Αν ο Ζακ Λακάν παρακολουθούσε σήμερα τον Ντόναλντ Τραμπ ως πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών –και κυρίως ως πολιτικό φαινόμενο που επιμένει πέρα από εκλογικούς κύκλους– δύσκολα θα ενέδιδε στον πειρασμό της ψυχολογικοποίησης.

Ads

Δεν θα τον ενδιέφερε αν ο Τραμπ είναι ναρκισσιστής, μεγαλομανής ή «ασταθής», όπως συχνά επαναλαμβάνεται στο δημόσιο λόγο.

Ads

Για τον Λακάν, τέτοιες περιγραφές ανήκουν στο επίπεδο του φαντασιακού και συσκοτίζουν το ουσιώδες. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος είναι ο Τραμπ, αλλά τι εκπροσωπεί. Τι είδους επιθυμία ενσαρκώνει και σε ποια δομή λόγου εγγράφεται η πολιτική του παρουσία.

Ads

Στη λακανική θεωρία, ο «λόγος» δεν είναι απλώς ρητορική ή επικοινωνιακή στρατηγική. Είναι ένας τρόπος κοινωνικού δεσίματος, μια δομή που οργανώνει τη σχέση ανάμεσα στην εξουσία, τη γνώση, το υποκείμενο και την απόλαυση. Από αυτή τη σκοπιά, ο Τραμπ δεν θα αναλυόταν από τον Λακάν ως άτομο, αλλά ως σύμπτωμα. Ως κάτι που αναδύεται όταν μια κοινωνία αδυνατεί να αρθρώσει αλλιώς τις αντιφάσεις της.

Ads

Ο Τραμπ λειτουργεί, θα έλεγε ο Λακάν, ως σημαίνον κενό ή ασταθές. Τα συνθήματά του –«Make America Great Again», «America First»– δεν παραπέμπουν σε σαφές πολιτικό πρόγραμμα, αλλά σε μια αόριστη υπόσχεση αποκατάστασης μιας χαμένης πληρότητας. Το «great» δεν ορίζεται ποτέ, ακριβώς επειδή δεν πρέπει να οριστεί. Είναι ένα σημαίνον ανοιχτό σε προβολές, φαντασιώσεις και νοσταλγίες. Δεν ενώνεται με το νόημα, αλλά με την επιθυμία και τη συγκινησιακή φόρτιση.

Σε αυτό το σημείο, ο Λακάν θα μιλούσε για την κατάρρευση του Μεγάλου Άλλου. Ο Μεγάλος Άλλος ( όπως οι θεσμοί, οι αυθεντίες, η επιστημονική γνώση, τα ΜΜΕ, τα πολιτικά κόμματα) είναι αυτός που εγγυάται ότι ο λόγος έχει νόημα και συνοχή. Στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες, αυτή η εγγύηση έχει διαβρωθεί. Η δυσπιστία απέναντι στους «ειδικούς» και στις θεσμικές αλήθειες δεν είναι απλώς λαϊκιστική παρεκτροπή αλλά αποτελεί δομικό σύμπτωμα. Ο Τραμπ αναδύεται μέσα από αυτό το κενό. Δεν υπόσχεται αλήθεια, αλλά απόλαυση. Την απόλαυση να μιλά κανείς χωρίς φραγμούς, χωρίς διορθώσεις, χωρίς «πολιτική ορθότητα».

Ο λόγος του Τραμπ θα μπορούσε να ιδωθεί ως μια παραμορφωμένη εκδοχή του «λόγου του κυρίου». Όμως δεν πρόκειται για τον παραδοσιακό αυταρχικό λόγο που επιβάλλει νόμο και τάξη.

Είναι ένας κυνικός λόγος, που δηλώνει έμμεσα ότι ο νόμος δεν ισχύει για τον ίδιο. Όταν ο Τραμπ λέει κάτι και την επόμενη στιγμή το αναιρεί ή το αντιστρέφει, αυτό δεν είναι απλώς αναξιοπιστία. Είναι επίδειξη ισχύος: δείχνει ότι μπορεί να αποδεσμευτεί από το ίδιο του το νόημα. Ο λόγος του δεν δεσμεύεται από την αλήθεια, αλλά από την αποτελεσματικότητα στο επίπεδο της απόλαυσης.


Εδώ ο Λακάν θα έβλεπε μια στενή συγγένεια με τον «λόγο του καπιταλιστή», τον οποίο περιέγραψε στα τελευταία του σεμινάρια. Πρόκειται για ένα λόγο που υπόσχεται άμεση ικανοποίηση, χωρίς έλλειψη, χωρίς αναβολή, χωρίς συμβολική μεσολάβηση.

Ο καπιταλιστικός λόγος λέει στο υποκείμενο «Απόλαυσε». Ο Τραμπ μεταφράζει αυτή την εντολή σε πολιτικούς όρους με απλές λύσεις, με άμεσοι εχθροί, με καθαρές διαχωριστικές γραμμές. Μετανάστες, «ελίτ», δημοσιογράφοι, διεθνείς οργανισμοί γίνονται φορείς της έλλειψης, αυτοί που «κλέβουν» την απόλαυση που υποτίθεται ότι ανήκει στον «λαό».

Ιδιαίτερη σημασία για τον Λακάν θα είχε όχι μόνο ο Τραμπ, αλλά και η σχέση των υποστηρικτών του μαζί του. Το ερώτημα δεν είναι γιατί τον πιστεύουν, αλλά τι απολαμβάνουν μέσα από αυτόν.

Η λακανική απόλαυση (jouissance) δεν είναι απλή ευχαρίστηση, είναι μια ένταση, συχνά επώδυνη, που συνδέεται με την παραβίαση ορίων. Ο Τραμπ προσέφερε στους ψηφοφόρους του την απόλαυση της αγανάκτησης, του θυμού, της προσβολής. Τους επέτρεψε να πουν και να σκεφτούν αυτό που προηγουμένως θεωρούνταν απαγορευμένο ή ντροπιαστικό.

Από αυτή την οπτική, η ηθική καταδίκη του Τραμπ από τον φιλελευθερισμό ως «επικίνδυνος», «ανεύθυνος», «αντιδημοκρατικός» θα φαινόταν στον Λακάν ανεπαρκής. Όχι γιατί είναι ανακριβής, αλλά γιατί παραμένει στο επίπεδο της ηθικολογίας. Εξάλλου το σύμπτωμα δεν εξαφανίζεται με καταγγελίες. Αντίθετα, όσο περισσότερο καταγγέλλεται, τόσο ενισχύεται, γιατί τρέφεται από τη σύγκρουση και την απόλαυση που αυτή παράγει.

Τελικά, ο Λακάν θα έβλεπε τον Τραμπ όχι ως ιστορικό ατύχημα, αλλά ως καθρέφτη. Έναν καθρέφτη μιας κοινωνίας που έχει απολέσει την εμπιστοσύνη της στο συμβολικό, που δυσκολεύεται να αποδεχτεί την έλλειψη και αναζητά ηγέτες-φετίχ για να την καλύψει. Ο Τραμπ δεν είναι η αιτία αυτής της κρίσης, είναι το σύμπτωμά της.

Το πιο άβολο –και πιο λακανικό– ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πώς «ανέχθηκε» η αμερικανική δημοκρατία έναν Τραμπ. Είναι τι αποκαλύπτει για τη δική μας εποχή το γεγονός ότι τον είχε ανάγκη. Και αυτό είναι ένα ερώτημα που ξεπερνά κατά πολύ τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών.

* O Απόστολος Αποστόλου είναι Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ρώμης