Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν τον συντάκτη τους, χωρίς να συμπίπτουν κατ' ανάγκη με την άποψη του Tvxs.gr
Ο καθηγητής και συγγραφέας Χρήστος Λάσκος, γράφει με αφορμή το βιβλίο «Ασφαλειοποιημένος ανθρωπισμός: Κοινωνική πολιτική και προσφυγικό στην Ελλάδα (2015 -2025)» που επιμελούνται επιστημονικά ο Νίκος Κουραχάνης και ο Δημοσθένης Παπαδάτος, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος και παρουσιάζεται την Παρασκευή 16 Οκτωβρίου, στις 7.30 μ.μ., στο βιβλιοπωλείο-καφέ Σαχέλ (Ιπποκράτους 209).
«Το ταξίδι κάθε μετανάστη είναι ένα ταξίδι που πραγματοποιείται με μεγάλο θάρρος και πίστη. Η δράση τους φέρνει ελπίδα και αποτελεί έμπνευση σε αυτού τους σκοτεινούς καιρούς». Nidzara Ahmetasevic – Manja Petrovska
Οι προτάσεις που προηγούνται είναι οι καταληκτήριες του τέταρτου κεφαλαίου του βιβλίου, που έχει τον τίτλο «Επανασυσκευάζοντας τον ιμπεριαλισμό». Είναι προτάσεις ελπίδας, οι οποίες, στη συνθήκη προϊόντος εκφασισμού που ζει ο κόσμος, φαίνεται σα να είναι wishful thinking. Ίσως και να αποδειχτεί, τελικά, πως είναι. Όπως κι αν έχει το πράγμα, όμως, η επένδυση στο θάρρος και την πίστη είναι η μόνη ελπίδα· το γεγονός πως πρόκειται για θάρρος και πίστη των πιο απεγνωσμένων ανάμεσα στους απεγνωσμένους είναι που δίνει στην ελπίδα αληθοφάνεια, την οποία ο καιρός αμφισβητεί πλήρως. Αν τα κατεξοχήν «θύματα» πιστεύουν, γιατί όχι κι εμείς;
Οι επιμελητές του βιβλίου θεωρούν πως η επιλογή της τελευταίας δεκαετίας ως περίοδο αναφοράς εξηγείται από το γεγονός ότι το 2015 είναι ένα σημείο τομής για την προσφυγική πολιτική συνολικά, αλλά και την κοινωνική πολιτική για τους πρόσφυγες ειδικότερα. Τομής μέσα στη συνέχεια, αλλά πάντως τομής: αυτή την τομή σηματοδότησε το «μεγάλο [ελληνικό] καλοκαίρι» του 2015 και η Κοινή Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας, τον Μάρτιο του 2016.
«Στη δεκαετία αυτή», διαβάζουμε, «αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια εντατικοποιημένη εκδοχή του δόγματος νεοφιλελεύθερης ασφαλειοποίησης: τη σύζευξη βιοπολιτικής και θανατοπολιτικής διακυβέρνησης συνόρων με το ευρύτερο πλέγμα των υπολειμματικών κοινωνικών πολιτικών για τη διαχείριση της ακραίας φτώχειας. Αντί να αναλάβουν την ευθύνη της υποδοχής προσφύγων στην προοπτική κοινωνικής ένταξής τους, εθνικές κυβερνήσεις και διακυβερνητικοί οργανισμοί προέκριναν μια στρατηγική “ασφαλειοποιημένου ανθρωπισμού”.
Η στρατηγική αυτή επιβεβαίωνε, εμβαθύνοντάς τη, μια τομή σε σχέση με το μεταπολεμικό καθεστώς διεθνούς ανθρωπιστικής/προσφυγικής προστασίας: από τη δέσμευση των συμβαλλόμενων κρατών στην αρχή της μη επαναπροώθησης και την αναγνώριση των ελάχιστων έστω κοινωνικών δικαιωμάτων για τους πρόσφυγες (ρητά, πάντως, σε ισότιμη βάση με τους πολίτες των χωρών υποδοχής), ο ασφαλειοποιημένος ανθρωπισμός σήμαινε την ακύρωση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στους δύο πυλώνες του. Έτσι, η μεν ανάδειξη της Τουρκίας ως «ασφαλούς τρίτης χώρας» ουσιαστικά αναιρούσε την αρχή της μη επαναπροώθησης -η δε τυπική δέσμευση στην εγγύηση δικαιωμάτων ακυρωνόταν, με τον πήχη να κατεβαίνει στην κρατική ή/και ιδιωτική παροχή υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης για την οριακή επιβίωση και την παυσίπονη ανακούφιση των προσφύγων» (σελ. 27).
Είναι γνωστό πως η Συνθήκη της Γενεύης για τους Πρόσφυγες, το 1951 ήρθε, με έναν τρόπο, να απαντήσει στην αισχρή στάση των «πολιτισμένων» κρατών, που, τα χρόνια πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο άφησαν στο έλεος των φασιστών τους Εβραίους, ιδίως, πρόσφυγες, αρνούμενες ακόμη και τη στοιχειώδη βοήθεια. Ήταν, σα να λέμε, ένα είδος έμπρακτης «μεταμέλειας» για την αντικειμενική συνέργειά τους σtη Shoah. Τα χρόνια πέρασαν, οι μνήμες και οι αντίστοιχες «υποχρεώσεις» αναιρέθηκαν, τα άμεσα συμφέροντα επανήλθαν στο προσκήνιο.
***
Στο μάθημα της Πολιτικής Αγωγής, που δίδασκα επί καιρό στην Α΄ τάξη του Λυκείου, το βιβλίο παρέθετε, με περηφάνεια σχεδόν, πως, όπως φαίνεται από τις Ικέτιδες του Αισχύλου, εδώ σε αυτά τα μέρη, είχαμε την «πρώτη αποτύπωση της έννοιας του ασύλου στην ιστορία»· Το αίτημα που έκαναν οι 50 κόρες του Δαναού έγινε αποδεκτό από τον Πελασγό, ο οποίος, μάλιστα, απάντησε πως θα ρωτήσει πρώτα το λαό του· οι Αργίτες αποφάνθηκαν με ανάταση του χεριού τους. Αξίζει να σημειώσω πόσο αποδεκτή ήταν από τα παιδιά η μεγαλόκαρδη στάση απέναντι στους πρόσφυγες, πράγμα που με κάνει πάντα να πιστεύω πως η φιλο-προσφυγική διάθεση αναπτύσσεται σχεδόν αυθόρμητα, όταν δεν προωθούνται συνειδητά και σκόπιμα οι κυρίαρχες σήμερα αγριανθρωπικές επιλογές.
Όπως σημειώνουν οι επιμελητές, η αναγωγή του μεταναστευτικού-προσφυγικού ζητήματος σε κίνδυνο για την (εθνικο-κρατική) ασφάλεια άλλαξε άρδην την αντιμετώπιση των προσφύγων σε σχέση με την αντίστοιχη μεταπολεμική – εκείνη που, στις συνθήκες της αντιφασιστικής νίκης, και ενός πολιτικού συσχετισμού σε διεθνές επίπεδο ευνοϊκού για τις προοδευτικές δυνάμεις, είχε στο επίκεντρο τις ανάγκες των προσφύγων.
Δεν είναι τυχαίο πως η λέξη που έχει επικρατήσει στην περιγραφή των προσφυγικών μετακινήσεων σε αναζήτηση προστασίας και καλύτερης ζωής είναι οι «ροές»: σχεδόν φυσικά φαινόμενα, που αν δεν ελεγχθούν έγκαιρα και αποτελεσματικά –στην «πηγή», αν είναι δυνατόν–, θα οδηγήσουν σε φυσική καταστροφή ή «κρίση».
Η μετατόπιση προς μια πρόσληψη του φαινομένου ως κινδύνου για την ασφάλεια, η ασφαλειοποίηση, μετέτρεψε την προσφυγική πολιτική σε ζήτημα διαχείρισης των ανθρώπινων «ρευστών», που δεν είναι μόνον «ογκώδη», αλλά και πολύ «προβληματικά» στη σύνθεσή τους. Πρόκειται για ζήτημα μάνατζμεντ, όπου η αποδοτικότητα είναι από τα θεμελιώδη κριτήρια· και αποδοτικότητα σημαίνει, όσο λογικά παράδοξο κι αν φαίνεται στην περίπτωση αυτή, ό,τι και στις επιχειρήσεις. Εξού και η πλήρης, σχεδόν, ιδιωτικοποίηση της «ανθρωπιστικής» πρακτικής, η εφαρμογή ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων σε ό,τι έχει απομείνει στο κράτος, η διαμόρφωση εν τέλει μιας «ανθρωπιστικής» Βιομηχανίας, η οποία έχει τη δυνατότητα να παράγει ακόμα και υλικά ωφελήματα για τους διαχειριστές της: οι δυναμικά ανερχόμενες ΜΚΟ έπαιξαν και οι ίδιες πολύ το χαρτί της αποδοτικότητας.
Στην πραγματικότητα, η τροπή αυτή εντοπίζεται ήδη στα ύστερα ‘70s, όταν η πρώτη μεγάλη καπιταλιστική κρίση μετά τον πόλεμο οδήγησε σε τεράστιες πολιτικές μετατοπίσεις. Η νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση συνδέεται ισχυρά με τις αλλαγές στάσεων και πρακτικών απέναντι στους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Η κοινωνική πολιτική ακολούθησε το δρόμο της νεοφιλελεύθερης υποστροφής, μετατρεπόμενη, από μια καθολική πολιτική υπέρ των εργαζομένων, σε υπολειμματικές παρεμβάσεις σχετικές με την (πολύ) ακραία φτώχεια. Από αυτήν την άποψη, η εξευτελιστική αντιμετώπιση των προσφύγων είναι άμεσα συνδεδεμένη με την συνολικότερη αντιμετώπιση της ενδογενούς φτώχειας, μιας διαρκούς συνθήκης επιβιοτικής ανασφάλειας, προσωρινότητας και ακραίας αβεβαιότητας. Η διαχείριση περιττών πληθυσμών έγινε η καρδιά της κοινωνικής (!) πολιτικής και οι πρόσφυγες έγιναν οι πιο περιττοί από όλους.
Στο πλαίσιο αυτής της διαχείρισης, έχουν εμπεδωθεί ευρέως αντιλήψεις σχετικά με το δυσβάσταχτο οικονομικό κόστος, που δήθεν αντιπροσωπεύουν οι πρόσφυγες για το κράτος υποδοχής. Στο βιβλίο αποδομείται πλήρως αυτό το «επιχείρημα»: ειδικά για την Ελλάδα παρουσιάζεται η αποκαλυπτική σύγκριση μεταξύ του 1923-24, όταν ενσωματώθηκαν 1.000.000 πρόσφυγες, σε συνολικό πληθυσμό μόλις 500.000, σχεδόν 20%, και στους 60.000 που παρέμειναν στην Ελλάδα το 2016, δηλαδή το 0.6%! Αλλά και το 1.000.000 πρόσφυγες που κινήθηκαν προς την ΕΕ, δεν αποτελούν παρά το 0.22% του ευρωενωσιακού πληθυσμού.

Αν το δούμε, βέβαια, από μια άλλη ματιά, πράγματι, το οικονομικό βάρος είναι «δυσβάσταχτο». Γιατί, π.χ., η μπίζνα του ιδιωτικοποιημένου «ανθρωπισμού» έχει στηθεί με ένα εταιρικό (sic) πρότυπο, το οποίο αμείβει πλουσιοπάροχα τα στελέχη, όχι όμως τους εργαζόμενους στο πεδίο, ενώ φροντίζει να στήνει πανάκριβα κοντέινερ, με κόστος μεγαλύτερο από αυτό της κατασκευής κανονικών διαμερισμάτων, και διπλάσιο από εκείνο της ανακαίνισης δημόσιων κτιρίων, που είναι ανενεργά!
***
Αναφέρθηκα ήδη σε μια σχολική μου εμπειρία. Άλλες τέτοιες μου ήρθαν στο μυαλό διαβάζοντας το βιβλίο. Επί σημιτικού «εκσυγχρονισμού», για παράδειγμα, μας ζητούσαν να μη γράφουμε στο σχολείο παιδιά μεταναστών, αν οι γονείς τους δεν ήταν βεβαιωμένα «μη-παράτυποι». Δεν υπακούαμε κι αυτό αφορούσε τη μεγάλη πλειονότητα των εκπαιδευτικών· και πολλών συντηρητικών, ακόμη. Άλλος ένας λόγος για ελπίδα αυτές οι μνήμες. Όπως και πιο πρόσφατες, μετά το 2015. Μαθητές και καθηγητές, στο σύνολό τους, βρέθηκαν, πάντα σχεδόν, στην πλευρά της αλληλεγγύης, η οποία, διαρκώς και περισσότερο, εγκληματοποιείται από ένα κράτος που όσο πιο πολύ εξευτελίζεται στα ουσιώδη της «εθνικής κυριαρχίας» τόσο πιο επιθετικό εμφανίζεται απέναντι στους αδύναμους.
Το βιβλίο, με 23 κεφάλαια, γραμμένα από ακαδημαϊκούς εγνωσμένης πραγματογνωμοσύνης, ένα ενδιαφέρον επίμετρο του ταγμένου στην υπόθεση Δημήτρη Χριστόπουλου και μια κατατοπιστικότατη εισαγωγή του Νίκου Κουραχάνη και του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου, εξίσου ταγμένων κι αυτών, αποτελεί μοναδική προσφορά, όχι μόνο στην έρευνα, αλλά –και κυρίως– στο κίνημα, το οποίο έχει ανάγκη όλων των ειδών τα εφόδια, στον πολύ δύσκολο αυτόν καιρό.
Θάθελα να κλείσω με μια σκέψη, που πηγαίνει πέρα από τον ειδικό προβληματισμό του βιβλίου, μια σκέψη με ευρύτερο πολιτικό χαρακτήρα. Δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, αμφιβολία πως η κυβέρνηση του κ. Τσίπρα είχε πολύ μεγαλύτερη ευαισθησία και διάθεση προσφοράς στους πρόσφυγες από αυτές που προηγήθηκαν και, ακόμα περισσότερο, από αυτές που ακολούθησαν. Κι όμως: ήταν αυτή που συμφώνησε να εφαρμόσει την Κοινή Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας, την πιο επαίσχυντη πολιτική επιλογή – την πιο αντιπροσφυγική στην πράξη. Η γνώμη μου είναι πως θα πρόσφερε περισσότερα αν αντιτάσσονταν, φτάνοντας και στην παραίτηση ακόμα. Η έμπρακτη, έστω εξαναγκασμένη (;), νομιμοποίηση του αγριανθρωπισμού είναι κηλίδα ανεξίτηλη. Τι να την κάνει αλήθεια η Αριστερά την κυβέρνηση, αν αυτό είναι όλο που μπορεί να κάνει;
Η αναφορά έχει, όπως είναι κατανοητό, ευρύτερα στρατηγικό χαρακτήρα, αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα πρέπει να επιδιώκεται η ανάληψη κυβερνητικών θέσεων. Αλλιώς, το ερώτημα σχετικά με το «εάν είναι καλό [για τους αδύναμους] να κυβερνά η Αριστερά» δεν μπορεί να περιμένει απάντηση.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


