Δεν ήταν ο πιο γρήγορος. Δεν πλησίαζε καν τα Ολυμπιακά ρεκόρ.

Ads

Κι όμως, ο Έρικ Μουσαμπάνι μάς χάρισε ένα από τα πιο δυνατά μαθήματα στην ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων, μία από τις πλέον συγκινητικές στιγμές της διοργάνωσης!

Ads

Στις 19 Σεπτεμβρίου 2000 στο Σίδνεϊ. Ένας 22χρονος αθλητής από την Ισημερινή Γουϊνέα.

Ads

Η διαδρομή του προς τους Ολυμπιακούς Αγώνες δεν είχε τίποτα το κοινό με τις συνηθισμένες πορείες των άλλων αθλητών.

Ads

Είχε αρχίσει να ασχολείται με την κολύμβηση μόλις οκτώ μήνες πριν από την έναρξη των Αγώνων και δύο μήνες μετά ιδρύθηκε η Κολυμβητική Ομοσπονδία της χώρας του.

Όσο για την προπόνησή του, κάθε άλλο παρά ιδανική ήταν. Επειδή στη χώρα του δεν υπήρχε δημόσια πισίνα, ο Έρικ έκανε προπόνηση στην πισίνα ενός ιδιωτικού ξενοδοχείου.

Από τις 5 έως τις 6 το πρωί, μόλις τρείς ώρες την εβδομάδα. Για να συμπληρώσει την προπόνησή του κολυμπούσε στα νερά τής Ισημερινής Γουϊνέας, τα οποία ήταν γεμάτα καρχαρίες.

Όσο δε για προπονητή, αυτόν το ρόλο τον ανέλαβαν οι ψαράδες τής περιοχής! Αυτοί τον συμβούλευαν πώς να συντονίζει τις κινήσεις των χεριών και των ποδιών του για να μη βυθίζεται.

Εξασφάλισε την πρόκρισή του μέσω του συστήματος πρόσκλησης, το οποίο είχε σχεδιαστεί για να ενθαρρύνει τη συμμετοχή αθλητών από αναπτυσσόμενες χώρες.

Το πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό ήταν στην Αυστραλία και το Σίδνεϊ. Ήταν ένας από τους τέσσερις αθλητές που εκπροσωπούσαν τη χώρα του, ο ένας από τους δύο κολυμβητές της.

Όταν πήγε στο Ολυμπιακό συγκρότημα που θα φιλοξενούσε τα αγωνίσματα κολύμβησης, έμεινε έκθαμβος. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που έβλεπε πισίνα 50 μέτρων.

Έκανε προπόνηση την ίδια ώρα με την ομάδα των ΗΠΑ και προσπαθούσε να μελετήσει λίγο τις τεχνικές τους.

Ένας Νοτιοαφρικάνος προπονητής τού έδωσε ένα αγωνιστικό μαγιό κι ένα ζευγάρι γυαλιά κολύμβησης και το βοήθησε να βελτιώσει τον τρόπο με τον οποίο κολυμπούσε. Το πρωί της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, ο Έρικ ανέβηκε στο βατήρα για την πρώτη από τις δέκα σειρές των 100 μέτρων ελεύθερο.

Μία ιστορική στιγμή για την Ισημερινή Γουϊνέα, καθώς ο Μουσαμπάνι έγινε ο πρώτος αθλητής της που αγωνίστηκε στην κολύμβηση σε διεθνές επίπεδο.

Μέχρι το 2000, αυτή η μικρή χώρα της Αφρικής είχε συμμετοχή μόνο στο Στίβο, στην παρθενική της εμφάνιση στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1984 στο Λος Άντζελες.

Στους βατήρες, δίπλα στον Μουσαμπάνι, βρίσκονταν ο Καρίμ Μπαρέ από τη Νιγηρία κι ο Φαρχόντ Οριπόφ από το Τατζικιστάν.

Και οι δύο ακυρώθηκαν γιατί έπεσαν στο νερό κλάσματα του δευτερολέπτου νωρίτερα από το επιτρεπόμενο. Έτσι, ο Μουσαμπάνι θα περνούσε στον επόμενο γύρο, ανεξάρτητα από τη θέση κατάταξής του και το χρόνο του.

Ολοκλήρωσε τα πρώτα 50 μέτρα της κούρσας σε 40,97 δευτερόλεπτα, έχοντας μία σταθερή ταχύτητα.

Μετά τη στροφή όμως, άρχισαν οι δυσκολίες για τον Έρικ, κυρίως για το συγχρονισμό των κινήσεων χεριών και ποδιών. Οι δυνάμεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν, κι ήταν αμφίβολο αν θα μπορούσε να ολοκληρώσει τη κούρσα.

Τότε, συνέβη κάτι πολύ πιο σημαντικό από ένα χρονόμετρο. Όρθιοι, οι περίπου 17.000 θεατές, άρχισαν να τον χειροκροτούν και να τον ενθαρρύνουν, δίνοντας του δύναμη να τερματίσει.

Στα τελευταία μέτρα, οι κινήσεις του ήταν αργές και βαριές. Ήταν εξαντλημένος, αλλά συνέχισε.

Τερμάτισε! Άγγιξε τον τοίχο της πισίνας, κάνοντας τα 100 μέτρα σε 1 λεπτό και 52,72 δευτερόλεπτα. Ήταν ο χειρότερος χρόνος ανάμεσα σε όλους τους συμμετέχοντες. Αυτό όμως δεν είχε καμία σημασία. Οι θεατές τον αποθέωσαν!

Όχι επειδή κέρδισε. Επειδή δε σταμάτησε! Για το κουράγιο και τη θέλησή του. Για κάτι που δεν αποτυπώθηκε στον πίνακα των αποτελεσμάτων.


Αυτό που κατάφερε εκείνη την ημέρα ο Μουσαμπάνι ήταν να θυμίσει σε όλον το κόσμο ότι ο αθλητισμός δεν είναι μόνο ρεκόρ, νίκες και μετάλλια.

Είναι η συμμετοχή, η προσπάθεια και η δύναμη να συνεχίζεις όταν όλα δείχνουν ότι δεν έχεις καμία πιθανότητα να διακριθείς. Για όλα αυτά, κέρδισε το σεβασμό, το θαυμασμό και την αγάπη του κόσμου.

Την άλλη μέρα, ο Έρικ βρέθηκε στο επίκεντρο της προσοχής όλων των Μέσων Ενημέρωσης. Οι πάντες ήθελαν να μάθουν την απίστευτη ιστορία του άγνωστου αθλητή από την Ισημερινή Γουϊνέα. Το πρόσωπό του εμφανίστηκε σε όλους τους τηλεοπτικούς σταθμούς σε ολόκληρο τον κόσμο.

Χάρη στην προσπάθειά του εκείνο το πρωϊνό του Σεπτεμβρίου, η χώρα του διαθέτει σήμερα δύο πισίνες 50 μέτρων.

Η κολυμβητική του καριέρα δεν σταμάτησε μετά το Σίδνεϊ. Πήρε μέρος στα 50 μέτρα ελεύθερο στο Παγκόσμιο πρωτάθλημα Υγρού Στίβου το 2001, όπου τερμάτισε 88ος μεταξύ 92 αθλητών, σημειώνοντας νέο Εθνικό ρεκόρ.

Επίσης, κατάφερε να βελτιώσει το ατομικό του ρεκόρ στα 100 μέτρα ελεύθερο, πετυχαίνοντας Εθνικό ρεκόρ με χρόνο 57 δευτερόλεπτα.

Τον Μάρτιο του 2012, ο Μουσαμπάνι ανέλαβε προπονητής της Εθνικής ομάδας κολύμβησης της χώρας του. Πατέρας τεσσάρων παιδιών, ζει και εργάζεται στο Μαλάμπο, την πρωτεύουσα της Ισημερινής Γουϊνέας.

Η υπέροχη και συγκινητική του προσπάθεια στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίδνεϊ θα αποτυπωθεί στην Αυστραλιανής παραγωγής ταινία ERIC the EEL – An Olympic story, εκεί όπου ο Έρικ το χέλι διηγείται την ιστορία του και τη ζωή του.

Αυτήν την ιστορία που θα μάς θυμίζει πάντα ότι σημασία δεν έχει μόνο να κερδίζεις. Σημασία έχει να συνεχίζεις. Γιατί, υπάρχουν νίκες που γράφονται σε πίνακες, και νίκες που γράφονται στις καρδιές.

Ο Έρικ το χέλι, δεν έγινε γνωστός επειδή ήταν ο ταχύτερος κολυμβητής στον πλανήτη.

Έγινε γνωστός επειδή, σε εκείνα τα 100 μέτρα, κολύμπησε για την πατρίδα του, τον εαυτό του, την περηφάνια του. Και απέδειξε ότι, ηττημένος δεν είναι αυτός που τερματίζει τελευταίος. Είναι αυτός που αποφασίζει να μην προσπαθήσει.

Έρικ Μουσαμπάνι! Ο αθλητής που δεν κέρδισε μία κούρσα. Κέρδισε όμως μία θέση στην Ιστορία!