Διέγραψαν τους μισούς, περίπου, φοιτητές στα δημόσια πανεπιστήμια, 308.605 φοιτητές συγκεκριμένα από τους 600.000 περίπου εγγεγραμμένους. Και πανηγυρίζουν για το μεγάλο τους επίτευγμα…

Ads

Για να είμαστε αντικειμενικοί, από τους διαγραφέντες οι μισοί περίπου, που εισήχθησαν προ οικονομικής κρίσης και συνεπώς ήταν επί δεκαετίες ανενεργοί, μπορούν πράγματι να χαρακτηριστούν ως αιώνιοι και συνεπώς και να διαγραφούν.

Όχι όμως από το υπουργείο, δηλαδή από το κράτος, αλλά από τα ίδια τα πανεπιστήμια. Αφού προηγουμένως έχει προβλεφθεί σχετική διάταξη που να τους το επιτρέπει.

Καθώς η διαγραφή φοιτητών δια νόμου, όπως αντίστοιχα και η ενδεχόμενη εγγραφή φοιτητών χωρίς ακαδημαϊκές διαδικασίες και απόφαση των ίδιων των πανεπιστημίων, συνιστούν παράνομες πράξεις που προσκρούουν στη συνταγματικά κατοχυρωμένη διάταξη περί αυτοδιοίκησης των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.

Ads

Οι υπόλοιποι μισοί διαγραφέντες, όμως, που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ούτε ως ανενεργοί, ούτε και ως αιώνιοι, καθώς εισήχθησαν την τελευταία δεκαετία και μάλιστα εν μέσω οικονομικής κρίσης, φτώχειας και ακρίβειας στη χώρα με τους χαμηλότερους μισθούς και με τη μικρότερη αγοραστική δύναμη στην Ευρώπη, αυτοί διαγράφτηκαν άδικα και καταχρηστικά.

Κι αυτό γιατί εν μέσω οικονομικής κρίσης και έξαρσης της ακρίβειας και οξύτατου στεγαστικού προβλήματος στην χώρα με το μεγαλύτερο ποσοστό πληθυσμού στην Ευρώπη που αντιμετωπίζει το φάσμα της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, η πρώτη προτεραιότητα ενός κράτους δικαίου δεν είναι η διαγραφή όσων φοιτητών δεν είχαν τις οικονομικές προϋποθέσεις να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους εγκαίρως.

Αυτή η πολιτική της διαγραφής όσων φοιτητών δεν ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους στον χρόνο που αποφάσισε η κυβέρνηση είναι μια καθαρά ταξική πολιτική, που ευνοεί τους έχοντες και αδικεί κατάφωρα τους μη προνομιούχους φοιτητές.

Και επιπλέον, είναι μια άδικη κοινωνικά πολιτική, απολύτως αντιφατική με το πνεύμα της δημόσιας εκπαίδευσης. Η οποία σε ένα κράτος δικαίου οφείλει να εξασφαλίζει ισότιμη πρόσβαση στα αγαθά της Παιδείας σε όλους, ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης και κοινωνικής θέσης.

Οι οριζόντιες διαγραφές φοιτητών δια νόμου και όχι από τα ίδια τα πανεπιστήμια, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να εξετάσουν έναν προς έναν τους λόγους της καθυστέρησης των σπουδών των φοιτητών τους και να λάβουν μέτρα για να αντιμετωπίσουν τις αδικίες, είναι μια πολιτική κοινωνικά ανάλγητη και απολύτως ταξική.

Γιατί αν το υπουργείο και η κυβέρνηση είχαν τη δυνατότητα να εξετάσουν από κοντά τις αιτίες που οδήγησαν τους φοιτητές στη διαγραφή, θα αντιλαμβάνονταν ότι:

  1. Πολλοί από τους διαγραφέντες καθυστέρησαν το πτυχίο τους επειδή δεν είχαν τα μέσα να νοικιάσουν σπίτι και να σπουδάσουν εκτός της πόλης προέλευσής τους. Αναγκάστηκαν, λοιπόν, να σπουδάζουν εκ του μακρόθεν. Γεγονός που δεν τους επέτρεψε να έχουν τις ίδιες συνθήκες σπουδών με τους φοιτητές που είχαν την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσουν εκτός σπιτιών τους ή και με εκείνους που είχαν την τύχη να σπουδάζουν στις πόλεις όπου βρίσκονται τα σπίτια τους.

  2. Πολλοί από τους διαγραφέντες φοιτητές αναγκάστηκαν να εργαστούν κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, είτε για να βοηθήσουν τις οικογένειές τους που επλήγησαν από την κρίση, είτε και για να συντηρηθούν οι ίδιοι. Και όποιος ξέρει τις συνθήκες της αγοράς στις οποίες αναγκάζονται να εργάζονται οι νέοι σήμερα, θα γνώριζε ότι πολλοί δουλεύουν «μαύρα», χωρίς τις αποδείξεις που ζητά ο νόμος προκειμένου να εξαιρεθεί κάποιος εργαζόμενος φοιτητής από τη διαγραφή.

  3. Αρκετοί από τους διαγραφέντες αναγκάστηκαν να απομακρυνθούν από τις σπουδές τους λόγω οικογενειακών ή άλλων υποχρεώσεων. Όπως η φοιτήτρια από το ΕΚΠΑ που διαμαρτυρήθηκε γιατί η περίπτωσή της δεν προβλέπονταν στις εξαιρέσεις του μέτρου περί διαγραφής. Καθώς ήταν εργαζόμενη και κατά τη διάρκεια των σπουδών της παντρεύτηκε και γέννησε δυο παιδιά. Και η οποία έχασε την προϋπόθεση του νόμου για να εξαιρεθεί, καθώς τα τελευταία δυο χρόνια, εργαζόμενη ούσα και μεγαλώνοντας δυο παιδιά, δεν είχε τον χρόνο, αλλά ούτε και το μυαλό για να παρουσιαστεί έστω και μια φορά στις εξετάσεις.

  4. Αρκετά από τα νέα παιδιά που σπουδάζουν αντιμετωπίζουν σοβαρά ψυχολογικά ή άλλα προβλήματα υγείας που τα απομακρύνουν από τα πανεπιστήμια και τις σπουδές τους. Και είναι πολύ συχνό σε νέα παιδιά είτε να μην επιθυμούν να γνωστοποιήσουν την πάθησή τους, είτε και να μη βρίσκονται σε κατάσταση να συγκεντρώνουν τις ιατρικές αποδείξεις που απαιτούνται για να εξαιρεθούν από το μέτρο της διαγραφής.

  5. Σε πολλούς φοιτητές και φοιτήτριες μάλιστα, πολύ χειρότερα, συντρέχουν περισσότερες από μια από τις παραπάνω δυσχερείς συνθήκες που τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν προσωρινά τις σπουδές τους και να οδηγηθούν στο άδικο μέτρο της οριστικής τους διαγραφής.

Ένα κράτος δικαίου, που ενδιαφέρεται ειλικρινώς για την κοινωνική δικαιοσύνη και την ισότιμη πρόσβαση όλων στα αγαθά της Παιδείας, εν μέσω κρίσης και φτώχειας και ακρίβειας δεν καταφεύγει στις διαγραφές όσων αδυνατούν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους.

Αλλά αντίθετα, φροντίζει να αποκαταστήσει τις αδικίες και να υποστηρίξει τους οικονομικά αδύναμους να σπουδάσουν. Ενισχύοντας τη φοιτητική μέριμνα στα πανεπιστήμια, εξασφαλίζοντας φοιτητική στέγη χαμηλού κόστους, υξάνοντας τα κονδύλια για τα πανεπιστήμια και γενικώς υποσητρίζοντας τους φοιτητές και τις φοιτήτριες ώστε να αποκτήσουν πράγματι ισότιμη πρόσβαση στα αγαθά της Παιδείας.

Οι οριζόντιες διαγραφές φοιτητών από το κράτος και όχι από τα πανεπιστήμια είναι παράνομες, ως αντισυνταγματικές, καθώς προσβάλλουν τη συνταγματική πρόβλεψη της αυτοδιοίκησης των πανεπιστημίων.

Και επιπλέον είναι κοινωνικά ανάλγητες και ταξικές, καθώς παρήγαγαν σειρά κοινωνικών αδικιών που προσβάλλουν την απαίτηση του κοινωνικού κράτους για ισότιμη πρόσβαση όλων στις σπουδές και στα αγαθά της Παιδείας.

Και τέλος δεν προσφέρουν τίποτε ούτε στα πανεπιστήμια, ούτε και στο κράτος.

Το αποκαλούμενο «ξεκαθάρισμα των καταλόγων» δεν έχει καμία οικονομική επίπτωση, αφού οι ανενεργοί φοιτητές δεν κοστίζουν ούτε στα πανεπιστήμια, ούτε στο κράτος. Καθώς οι ανενεργοί φοιτητές δεν δικαιούνται καμία παροχή. Ούτε βιβλία, ούτε σημειώσεις, ούτε έκπτωση στις συγκοινωνίες, ούτε επιπλέον αίθουσες ή προσωπικό.

Κι ακόμη, το αποκαλούμενο «ξεκαθάρισμα των καταλόγων» θα μπορούσε να έχει λιγότερα θύματα, να έχει προκαλέσει λιγότερες αδικίες και να έχει εκτελεστεί νόμιμα, από τα ίδια τα πανεπιστήμια, στο πλαίσιο της διοικητικής και ακαδημαϊκής αυτοδιοίκησής τους.

«Πλανάται πλάνην οικτράν», τέλος, όποιος πιστεύει ότι οι οριζόντιες διαγραφές των μισών και παραπάνω εγγεγραμμένων φοιτητών είναι η μόνη εκδήλωση αναλγησίας και κοινωνικής αδικίας από πλευράς κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Προηγήθηκε το μέτρο της Εθνικής Βάσης Εισαγωγής, το οποίο στέρησε, με ένα διοικητικό μέτρο, τη δυνατότητα από 20.000 υποψήφιους περίπου τον χρόνο να εισαχθούν στα δημόσια πανεπιστήμια.

Ακολούθησε το μέτρο της αναγνώρισης των ιδιωτικών κολεγίων, στα οποία χωρίς εισαγωγικές εξετάσεις και χωρίς ακαδημαϊκές προϋποθέσεις, κατέφυγαν οι χιλιάδες υποψήφιοι που απορρίφθηκαν από τις εισαγωγικές, δίκην πελατείας.

Και τέλος, πριν τις διαγραφές, ήρθε το επίσης παράνομο, ως αντισυνταγματικό και συγχρόνως και αντιακαδημαϊκό μέτρο της αναγνώρισης, με ελάχιστες προϋποθέσεις, κάποιων ευνοημένων κολεγίων ως ιδιωτικών πανεπιστημίων. Εναντίον αυτών των ευνοημένων, στράφηκαν μάλιστα αμέσως τα υπόλοιπα, τα θεωρούμενα ως «αδικημένα» κολέγια, αποκαλύπτοντας με τον καλύτερο τρόπο το φαύλο καθεστώς της αναγνώρισής τους ως ιδιωτικών πανεπιστημίων.

Ο συνδυασμός αυτών των τεσσάρων κοινωνικά άδικων, ανάλγητων και κατ’ όνομα «μεταρρυθμίσεων» στην Παιδεία, αποκαλύπτει το ταξικό πρόσημο της εκπαιδευτικής πολιτικής της κυβέρνησης.

Μιας πολιτικής που ευνοεί τους λίγους και προνομιούχους και αδικεί κατάφωρα τους πολλούς και αδύναμους οικονομικά.

Μιας πολιτικής που κατήργησε οριστικά το δημοκρατικό δικαίωμα κάθε πολίτη να έχει ισότιμη πρόσβαση στη δημόσια εκπαίδευση και μέσω αυτής να απολαμβάνει ισότιμη συμμετοχή στα αγαθά της Ανάπτυξης και της Ευημερίας.

*Γιάννης Α. Μυλόπουλος, Καθηγητής, πρώην Πρύτανης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης