Για κάποιους το καλοκαίρι σημαίνει ελεύθερος χρόνος. Για άλλους σημαίνει ο χρόνος που δεν τους ανήκει καθόλου. Το καλοκαίρι είναι ίσως η πιο ταξική εποχή.

Ads

Η Ελλάδα οργανώνει ολοένα μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας της γύρω από τον τουρισμό.

Ads

Όταν ένας κλάδος παράγει άμεσα το 13% του ΑΕΠ και, μαζί με τις αλυσιδωτές επιδράσεις του, επηρεάζει περισσότερο από το 1/3 της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας, έχει επιπτώσεις στη ζωή μεγάλου μέρους του κοινωνικού συνόλου, διαμορφώνει την καθημερινότητα χιλιάδων οικογενειών.

Ads

Κάθε καλοκαίρι ακούμε για ρεκόρ αφίξεων, βλέπουμε εικόνες με γεμάτες παραλίες, αεροδρόμια, λιμάνια, ξενοδοχεία.

Ads

Υπάρχει όμως μια εικόνα που δεν βλέπουμε ποτέ: Τα παιδιά εκείνων που καθαρίζουν τα δωμάτια, σερβίρουν τα γεύματα, αλλάζουν τα σεντόνια, οδηγούν τα λεωφορεία, δουλεύουν στις κουζίνες, στα καράβια, στα μπαρ και στις αποθήκες.

Είναι ένα από τα πιο πρακτικά και ταυτόχρονα πιο αόρατα κοινωνικά ζητήματα. Το θυμόμαστε μόνο όταν συμβεί μια τραγωδία και ύστερα το ξεχνάμε ξανά.

Όπως έγινε πριν από λίγες ημέρες στην ιδιαίτερη πατρίδα μου την Μεσσηνία και πιο συγκεκριμένα στη Γιάλοβα. Όταν ένα 6χρονο αγοράκι πνίγηκε σε πισίνα εξοχικής κατοικίας στην οποία εργαζόταν η μητέρα του ως καθαρίστρια.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ, το τρίτο τρίμηνο του 2025 – στην κορύφωση της τουριστικής περιόδου – η άμεση απασχόληση στον τουρισμό έφτασε τους 475.167 εργαζόμενους.

Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι εργάζονται σκληρά και με εξαντλητικά ωράρια, όταν τα σχολεία είναι κλειστά, οι συνήθεις ρυθμοί της οικογενειακής ζωής διακόπτονται και οι ανάγκες φροντίδας μεγαλώνουν.

Κι όμως, ένα τέτοιο ζήτημα με βασανιστικές κοινωνικές συνέπειες παραμένει ταμπού στον δημόσιο διάλογο.

Η δημόσια συζήτηση κινείται σταθερά γύρω από την επέκταση της τουριστικής περιόδου αλλά δεν αγγίζει ποτέ ένα επιτακτικό ερώτημα: όταν καλούμε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους να εργαστούν, κατά κανόνα σε συνθήκες ακραίας υπερεκμετάλλευσης, όλο το καλοκαίρι, ποιος αναλαμβάνει τα παιδιά τους;

Αν η χώρα στηρίζεται όλο και περισσότερο στην εποχική εργασία, γιατί η φροντίδα των παιδιών αντιμετωπίζεται σαν ιδιωτική υπόθεση κάθε οικογένειας;

Γιατί θεωρείται αυτονόητο ότι κάπου θα βρεθεί μια γιαγιά, ένας παππούς, μια γειτόνισσα, ένας συγγενής ή, στην καλύτερη περίπτωση, χρήματα για ιδιωτική λύση;

Σήμερα ένας εργαζόμενος γονιός καλείται να συναρμολογήσει μόνος του το τι θα κάνει.

Οι παιδικές κατασκηνώσεις της ΔΥΠΑ, το πρόγραμμα του ΟΠΕΚΑ, τα κέντρα απασχόλησης και τα δημοτικά summer camps, όπου υπάρχουν, δεν είναι επαρκείς λύσεις. Ενώ οι ιδιωτικές δομές απευθύνονται σε όσους μπορούν να τις πληρώσουν.

Έτσι, η πραγματική απάντηση στο ερώτημα «πού είναι τα παιδιά όταν οι γονείς δουλεύουν σεζόν;» εξακολουθεί να είναι σχεδόν πάντα η ίδια: «Αυτό είναι πρόβλημα του κάθε γονιού. Ιδιωτικά».

Υπάρχει Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας. Δεν υπάρχει όμως ένα καθολικό εθνικό πρόγραμμα θερινής φροντίδας με εγγυημένες θέσεις για τα παιδιά των εργαζόμενων γονέων.

Υπάρχει Υπουργείο Τουρισμού. Δεν υπάρχει όμως ένα ειδικό σχέδιο για τις οικογένειες των εποχικά εργαζομένων στις τουριστικές περιοχές, εκεί όπου η ανάγκη κορυφώνεται κάθε καλοκαίρι.

Υπάρχει Υπουργείο Εργασίας. Δεν υπάρχουν όμως συλλογικές συμβάσεις ή ειδικές ρυθμίσεις που να υποχρεώνουν τις μεγάλες εποχικές επιχειρήσεις να συμβάλλουν στην οργάνωση δομών παιδικής φροντίδας για το προσωπικό τους.

Υπάρχει Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Δεν υπάρχει όμως σύνδεση αναπτυξιακών ή επενδυτικών κινήτρων στον τουρισμό με την υποχρέωση δημιουργίας κοινωνικών υποδομών για τους εργαζόμενους, όπως παιδικοί σταθμοί ή δομές θερινής φροντίδας.

Σε αρκετές τουριστικές περιοχές της Ευρώπης, εφαρμόζονται λύσεις είτε μέσα από δημοτικούς παιδικούς σταθμούς, θερινά σχολεία δημιουργικής απασχόλησης και αθλητικών δραστηριοτήτων είτε από εταιρικούς ή συνεργατικούς εταιρικούς παιδικούς σταθμούς είτε μέσω επιδομάτων οικογενειακής στήριξης κλπ. Γιατί όχι κι εδώ;

Στη χώρα μας, εκατομμύρια δημόσιου χρήματος κατευθύνονται σε υποδομές, επιδοτήσεις και επενδυτικά κίνητρα στον κλάδο του τουρισμού. Για τα παιδιά των ανθρώπων που παράγουν τον πλούτο, όμως, καμία πρόνοια.

Δεν είναι θέμα τεχνογνωσίας, λοιπόν, αλλά πολιτικής βούλησης και μέριμνας για τον σχεδιασμό των αναγκαίων δημόσιων πολιτικών.

Ίσως ήρθε η ώρα να αρχίσουμε να μετράμε την επιτυχία, της «βαριάς βιομηχανίας» αυτής της χώρας, του τουρισμού και με έναν ακόμη δείκτη: αν όσοι τον κρατούν όρθιο μπορούν να μεγαλώνουν τα παιδιά τους με ασφάλεια και αξιοπρέπεια.