Είμαστε όλοι Αλβανοί;

tvxs.gr/node/11429
See video

ΤΙΤΛΟΣ ΤΑΙΝΙΑΣ : Ακαδημία Πλάτωνος

ΠΑΙΖΟΥΝ : Αντώνης Καφετζόπουλος, Anastas Kozdine, Τιτίκα Σαριγκούλη, Μαρία Ζορμπά, Γιώργος Σουξές, Κωνσταντίνος Κορωναίος, Παναγιώτης Σταματάκης.

ΣΚΗΝΟΘΣΙΑ : Φίλιππος Τσίτος

Ο Σταύρος είναι ένας ψιλικατζής. Η γυναίκα του τον έχει εγκαταλείψει και αρνείται να επιστρέψει – η μητέρα του έχει πάθει ήδη ένα εγκεφαλικό και ο Σταύρος πρέπει να την προσέχει επί 24ώρου βάσεως. Η αγαπημένη ασχολία του Σταύρου και των τριών φίλων του, που επίσης διατηρούν ψιλικατζίδικο στη γειτονιά, είναι το καθημερινό μέτρημα των Κινέζων, οι οποίοι στήνουν το μαγαζί τους απέναντι. Μια δουλειά που δεν έχει τέλος γιατί οι Κινέζοι μοιάζουν να πολλαπλασιάζονται μέρα με την ημέρα. Το μέτρημα διακόπτεται μόνο αν περάσει κανένας Αλβανός. Τότε πέφτουν στοιχήματα αν ο σκύλος θα γαβγίσει τον Αλβανό ή όχι. Αυτή είναι η δεύτερη αγαπημένη ασχολία τους. Έτσι περνούν την ώρα τους, χαλαρά και διασκεδαστικά, χαζεύοντας τη ζωή που αλλάζει έξω από τα μαγαζιά τους. Ο Σταύρος όμως είναι διαρκώς ανήσυχος. Ανεξήγητα δυσαρεστημένος. Τα βράδια δεν μπορεί να κοιμηθεί αλλά δεν μπορεί να καταλάβει το γιατί. Μέχρι που μια μέρα ένας περαστικός Αλβανός (αφού τον γαβγίσει ο σκύλος) αναγνωρίζει στη μητέρα του Σταύρου την δικιά του χαμένη μητέρα...

ΤΙΤΛΟΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ : Είμαστε όλοι Αλβανοί;

Όταν ο αρχισυντάκτης της «Monde Diplomatique» , Ζαν Μαρί Κολομπανί, αναρωτιόταν στο περίφημο βιβλίο του αν «Είμαστε όλοι Αμερικανοί ;» , προφανώς αναφερόταν στην αποικιοκρατημένη από την αμερικανική κουλτούρα συνείδησή μας. Με ένα πανέξυπνο σενάριο ο Φίλιππος Τσίτος μοιάζει να παραλλάσσει το ίδιο ερώτημα, φέρνοντας τον «Ελληναρά» Καφετζόπουλο στα όρια της αδερφοποίησής του με έναν Αλβανό εργάτη, αφού η παραλυμένη από εγκεφαλικό μητέρα του αρχίζει να μιλάει αλβανικά και να αναγνωρίζει ως γιο της τον αλλοδαπό.

«Είμαστε όλοι Αλβανοί;». Αυτός θα μπορούσε να είναι ο ανανεωμένος προβληματισμός, όπου το «Αλβανός» δε θα αντιπροσώπευε μία εθνική ταυτότητα, αλλά ακριβώς το αντίθετό της : μία συνοριακή κατάσταση, ένα συνεχές μπες – βγες, μια διχασμένη γλώσσα και μια αντίστοιχη συνείδηση, εργασία υπό εκμετάλλευση , διαρκής ακροβασία.

Αυτόν τον χάρτη της παγκοσμιοποίησης τον σχηματίζει με τον πιο μινιμαλιστικό τρόπο ο Φίλιππος Τσίτος, συμπυκνώνοντας τα χαρακτηριστικά του στην κλασσική πλατεία μιας ελληνικής γειτονιάς, προφανώς στην περιοχή «Ακαδημία Πλάτωνος». Όπως κάθε τι στην Ελλάδα, ένας βαρύγδουπος τίτλος κενός νοήματος. Αυτή η λέξη (: κενός) είναι και ο ουσιαστικός, μεγάλος πρωταγωνιστής του φιλμ. Δίχως να θέλουμε να μειώσουμε το εκ Λοκάρνου βραβείο αντρικού ρόλου του Αντώνη Καφετζόπουλου, ο πραγματικός βραβευμένος είναι ο «απών». Ο Φίλιππος Τσίτος δουλεύει σα μεγάλος μπαλαδόρος (μια που δε λείπουν και οι ποδοσφαιρικές αναφορές στην ταινία). Εκμεταλλεύεται τον κενό χώρο, το «ανάμεσα» των σκηνικών του και των πλάνων του. Στα λιτά και τετραγωνισμένα καδραρίσματά του φαίνεται σαν κάτι να λείπει. Στο τρίστρατο, όπου στήνει τη θεατρική του σκηνή (την τόσο κινηματογραφική), Έλληνες, Αλβανοί και Κινέζοι συναντιούνται χωρίς να συναντιούνται και επικοινωνούν δίχως να επικοινωνούν. Ανάμεσά τους, μια αόρατη δύναμη μοιάζει να τους φέρνει κοντά, την ίδια ώρα που τους βαφτίζει «εχθρούς».

Μόνον όταν ο ανθρώπινος πόνος (ο θάνατος της μητέρας) πάρει το πάνω χέρι, μόνον τότε οι ψυχρές φωτογραφίες θα σκιστούν (κάτι σαν «Λιακοπούλειες» αποδείξεις DNA ), με το λόγο να δίνεται στη γήινη ανάγκη. «Χους εις χουν» η μητέρα, χώμα και τίποτα ουσιαστικά, αφήνει για κληρονομιά της την ευχή της συγκατοίκησης και της αγάπης, που γρήγορα γίνεται πράξη. Μέσα σ’ αυτήν βρίσκει κανείς το ζητούμενο όλων των πλευρών, την ανθρώπινη ταυτότητα, αντί της πλαστής εθνικής. Παρά ταύτα, ο πλανήτης συνεχίζει να στροφάρει με τον ίδιο τρόπο. Έλληνες με απλωμένες τις αρίδες προσκυνούν μακαρίως τη φραπεδιά τους, Αλβανοί και Ρώσοι ξεπουλούν την εργασία τους, Κινέζοι έτοιμοι να κατακτήσουν τον κόσμο. Ανάμεσά τους το πομπώδες «Μνημείο Διαπολιτισμικής Αλληλεγγύης», άλλος ένας πομπώδης κενός τίτλος, «προοδευτικής» καταγωγής αυτήν τη φορά.

Όλα τούτα θα μπορούσαν να είναι απλές θεωρητικές αναπτύξεις, δίχως μετατροπή τους σε κινηματογραφική ενέργεια. Ωστόσο, ο Φίλιππος Τσίτος πριν απ’ όλα είναι σπουδαίος σκηνοθέτης. Ιχνογραφεί με λεπτομέρεια φάτσες (τι εύρημα ο αλβανοπρεπής – Ελληναράς Αργύρης!) και συμπεριφορές. Βαδίζει στο τεντωμένο σκοινί μιας αλληγορίας πάνω από τα πεδία του ρεαλιστικά δραματικού και του υπέρλογα κωμικού: όλα θα μπορούσαν να έχουν συμβεί και τίποτα συγχρόνως. Σαν ελληνικό «Goodbye Lenin» διατρέχει την Ιστορία και τα «θύματά» της με συμπάθεια και κατανόηση. Στο διάστημα που μεσολαβεί από τους Αρβανίτες πολεμιστές του ’21 ως τους κινεζόφιλους Αλβανούς του Εμβέρ, ο δρόμος γέμισε νεκροζώντανα ζόμπι και από τις δυο πλευρές. Ο Τσίτος με την ταινία του αυτή τους χαρίζει ένα μοναδικό μνημόσυνο αγάπης.