Σκεφτόμουν πριν την έναρξη της δίκης για την τραγωδία στα Τέμπη, ότι ο ελληνικός λαός έχει δείξει με τη στάση του πως την αντιμετωπίζει ως μια κορυφαία στιγμή για το κράτος δικαίου αλλά και ως την ύστατη ελπίδα για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης του απέναντι στη Δικαιοσύνη. Η σχέση αυτή έχει διαρραγεί επικίνδυνα με τραγικά αποτελέσματα για τη δημοκρατία στη χώρα.

Ads

Μια από τις μεγαλύτερες ήττες που έχουμε υποστεί ως κοινωνία έχει σχέση με αυτή την τραυματισμένη σχέση. Μιλώ για την τεράστια δυσπιστία αν όχι εχθρότητα απέναντι στον θεσμό της Δικαιοσύνης και στους πολιτειακούς θεσμούς γενικότερα.

Ads

Εκεί που περιμέναμε Δικαιοσύνη, είδαμε μπαζώματα και συγκαλύψεις. Εκεί που ελπίζαμε σε μια έμπρακτη αναγνώριση του πόνου των συγγενών, είδαμε κυβερνητικά στελέχη να τους συκοφαντούν και να τους ειρωνεύονται.

Ads

Η δίκη θα μπορούσε να είναι λοιπόν μια διαδικασία που θα σηματοδοτούσε ότι –έστω και καθυστερημένα– η Δικαιοσύνη μπορεί να σταθεί στο ύψος της. Αντί γι’ αυτό, οι εικόνες από το Λάρισα αποτυπώνουν ότι η πλήρης απαξίωση των θυμάτων και των οικογενειών τους δεν έρχεται φυσικά από μεμονωμένες κυβερνητικές φωνές, είναι κεντρική απόφαση της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Ads

Η πολυδιαφημισμένη από τον υπουργό αίθουσα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων δεν είναι απλώς ακατάλληλη αλλά μια επιλογή προσβλητική σύμφωνα με τα όσα είπαν συγγενείς και δικηγόροι. Οι συγγενείς, οι οποίοι περίμεναν τρία χρόνια για να ακουστεί η φωνή τους, βρέθηκαν τελικά στοιβαγμένοι σε μια ακατάλληλη αίθουσα (αν και πολυδιαφημισμένη από τον υπουργό), όρθιοι, χωρίς στοιχειώδεις συνθήκες ασφάλειας, με μικρόφωνα που δεν λειτουργούν σε συνθήκες συνωστισμού που δημιουργεί κινδύνους ακόμη και για τη σωματική ακεραιότητα των παρευρισκομένων.

Αν όλα αυτά δεν είναι πολιτική επιλογή, είναι σίγουρα δείγματα κραυγαλέας αδιαφορίας που ισοδυναμεί με περιφρόνηση.

Δικαίως η Μαρία Καρυστιανού μίλησε για «απόλυτη ντροπή και απαξίωση». Ο πρόεδρος της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, έθεσε ευθέως ζήτημα ασφάλειας: τι θα συμβεί αν υπάρξει πανικός σε μια αίθουσα χωρίς διέξοδο; Η Ζωή Κωνσταντοπούλου έθεσε το αυτονόητο ερώτημα: «Θα δικάσετε σε αυτές τις συνθήκες;».

Διαβάστε: Δίκη για Τέμπη / «Γιατί δώσατε 1 εκατομμύριο ευρώ, ενώ δεν χωράμε;» – Οργή από τους συγγενείς των θυμάτων

Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η οργή των ίδιων των συγγενών. «Δεν δεχόμαστε να τσαλαπατάτε τη μνήμη των παιδιών μας», φώναξε μητέρα θύματος. Ποιος θα πει άραγε πως η φράση δεν συμπυκνώνει το πραγματικό διακύβευμα της δίκης που δεν είναι μόνο η απόδοση ποινικών ευθυνών, αλλά και η ηθική αποκατάσταση των ανθρώπων που έχασαν τα πάντα και αντί για τη λύτρωση της δικαίωσης της μνήμης των συγγενών τους, εισπράτουν απαξίωση και ταπείνωση από την πολιτεία. Είναι σαφές ότι η κυβέρνηση είτε φοβάται είτε αδιαφορεί επιδεικτικά για το συμβολικό βάρος αυτής της διαδικασίας.

Η δε εικόνα των συγγενών στα έδρανα των κατηγορουμένων, δεν αποτυπώνει μόνο ανοργανωσιά. Η εικόνα αυτή που προέκυψε από την απαξίωση της διαδικασίας είναι ένας σκληρός συμβολισμός. Στα εδώλια κάθονται οι ενοχλητικοί μάρτυρες που επιμένουν να ζητούν δικαιοσύνη κι αντιμετωπίζονται συχνά σαν να είναι οι ίδιοι θύτες την ώρα που οι αρμόδιοι υπουργοί μένουν στο απυρόβλητο, ξανά διεκδικούν την ψήφο του λαού, ειρωνεύονται, επαίρονται τσαλαπατούν την αξιοπρέπεια τους και τη μνήμη των νεκρών συγγενών τους.

Η δίκη των Τεμπών θα διαρκέσει μήνες, ίσως χρόνια. Θα αξιολογήσουμε στο τέλος αν η Δικαιοσύνη στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, αν ανέδειξε παραλείψεις και τους πραγματικούς αίτιους. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο ξεκίνησε έχει ήδη αφήσει ένα ισχυρό συμβολικό αποτύπωμα.

Γιατί πριν ακόμη ακουστεί η πρώτη κατάθεση, πριν εξεταστούν τα πρώτα στοιχεία, πριν αποδοθούν οι πρώτες ευθύνες, έχει ήδη διαμορφωθεί σκληρή στον συμβολισμό της εικόνα: Οι συγγενείς που, αντί να βρουν δικαίωση, βρέθηκαν ξανά να παλεύουν όχι μόνο για την αλήθεια, αλλά και για τον αυτονόητο τον σεβασμό, κάθισαν από καραμπόλα στις θέσεις των κατηγορουμένων.