από την μανία και καυστικότητα με την οποία οι «ορθόδοξοι» αντίπαλοί τους επιτέθηκαν στους «αιρετικούς» που διέδωσαν αυτές τις ιδέες ώστε να τους καταστείλουν.
Αλλά η καρδιά της διαμάχης μεταξύ των Γνωστικών και της μετέπειτα Εκκλησίας που έγινε κράτος επικεντρώθηκε στο «γνώθι εαυτόν» και στην απόλυτα προσωπική σχέση με το θείο, άρα στην αξία των επισκόπων και των ιερέων, και στο αν υπήρχε καθόλου ανάγκη για κλήρο και για Εκκλησία που θα γινόταν ουσιαστικά Κυβέρνηση.
Για πολλούς Χριστιανούς τότε, τέτοια πράγματα ήταν χωρίς καμία βάση σε σχέση με όσα ήξεραν ή πίστευαν, ποιος ξέρει; ότι είπε ο Ιησούς. Ή, με τα λόγια του Γνωστικού δασκάλου Θεοδότου, «κάθε άτομο αναγνωρίζει τον Κύριο με τον δικό του τρόπο, όχι όλοι με τον ίδιο τρόπο».
Και πάλι, ο Pagels εξηγεί (σελ. xxxvi): «Η διερεύνηση των πρόσφατα ανακαλυφθέντων γνωστικών πηγών… υποδηλώνει ότι αυτές οι θρησκευτικές συζητήσεις – ερωτήματα σχετικά με τη φύση του Θεού ή του Χριστού – φέρουν ταυτόχρονα κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις που είναι κρίσιμες για την ανάπτυξη του Χριστιανισμού ως θεσμικής θρησκείας. Με απλούστερους όρους, ιδέες που έχουν επιπτώσεις αντίθετες με την ανάπτυξη μιας ανερχόμενης δομής χαρακτηρίζονται ως “αίρεση”. Ιδέες που την υποστηρίζουν έμμεσα γίνονται “ορθόδοξες” με την αυτοκρατορική βούλα».
Αυτό που είναι ιδιαίτερα συναρπαστικό σε όλα αυτά είναι ότι, ενώ η πόλη της Ρώμης και οι αστικές αντίστοιχές της περιοχές σε όλο τον ύστερο κλασικό κόσμο διασπούνταν σε συμμορίες και λατρείες και διάφορες ομάδες συμφερόντων, η ζωή και η θρησκεία στην ύπαιθρο, όπου ζούσε η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων υπό ρωμαϊκή κυριαρχία σε όλη την αρχαιότητα, άλλαξαν αξιοσημείωτα λίγο, απ’ όσο μπορούμε να ξέρουμε.
Εκεί, η λατρεία των τοπικών θεών και παγανιστικών πνευμάτων παρέμεινε, ακόμη και όταν αμέτρητοι στρατοί παρέλασαν και επαναστάσεις αναποδογύρισαν τα πάντα. Πολύ μετά τη ρωμαϊκή εποχή και μέχρι τον Μεσαίωνα, αυτές οι λεγόμενες παγανιστικές πεποιθήσεις συνεχίστηκαν.
Πράγματι, ο Χριστός του Ιουστινιανού ή του Καρλομάγνου συνάντησε περισσότερους από έναν Διόνυσο ή Θωρ στο πεδίο της μάχης των θεών μέχρι και τον όγδοο αιώνα και χρειάστηκε πολύ μαχαίρι όχι μόνο εναντίον των Αρειανών αλλά και των Καθαρών, δηλαδή των εσωτερικών εχθρών, πόσο μάλλον των άλλων. Ή ο εσωτερικός είναι πάντα ο σημαντικότερος εχθρός;

Είναι σημαντικό, λοιπόν, να σημειωθεί ότι τα περισσότερα από τα φαινόμενα που θεωρούμε ρωμαϊκά, συμπεριλαμβανομένου του Χριστιανισμού, ήταν χαρακτηριστικά της ζωής στις αστικές και όχι στις αγροτικές και συμβάδισαν με νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, θεσμικής νομιμοποίησης και απονομιμοποίησης και οικονομικής δραστηριότητας που αργά μα σταθερά αναδύονταν.
Ειδικά για τους διοικητές της Εκκλησίας, ιδίως μετά την σύνδεση της με τις αυτοκρατορικές κρατικές δομές από τον Κων/νο που τους ανέθεσε δύναμη, η έντονη διαμάχη αφορούσε τη διαμόρφωση της ιεραρχίας που τελικά κυβερνούσε την πρώιμη Εκκλησία, και αυτός, όπως και κάθε παρόμοιος , ανταγωνισμός δεν μπορούσε να σταθεί δίχως την δόμηση μιας κοινωνικής συνοχής γύρω τους που έτεινε να επικεντρώνεται γύρω από αυτό που συνιστούσε «καλός και έντιμος Χριστιανός» αποκλείοντας τους επιβλεψίες της θέσης τους ή όσους εναλλακτικούς χριστιανούς δεν ήθελαν να συμμετέχουν στο εξουσιαστικό πανηγύρι.
Και βέβαια αυτό καταγράφηκε στην γλώσσα, δημιουργώντας νέους όρους όπως η -δυτική ή ανατολική αδιάφορο- όπως η ορθοδοξία και η αίρεση (που σημαίνει κυριολεκτικά, «επιλογή», που υπονοεί την ελευθερία να ακολουθεί κανείς ένα δόγμα της δικής του επιθυμίας). Συναρπαστικό, δεν είναι, ότι ακόμη και τότε η «επιλογή» ήταν μια λέξη γύρω από την οποία στροβιλίζονταν οι δυναμικές μιας μεγάλης διαμάχης;

Το «κεντρικό» αποτέλεσμα όλων των προηγούμενων, ήταν ότι οι αξιωματούχοι της Εκκλησίας σκλήρυναν την ερμηνεία των γραφών και τι για αυτούς αποτελούσε αποδεκτό κείμενο. Τα Γνωστικά ευαγγέλια του Θωμά, της Μαρίας και του Φιλίππου, μαζί με πολλές άλλες αφηγήσεις για τη ζωή του Ιησού που κυκλοφορούσαν ευρέως εκείνη την εποχή, χαρακτηρίστηκαν αιρετικά και διαγράφηκαν από τον κανόνα της Καινής Διαθήκης.
Λίγο αργότερα, κληρικοί αξιωματούχοι διέταξαν την καταστροφή όλων των αντιγράφων αυτών των κειμένων και πιθανότατα εν μέσω αυτής της λογοκρισίας κάποιος/α άγνωστος/η υποστηρικτής/τρια των Γνωστικών (χέρια που έσκαβαν με πανικόβλητη αποφασιστικότητα στην άμμο) έθαψε αυτές τις γραφές στο Ναγκ Χαμάντι, παραδίδοντας τους σε έναν χρόνο που ήρθε πολλούς αιώνες αργότερα.
Αν ισχύει αυτό (και μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε), μια συστηματική προσπάθεια διαγραφής της ιστορίας μας προσφέρει όπως και σε άλλες περιπτώσεις την καλύτερη δυνατή πρόσβαση σε ό,τι πραγματικά συνέβη στο παρελθόν.
Πάντως ήταν τότε που η μορφή του Εωσφόρου άρχιζε σιγά σιγά (σε μια διαδικασία από τον 8ο ως τον 10ο αιώνα) να αλλάζει και από ένας παιγνιώδης άγγελος ταυτίστηκε με τον Σατανά, ένα απόλυτο καλό είχε ανάγκη από ένα ανάλογο συμπλήρωμα απόλυτου κακού και κύριε Ιανέ, φύση μας, δεν μπορούσες πια να υπάρχεις.
Τότε και άρχισε να μαζικοποιείται η απεικόνιση της ημέρας της κρίσης στον άμβωνες των εκκλησιών και τότε, φανταστείτε μόνο τον κόσμο πριν την τυπογραφία, η ζωγραφική ήταν όπως έχει πυκνά αποκληθεί το βιβλίο των φτωχών. Εάν παρακούσεις κοίτα τι θα πάθεις, σκελετοί νεκροκεφαλές ανοιχτοί τάφοι.
Προσδοκώμενος έλεγχος, σκυφτό κεφάλι. Μεταξύ των διοικητών της Εκκλησίας, η εσωτερική αναταραχή που προκλήθηκε από αυτές τις αιρέσεις ενέτεινε το ενδιαφέρον για την επισημοποίηση των ιερών λειτουργιών και των κάθε είδους αξιωμάτων. Το δόγμα και η τελετουργία επικεντρώθηκαν σε αυτό που είναι τώρα γνωστό ως τα επτά μυστήρια: βάπτισμα, χρίσμα, Ευχαριστία, μετάνοια, γάμος, χειροτονία και τελικό χρίσμα.
Η ηγεσία της εκκλησίας έπεσε στα χέρια επισκόπων, καθένας από τους οποίους επέβλεπε μια έδρα, ένα είδος θρησκευτικής «επαρχίας», στην οποία, όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν όλοι οι επίσκοποι ίσοι. Όσοι βρίσκονταν στα μεγάλα αστικά κέντρα της Αυτοκρατορίας έγιναν αρχιεπίσκοποι («επισκόποι») των οποίων η γνώμη είχε μεγαλύτερο βάρος λόγω των μεγάλων πληθυσμών που εκπροσωπούσαν. Συγκεκριμένα, ο Επίσκοπος Ρώμης ξεχώριζε μεταξύ των συναδέλφων του και ως εκ τούτου ονομαζόταν πάπας («Πατέρας»). Από αυτό εξελίχθηκε ο παπισμός και το αξίωμα του Πάπα.
Η δικαιολογία που προβλήθηκε για να προσδώσει αξιοπιστία σε αυτή τη γραφειοκρατία ρίχνει φως στον ψυχολογικό μηχανισμό της πρώιμης Εκκλησίας, ακόμη περισσότερο επειδή η συλλογιστική που χρησιμοποιήθηκε είναι πιθανό να βασίζεται σε επινοημένη ιστορία. Οι επισκοπές και οι έδρες της Ρωμαϊκής Δύσης αναπτύχθηκαν βέβαια σε μέρη που δεν σχετίζονταν με τον ίδιο τον Ιησού, μέρη που δεν μπορούσε καν να φανταστεί κανείς ότι πήγε ποτέ αυτοπροσώπως.
Έτσι, για να εδραιώσουν τις κοινότητές τους στον ίδιο τον Χριστό με κάποιο τρόπο, στην θεία προ-επιλογή, οι επίσκοποι, οι γραφειοκράτες της νέας ιδεολογίας, δεν είχαν άλλη επιλογή από το να χτίσουν εκ των υστέρων γέφυρες με τους αποστόλους του Ιησού, για επισκέψεις και θανάτους, και μαρτυρία, κι αυτό παρόλο που δεν υπήρχε σαφής ή αξιόπιστη μαρτυρία για τη ζωή τους μετά τη σταύρωσή του – πού πήγαν; τι κάνουν; πώς πέθαναν; –
Και δεν είχαν άλλη επιλογή από έναν θεό κατ’εικόνα και ομοίωσή των ηγεμόνων της βόρειας Ευρώπης, ξανθό, γαλανομάτη ψιλόλιγνο, (λες κι είχε βγει κατευθείαν από τα παιδιά των λουλουδιών) που σε λίγο (ιστορικά λίγο χρόνο εννοώ) θα γινόταν το πιο αποτελεσματικό όπλο της αποικιοκρατίας. Νέα εδάφη, νέα πλούτη, “με την άδεια του Θεού’ πάντα προς τους ομοίους του.
Τότε πάντως, μέσα σε αυτό το κενό δεδομένων, προέκυψε η δεδομένη σήμερα αφήγηση ότι οι Απόστολοι είχαν εξαπλωθεί σε όλη την Αυτοκρατορία, σπέρνοντας χριστιανικά κύτταρα και ιδρύοντας «προβολικά» τις έδρες των επισκόπων, κάτι που πιθανότατα εξυπηρετούσε την αλήθεια λιγότερο από την ανάγκη των επισκόπων να συνδέσουν την εξουσία τους άμεσα με τον ίδιο τον αμέτοχο σε όλα αυτά Ιησού, αποκτώντας δύναμη και χρήμα και απουσία κοινωνικού και πολιτικού σιγά σιγά ελέγχου ως εκπρόσωποί του θεού.
Μέσω αυτής της περίτεχνης ανακατασκευής του παρελθόντος – η μεταβίβαση της εξουσίας από τον Ιησού στους αποστόλους και στη συνέχεια στους επισκόπους ονομάστηκε αποστολική διαδοχή – οι γραφειοκράτες της Εκκλησίας συνέδεσαν την εξουσία τους με τις σπερματικές φωνές και τα γεγονότα της Καινής Διαθήκης προσθέτοντας παραγράφους που εξυπηρετούσαν την ανεγειρόμενη κοινωνικοπολιτική δομή και την αποδεκτή σε σχέση με αυτήν συνείδηση.
Αλλά αυτή η πορεία προς την ενδυνάμωση, είτε αναθεωρητική είτε όχι, αποδείχθηκε επίσης ότι δεν ήταν ομαλή ή εύκολη. Πέρα από τη συνεχιζόμενη αντίσταση των αιρετικών που προσπαθούσαν να υπονομεύσουν και να δυσφημίσουν ηγέτες όπως ο Πάπας, οι ίδιοι οι επίσκοποι ανταγωνίζονταν για τον πραγματικό έλεγχο ενός θεσμού που αποκτούσε ολοένα και μεγαλύτερο πλούτο και επιρροή.
Βέβαια, αφού καμία σύγχρονη εβραϊκή ή ρωμαϊκή αφήγηση δεν αποτελεί πρωτογενή απόδειξη των πραγματικών γεγονότων της ζωής του Ιησού, δεδομένου του κενού πηγών για τον αρχέγονο Χριστιανισμό δηλαδή, οι μελετητές δεν μπορούν να μιλήσουν – σίγουρα όχι με καμία αίσθηση άνεσης – για το αρχικό ερέθισμα που δημιούργησε αυτή τη θρησκεία. Αλλά οι μέθοδοι εξάπλωσής της, που δημιούργησαν μοτίβα πίστης και πρότυπα μαρτύρων στην πολιτική, συνδεδεμένα με τον μονοθεϊσμό, δηλαδή την συνομιλία του ανθρώπου με το «Απόλυτο» έχουν σχολιαστεί αρκετά.
Το πλέον εμβληματικό παράδειγμα είναι το αφήγημα για τους διωγμούς των Χριστιανών.
Αλλά αυτό αφορά το επόμενο, και τελευταίο, μέρος.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


