Τα τελευταία 15 χρόνια, πρώτα η ανταγωνιστικότητα και κατόπιν η παραγωγικότητα κυριάρχησαν ως τα κεντρικά προβλήματα της χώρας. Όταν η ανταγωνιστικότητα επιτεύχθηκε μέσω φτωχοποίησης, παρέμεινε ο βραχνάς της παραγωγικότητας — αναπάντητος και επίμονος.

Ads

Εργασιακά δικαιώματα εξαφανίστηκαν, τα δωδεκάωρα ήρθαν, η εξαήμερη εργασία θεσμοθετήθηκε και το Ταμείο Ανάκαμψης προβλήθηκε ως μεγάλη ευκαιρία αναδιάρθρωσης του παραγωγικού ιστού. Το αποτέλεσμα; Ευνοήθηκαν το real estate, ο τουρισμός και μια παρασιτική ολιγαρχία που προτιμά τις εύκολες προσόδους από το ρίσκο της τεχνολογικής αναβάθμισης. Η χώρα παραμένει στις τελευταίες θέσεις στην Ευρώπη σε ονομαστικό ΑΕΠ ανά κάτοικο.

Ads

Όταν ο εργοδότης «ξεχνά» τις αυξήσεις, τις άδειες και τα δικαιώματα του εργαζόμενου, τον οδηγεί στην εργασιακή αποδέσμευση. Ο εργαζόμενος δεν φεύγει — αλλά σταματά να ενδιαφέρεται. Κάνει ακριβώς ό,τι του ζητείται, τίποτα παραπάνω. Αυτό δεν είναι τεμπελιά. Είναι ορθολογική αντίδραση σε ένα σύστημα που δεν ανταποδίδει. Χαμηλοί μισθοί → χαμηλή δέσμευση → χαμηλή παραγωγικότητα → επίκληση της «χαμηλής παραγωγικότητας» για να δικαιολογηθούν οι χαμηλοί μισθοί. Φαύλος κύκλος. Εργοδότες που αντιμετωπίζουν το προσωπικό ως «κόστος προς μείωση» και όχι ως «κεφάλαιο προς επένδυση».

Ads

Παρά το αφήγημα περί «τεμπέληδων», οι Έλληνες εργάζονται κατά μέσο όρο 39,8 ώρες την εβδομάδα, τις περισσότερες στην ΕΕ, όπου ο μέσος όρος είναι οι 36 ώρες (Eurostat). Αυτή η εξαντλητική εντατικοποίηση, όμως, πέφτει στο κενό ενός απαρχαιωμένου παραγωγικού μοντέλου. Το παράδοξο που τα ανατρέπει όλα: οι Έλληνες στο εξωτερικό πετυχαίνουν. Σε γερμανικά εργοστάσια, βρετανικά νοσοκομεία, αμερικανικά πανεπιστήμια. Το ίδιο άτομο, διαφορετικό σύστημα — εντελώς διαφορετικό αποτέλεσμα.

Ads

Διαβάστε: Ανάλυση / Πληθαίνουν οι φωνές για περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη – φόρο στους ολιγάρχες

Το πρόβλημα δεν είναι ο άνθρωπος. Είναι το περιβάλλον στο οποίο καλείται να λειτουργήσει. Οι κοινωνίες υψηλής παραγωγικότητας — Σκανδιναβία, Γερμανία, Ολλανδία — έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: κοινωνική εμπιστοσύνη. Εμπιστοσύνη μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, κράτους και πολίτη, θεσμών και κοινωνίας. Αυτό δεν χτίζεται με εξαήμερα και απορρύθμιση. Χτίζεται με σεβασμό, αμοιβαιότητα, επένδυση στην τεχνολογία, στην καινοτομία και μακροπρόθεσμη προοπτική.

Η μόνη απάντηση για τη χώρα θα έρθει από την κοινότητα του αλληλοσεβασμού και της συνολικής προοπτικής. Γιατί έχουμε να επιλέξουμε ανάμεσα στην επιστροφή στο 1940 (δημογραφικά και οικονομικά, σύμφωνα με τις εφιαλτικές προβολές της Eurostat) και την πορεία προς το 2030. Αν δεν επενδύσουμε τώρα στην αξιοκρατία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, το 2030 δεν θα μας βρει στην ψηφιακή εποχή, αλλά σε μια ερημοποιημένη χώρα που θα έχει χάσει οριστικά το τρένο της εξέλιξης.

Διαβάστε: Ελένη Καρασαββίδου / Ποια η έννοια της ανάπτυξης όταν υπάρχει (και) η παιδική φτώχεια;

ΥΓ: Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει πετύχει το 60% να μην ενδιαφέρεται για την πορεία της χώρας. Δεν μας επιτρέπεται όμως εδώ το quiet quitting· πρέπει να ανατρέψουμε αυτό το σύστημα.