66η ΜΟΣΤΡΑ ΒΕΝΕΤΙΑΣ - Αποστολή

tvxs.gr/node/10331

Επίσης, καλές εντυπώσεις άφησε η ταινία της σχετικά άγνωστης Αυστριακής σκηνοθέτιδας, Τζέσικα Χάουσνερ. Τίτλος της, «Λούρδη», θέμα της η θρησκεία, τα θαύματα και η εκμετάλλευσή τους. Επίσης, καλά σχόλια απέσπασε το φιλμ του Πατρίκ Σερό, «Δίωξη», αν και κρίθηκε ανολοκλήρωτη. Ακολουθούν οι συμμετοχές γνωστών σκηνοθετών, όπως του Στήβεν Σόντεμπεργκ και του βετεράνου Ζακ Ριβέτ.

Μια κριτική ματιά στην ταινία του Μάικλ Μουρ, η οποία-όπως πάντα-παρουσιάζει έντονο πολιτικό ενδιαφέρον.

ΤΙΤΛΟΣ ΤΑΙΝΙΑΣ : «Καπιταλισμός, μια ερωτική ιστορία»

ΤΙΤΛΟΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ : Η περίπτωση Μάικλ Μουρ

Σαν φέτος, ο Μάικλ Μουρ γιορτάζει τα εικοστά γενέθλια της κινηματογραφικής του παρουσίας, που ξεκίνησε από τις φάμπρικες της General Motors, με το ντοκιμαντέρ «Ο Ρότζερ κι εγώ». Βάλθηκε, λοιπόν, ν’ αποδείξει ότι πράγματι βγήκε από τη σκηνοθετική εφηβεία και ωρίμασε σε όλα τα επίπεδα. Μετά τα γνωστά «Bowling for Columbine», «Φαρενάιτ 9/11» και «Sickο», μ’ ένα Χρυσό Φοίνικα στην προθήκη του και μια τάφρο ανάμεσα στους φανατικούς οπαδούς και στους πολέμιούς του (οι περισσότεροι από τους δεύτερους, κάτοικοι των ΗΠΑ), επισκέπτεται για πρώτη φορά τη Βενετία με έναν τίτλο που προδίδει το θέμα της ταινίας του : «Καπιταλισμός, μια ερωτική ιστορία» ( «Capitalism, a love story»).

Οι έως τώρα καχυποψίες των Ευρωπαίων κριτικών γνώριμες : τα βάζει μόνο μ’ ένα μέρος του συστήματος, «τα παίρνει» από τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι του διοχετεύουν και τις πληροφορίες, όπως και το οπτικό υλικό του, είναι αβανταδόρος, ποντάρει στον αβαθή ενθουσιασμό. Ακόμη κι εμείς, διασπορείς ανάλογων θεωριών και μόνιμα στραβομάτηδες του έργου του, είμαστε αναγκασμένοι, πλέον, να παραδεχτούμε τα αναμφίβολα : ο Μάικλ Μουρ δουλεύει με επιμονή στο δύσκολο είδος του πολιτικού ντοκιμαντέρ μεθοδικά, με μεγάλη ευρηματικότητα και πολύ χιούμορ. Δεν κάνει κανένα τηλεοπτικό σκόντο, ακολουθώντας καθαρά κινηματογραφικές αρχές στο μοντάζ και στην παρουσίαση του υλικού του. Αρθρώνει μια σεναριακή αφήγηση ολότελα πρωτότυπη και καθηλωτική.

Δεν μένει σ’ αυτά ο Μάικλ Μουρ, με το τελευταίο έργο του. Από την πρόσφατη οικονομική κρίση περνάει στις τραπεζικές «ληστείες » (στην καλύτερη σκηνή της ταινίας της επισκέπτεται απαιτώντας πίσω από τα κλεμμένα του χρήματα), στα γνώριμα χωράφια της General Motors (σαν να σβήνει τα κεράκια των γενεθλίων του), στη μεγάλη κομπίνα των στεγαστικών δανείων και στην κρατική ενίσχυση των τραπεζών, ένα έγκλημα με τη συνενοχή, όπως αποκαλύπτει , των «φίλων» του Δημοκρατικών. Ξεσκονίζει το αμερικάνικο Σύνταγμα , ανατρέχει στα διαγγέλματα φιλελευθερισμού του Ρούσβελτ και αποτυπώνει τη λαϊκή απελπισία από τις εξελίξεις.

Στην Αμερική, μοιάζει να έσβησε η φλόγα, όπως μας έμαθε η περιώνυμη δημοκρατία της να την πιστεύουμε. Έμειναν μόνο δυο κεράκια αναμμένα. Ένα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην πραγματική δημοκρατία της Ευρώπης, της ταλαιπωρημένης από τον αμερικανοκίνητο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι ένα άλλο στο μανουάλι του Μπάρακ Ομπάμα. Αυτό τουλάχιστο μοιάζει να λέει ο Μάικλ Μούρ, βάζοντας στο στόχαστρο της κάμεράς του ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του αμερικάνικου συστήματος. Αν σβήσουν και αυτές οι δυο τελευταίες ελπίδες, είμαστε σίγουροι πλέον ότι ούτε αυτές θα ξεφύγουν από το «όπλο»του!

*Στη φωτογραφία απεικονίζεται ο σκηνοθέτης της ταινίας, «Μπαάρια», Τζιουζέπε Τορνατόρε.