The Good Fight
The Good Fight (1984)
Σενάριο, Σκηνοθεσία, Παραγωγή: Noel Buckner, Mary Dore & Sam Sills
«Ποτέ μη στείλεις να ρωτήσεις για ποιον χτυπά η καμπάνα…χτυπάει και για σένα…» Έτσι ερμηνεύεται μια συνταραχτική δήλωση-μέρος συνέντευξης ενός εκ των γενναίων αμερικανών. Οι φασίστες που βομβάρδισαν την Γκουέρνικα έκαμαν δοκιμές των νέων όπλων τους. Η Ισπανία, παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αξιοποιήθηκε από Χίτλερ και Μουσολίνι (που έστειλαν όπλα και αεροπλάνα) ως «πλυντήριο» των πολεμικών τους σχεδίων. Το ότι η δημοκρατική Ισπανία άντεξε στον Φράνκο μια τριετία το οφείλει και στις διεθνείς ταξιαρχίες που έσπευσαν εκεί, από όλον τον κόσμο, με 35.000 πολεμιστές. Έτσι «κερδήθηκε» χρόνος. Χίτλερ και Μουσολίνι καθυστέρησαν στα σχέδιά τους και αυτό τους απέτρεψε μια ακόμη διαδικασία αιφνιδιασμού.
Οι αμερικανοί που πολέμησαν στην Ισπανία επέστρεψαν στην Αμερική. Πολύ αργότερα κάποιοι από αυτούς τιμήθηκαν. Ίσως δεν είναι πολύ γνωστό πως μερικοί απ’ αυτούς κυνηγήθηκαν αγρίως κατά τις μακαρθικές εκκαθαρίσεις, μιας και αξιολογήθηκαν ως κομμουνιστές.
Κατά τα άλλα, το «The Good Fight»( 1984) αξίζει για τις γλαφυρές συνεντεύξεις, τις χαρτογραφίες των προσώπων, την άποψη που κυκλοφορεί. Γυρίστηκε 45 χρόνια μετά από το τέλος του Εμφυλίου της Ισπανίας (Απρίλιος 1939) και καθορίζει τη δυναμική για την οποία αξίζει να παρεμβαίνουμε, όταν σε γειτονικές χώρες συμβαίνουν ανάλογες, έκτακτες καταστάσεις. Η διεθνιστική αλληλεγγύη μπορεί ως όρος να ακούγεται πως είναι φθαρμένος, ως ουσία όμως παραμένει η «ξεραμένη» υπεραξία της, που όλοι κατά βάθος ψάχνουμε. Αναζητούμε του άλλου την συμπαράσταση, την επιβεβαίωση πως δεν είμαστε μόνοι.
Ωραίο το «Good Fight» όχι ως παλαιομοδίτικο, ιστορικό ρετρό, αλλά ως κρυφή, εσωτερική αναζήτηση. Πάψαμε να ζητάμε αλληλεγγύη, αλλά ίσως αξίζει πάντα να δίνουμε έναν «Good Fight», έστω και τελετουργικά, έστω και συμβολικά!



















