Με την ψυχή στο στόμα

tvxs.gr/node/11652
See video

ΤΙΤΛΟΣ ΤΑΙΝΙΑΣ : Ψυχή βαθιά

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ : Παντελής Βούλγαρης

ΠΑΙΖΟΥΝ : Θανάσης Βέγγος, Χρήστος Καρτέρης, Γιώργο Αγγέλκος, Άννα Παρτσάνη, Βαγγέλης Μουρίκης, Γεώργιος Σιμεωνίδης, Βικτώρια Χαραλαμπίδου, Κώστας Κλεφτόγιαννης, Βασίλης Νανάκης, Ιούλιος Τζιάτας, Γιώργος Τζώρτζης, Αλεξάνδρα Καζάζου, Κλέα Σαμαντά και Ίαν Ρόμπερτσον

Με την ψυχή στο στόμα

Του Βασίλη Κεχαγιά

Δύο αδέλφια, ο Ανέστης, 17 χρονών και ο Βλάσης, 15. Τσοπανόπουλα, έχουν επιστρατευτεί χωρίς τη θέληση τους, ο Ανέστης από τον Εθνικό Στρατό, ο Βλάσης από τον Δημοκρατικό Στρατό. Μεγαλωμένα στα χωριά και τα βουνά της περιοχής, χρησιμοποιούνται ως οδηγοί, σε άγνωστα και δύσβατα μονοπάτια και περάσματα. Μαζί τους ο καπετάν-Βουνίσιος, η πολυβολήτρια Γιαννούλα, ο ανθυπολοχαγός Τριαντάφυλλος, ο Καλαματιανός δεκανέας, ο ταξίαρχος Τσαγκλής, η 14χρονη αντάρτισσα Φούλα, δεκάδες στρατιώτες και αντάρτες, όλοι τους πολύ νέοι που σκοτώνουν και σκοτώνονται σ’ αυτόν τον παράλογο, άδικο και αδελφοκτόνο πόλεμο. Οι μικρές ιστορίες του καθενός γράφονται στις μάχες που φουντώνουν στα υψώματα. Γράφονται σε συσκέψεις επιτελών, σε τελετές με παράσημα και τραγούδια, σε αίθουσες στρατοδικείων και τόπους εκτελέσεων. Η κινηματογραφική «Ψυχή Βαθιά» θα μετρήσει πολλούς νεκρούς και από τις δύο πλευρές των χαρακωμάτων.

Πρώτα τα ευχάριστα νέα : το σινεμά του Παντελή Βούλγαρη ανανεώθηκε, βρήκε δίοδο προς τους σύγχρονους τρόπους έκφρασης. Με την κάμερα στο χέρι, γεγονός απόλυτα δικαιολογημένο, αφού για να κινηματογραφήσεις σκηνές μάχης, απαιτείται ευκινησία και πολλαπλότητα οπτικών γωνιών, παρακολουθεί την παρα–ιστορία της ελληνικής εμφύλιας σύρραξης. Ανατρέπει τις συμβατικές γωνίες λήψης, τους «άξονες», όπως ονομάζονται στην κινηματογραφική γλώσσα, διαιρεί το χώρο με ακρίβεια και μεταδίδει όλη την ένταση των στιγμών, είτε του πολέμου είτε των διαλειμμάτων του. Τηρεί τους κινηματογραφικούς κανόνες, την ίδια ώρα που βασίζεται στις εξαιρέσεις τους. Φρεσκάρει ένα κουρασμένο θέμα, ακριβώς χάρη στις φοβερές σκηνοθετικές δυνατότητες του Παντελή Βούλγαρη.

Εκεί ανάμεσα, ωστόσο, στην παραϊστορία «τρυπώνουν» οι κίνδυνοι. Στην παράθεση αγνώστων, αλλά εξακριβωμένων περιστατικών της ορμητικής Ιστορίας, αλλά και των προσωπικών, ανθρώπινων στιγμιοτύπων της, υπάρχει πάντοτε η απειλή της ανεκδοτολογικής, αβαθούς παρουσίασής τους. Βέβαια, τα γεγονότα αυτά διαπερνώνται από την κεντρική και συγκινητική ιστορία των δύο αδελφών, οι οποίοι μάχονται από τις δύο διαφορετικές, συγκρουόμενες πλευρές. Η παράλληλη ιστορία του έρωτα, βάζει άλλη μια πινελιά στο γκρίζο τοπίο του «πολέμου χωρίς νικητές», όπως εν τέλει τον υπονοεί (σχεδόν τον εννοεί) ο Βούλγαρης. Παρά ταύτα, οι επί μέρους ιστορίες, αντί να ενισχύσουν, μάλλον αδυνατίζουν τα υπόλοιπα γεγονότα, καθώς μοιάζει δύσκολη η εξεύρεση των ραφών, των σημείων εκείνων που θα ενώσουν το «προσωπικό» με το «γενικό». Τελικά, η πρωτοποριακή και αντισυμβατική κινηματογράφηση (κάτι σαν ελληνικό «Πλατούν») προσκρούει βάναυσα στη συντηρητική ανάπτυξη του θέματος, όπως αυτή θέλει να ακολουθήσει συμβατικά – έστω και με ποιητική διάθεση – πρότυπα. Ο χειμαρρώδης ρεαλισμός του σινεμά πέφτει επάνω στους συγκρατημένους- δίχως νεύρο, με βρισιές και αληθοφανείς αντεγκλήσεις- ρυθμούς. Η αριστουργηματική, στριγκή και άκρως λειτουργική μουσική του Γιάννη Αγγελάκα έχει απέναντί της έναν άτολμο λόγο. Η κεντημένη δουλειά του Σίμου Σαρκετζή στη διεύθυνση της φωτογραφίας διαφωνεί με τη σχεδόν επιβεβλημένη, εκ των πραγμάτων, απαίτηση της πολιτικής ορθότητας.

Άλλη μια ταινία για τον Εμφύλιο δε θα είχε νόημα, αν δεν προβάλλονταν τα δρώμενα από μια άλλη πλευρά τους. Στην ανάγκη, λοιπόν, της ουδέτερης και καθαρής ματιάς θυσιάζεται η όποια ταύτιση, γεγονός σχεδόν απαραίτητο για ένα «κλασικό» σενάριο. Μένει μετέωρη η συγκίνηση, να περιμένει μάταια της ενίσχυσή της από την εστίαση στα πρόσωπα, όσο η Ιστορία περνάει δίπλα τους. Ίσως τα παραστρατήματα αυτά να αποφεύγονταν, εν κατακλείδι, αν έσφιγγε περισσότερο ο χρόνος της ταινίας, με κερδισμένη την προσωπική, μικρή ιστορία των ατόμων.