Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσιάζεται συστηματικά ως επιτυχημένος πρωθυπουργός. Στην πραγματικότητα, όμως, η ελληνική οικονομία έχει δεχθεί εισροές δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ από το ΕΣΠΑ και το Ταμείο Ανάκαμψης — ποσά επιπέδου Σχεδίου Μάρσαλ — χωρίς τα αποτελέσματα να ανταποκρίνονται στο μέγεθος των πόρων. Η κοινωνική ανισότητα διευρύνεται και η πλειοψηφία των πολιτών δεν βλέπει ουσιαστική βελτίωση στην καθημερινότητά της.

Ads

Τα στοιχεία της Eurostat για το 2025 είναι αμείλικτα: η Ελλάδα κατρακύλησε στην τελευταία θέση της ΕΕ σε αγοραστική δύναμη, μοιράζοντας με τη Βουλγαρία το 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου — 32% κάτω. Για σύγκριση, η Πορτογαλία βρίσκεται στο 81%, η Κύπρος κοντά στο 95% — χώρες που πέρασαν κι αυτές από κρίση χρέους. Η ανάπτυξη δεν έφτασε στα νοικοκυριά.

Ads

Η ανάπτυξη που προβάλλεται ως μεγάλο επίτευγμα είναι πράγματι υψηλότερη του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ωστόσο, συγκρινόμενη με άλλες χώρες που αντιμετώπισαν ανάλογη κρίση, αποδεικνύεται μέτρια — και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στις δυνατότητες που θα άνοιγε μια χρηματοδότηση τέτοιου μεγέθους.

Ads

Το μόνο σταθερό στοιχείο της οικονομικής πολιτικής Μητσοτάκη είναι η ιδεοληψία του για το δημόσιο χρέος. Φαίνεται να επιδιώκει να περάσει στην ιστορία ως ο πρωθυπουργός που πέτυχε τη μεγαλύτερη μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ. Τα νούμερα φαίνονται εντυπωσιακά: από περίπου 184% το 2019 σε περίπου 155% το 2024. Όμως η μείωση αυτή οφείλεται κατά 67% στην άνοδο του ονομαστικού ΑΕΠ λόγω πληθωρισμού και μόνο κατά 33% στην πραγματική οικονομική ανάπτυξη. Για κάθε τρεις μονάδες που «μειώθηκε» το χρέος, οι δύο είναι αποτέλεσμα της ακρίβειας που βιώνει ο πολίτης στο σούπερ μάρκετ.

Ads

Η ακρίβεια δεν είναι τυχαία παράπλευρη απώλεια. Εξυπηρέτησε τα δημόσια ταμεία μέσω αυξημένων εσόδων ΦΠΑ, φούσκωσε το ονομαστικό ΑΕΠ και μείωσε μηχανικά τον δείκτη χρέους.

Από τους 12 μήνες μεταξύ Ιουνίου 2025 και Μαΐου 2026, τους 10 ο ελληνικός πληθωρισμός ήταν αισθητά πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, από την άλλη, δεν κατευθύνθηκαν ούτε στην άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων ούτε στην παραγωγική ανασυγκρότηση.

Σε αυτό το πλαίσιο, η διαφάνεια στη διαχείριση του δημοσίου χρήματος παραμένει ανοιχτή πληγή. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΚΗΜΔΗΣ, από το 2020 έως τα τέλη του 2025 πάνω από το 75% των δημοσίων συμβάσεων ανατέθηκαν χωρίς διαγωνισμό. Το Ελεγκτικό Συνέδριο σε έκθεση-κόλαφο εντόπισε «φωτογραφικές» διατάξεις και πελατειακές σχέσεις. Τα ευρωπαϊκά κεφάλαια απαιτούν διαφάνεια. Εδώ η εικόνα είναι το αντίθετο.


Η Ελλάδα βαθμολογείται με 50/100 στον δείκτη CPI της Transparency International για το 2025 — τελευταία στην ΕΕ μαζί με Ρουμανία, Βουλγαρία και Ουγγαρία. Το 50/100 δεν είναι «μέτρια επίδοση»· είναι το κατώφλι κάτω από το οποίο η διεθνής βιβλιογραφία εκτιμά σοβαρές μακροοικονομικές επιπτώσεις. Ακαδημαϊκές μελέτες διαπιστώνουν ότι κάθε μονάδα βελτίωσης στο CPI αντιστοιχεί σε αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά περίπου 2,4% για ευρωπαϊκές χώρες. Η απόσταση 16 μονάδων που χωρίζει την Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο διαφάνειας δεν είναι απλώς ηθικό ζήτημα — είναι δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ χαμένης ανάπτυξης κάθε χρόνο.

Υπάρχουν πολιτικοί που τρέφονται από την ανάγκη τους να καταγραφούν στην Ιστορία. Αυτή η φιλοδοξία έχει νόημα μόνο όταν συνοδεύεται από πραγματική πρόοδο για τη χώρα. Ο τελευταίος που το πέτυχε ήταν ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος οδήγησε την Ελλάδα έξω από τα Μνημόνια όρθια και πέτυχε τη Συμφωνία των Πρεσπών — κινήσεις με πραγματικό ιστορικό βάρος.

Τα ρεκόρ που κυνηγά ο Μητσοτάκης μοιάζουν περισσότερο με εγγραφές στο Βιβλίο Γκίνες: εντυπωσιακά στην επιφάνεια, αλλά χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα για τον μέσο πολίτη. Θα καταρριφθούν από κάποιον άλλον στο μέλλον. Και τότε, τι νόημα έχει να αναδειχθεί κανείς «Ναύαρχος της Ξηράς»;