Η Αληθινή Ιστορία της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου
H παρουσίαση έλαβε χώρα τη Δευτέρα 9/11 στις 19:30, στο καφέ Floral, στην πλατεία Εξαρχείων.
Στα πλαίσια της παρουσίασης ο Στέλιος Κούλογλου ανέλυσε την πορεία του Tvxs: επόμενος στόχος η εγγραφή Μελών Χωρίς Σύνορα που θα εξασφαλίσουν την οικονομική του επιβίωση και ανεξαρτησία
(1 vote)
Short Link: http://tvxs.gr/node/41552
κατηγορία: Ελλάδα
- Εισέλθετε στο σύστημα ή εγγραφείτε για να υποβάλετε σχόλια
.














98 Σχόλια
«Η Επέτειος του Πολυτεχνείου δεν χρειάζεται μύθους που πληγώνουν»
του Βασιλείου Βασιλειάδη,
Σχολικού Συμβούλου Κοινωνιολόγων
Το Σάββατο 14/11 ο «Αγγελιοφόρος» δημοσίευσε ρεπορτάζ του Βασίλη Πεκλάρη με
τίτλο «Σάλος στα Σχολεία: Από έγγραφο σχολικού συμβούλου για τους «Νεκρούς του
Πολυτεχνείου», ενώ στην ηλεκτρονική του έκδοση ο τίτλος ήταν: «Προστάτευσε …τους
φοιτητές ο στρατός!». Η διεύθυνση της εφημερίδας μου δίδει σήμερα το βήμα προκειμένου
να προβώ σε μια σημαντική διόρθωση επί του παραπάνω ρεπορτάζ και καίριες διευκρινίσεις επί
του όλου θέματος.
Στην έντυπη έκδοση, κάτω από την φωτογραφία του ‘τανκ του Πολυτεχνείου’ και δίπλα σε
μικρογραφία της πρώτης σελίδας υπηρεσιακού μου εγγράφου αναγράφεται επί λέξει:
«Το έγγραφο που στάλθηκε στα σχολεία της Θεσσαλονίκης και στο οποίο ο σχολικός σύμβουλος
ισχυρίζεται ότι στα γεγονότα του Πολυτεχνείου δεν υπήρξαν νεκροί». Στην 3η παράγραφο του
ρεπορτάζ επαναλαμβάνεται επί λέξει: « Ο κ. Βασιλειάδης…ισχυρίζεται ότι στα γεγονότα του
Πολυτεχνείου δεν υπήρξαν νεκροί…». Η παραπάνω δις επαναλαμβανόμενη διατύπωση
δημιουργεί εύλογες αλλά παραπλανητικές εντυπώσεις για το πρόσωπο μου οτι δήθεν ανήκω
στους ακροδεξιούς αρνητές του Αγώνα του Πολυτεχνείου ή ότι είμαι ένα παράλογο και φαιδρό
πρόσωπο, εφ' όσον είναι, και ορθώς, γνωστό ότι στα «Γεγονότα του Πολυτεχνείου» υπήρξαν
νεκροί.
Η ορθή διατύπωση, όπως τεκμαίρεται από το έγγραφο μου αλλά και από το ίδιο το ρεπορτάζ
παρακάτω στο απόσπασμα από το έγγραφο μου που αυτούσιο παρατίθεται, θα ήταν :
" ....ισχυρίζεται ότι νεκροί υπήρξαν στον ευρύτερο χώρο εκτός του Πολυτεχνείου αλλά δεν
υπήρξαν κατά την εισβολή του τανκ και στην συνέχεια στρατού και αστυνομίας εντός του
Πολυτεχνείου, κατά την ευρέως διακινούμενη εντύπωση και μάλιστα σε σχολεία κατά τον
Εορτασμό της Επετείου".
Επιγραμματικά, νεκροί υπήρξαν κατά τα Γεγονότα του Πολυτεχνείου αλλά όχι εντός του
Πολυτεχνείου. Αυτό είναι γνωστό σε όσους έχουν μελετήσει στοιχειωδώς τις σχετικές βιβλιογρα-
-φικές πηγές και μαρτυρίες, κι όμως η σύγχυση του όρου «Νεκροί του Πολυτεχνείου»- και ο
αντίστοιχος μύθος περί «νεκρών στο Πολυτεχνείο»- καλά κρατεί, αν ρωτήσουμε μαθητές, εκπαιδευ-
-τικούς και το ευρύ κοινό. Αυτό το ψυχολογικό φαινόμενο «ξέρω, αλλά δεν θέλω να ξέρω (την
αλήθεια)» είναι γνωστό στην κοινωνική ψυχολογία ως “cognitine dissonance”, πιο απλά εδώ
περιγράφεται με την φράση «η πεποίθηση ότι είχαμε τότε ένα ‘δολοφονικό καθεστώς’ δεν μπορεί
να τίθεται υπό αίρεσιν λόγω διαπίστωσης ότι ‘παραδόξως’ εντός του Πολυτεχνείου ‘δεν σκότωσε’,
άρα και εντός και εκτός σκότωσε, και μη το ψάχνουμε».
Η απλή εξήγηση ότι εντός του Πολυτεχνείου το δικτατορικό καθεστώς μπορεί να επέλεξε να μη
σκοτώσει για να αποφύγει το υψηλό πολιτικό κόστος του φόνου φοιτητών μέσα στο Πανεπιστήμιο
σε μια εποχή που η ιδιότητα του φοιτητή απολάμβανε υψηλότατο κοινωνικό κύρος, κανονικά θα
αρκούσε για να εξηγήσει την ιστορική απόκλιση από τις προσδοκίες μας για την ‘δολοφονική φύση’
του καθεστώτος. Αντί γι’ αυτήν υιοθετείται μια στάση πεισματικής εμμονής σε «νεκρούς του Πολυ-
-τεχνείου» με άμεση ψυχολογική, έστω και παράλογη, αναγωγή σε «νεκρούς στο Πολυτεχνείο».
Οποιος τολμήσει να την επισημάνει, αυτομάτως ανακηρύσσεται σε ‘φιλοχουντικό αρνητή του
Αγώνα του Πολυτεχνείου’. Κι έτσι πολλοί, ενώ ξέρουν, σιωπούν για να μην ‘εκτεθούν’.
Όταν επιχειρείται η παραπάνω διάκριση μεταξύ «νεκρών των Γεγονότων (εκτός) του
Πολυτεχνείου και «(μη) νεκρών εντός του Πολυτεχνείου», συχνά προβάλλεται η ένσταση: «Μα
τι σημασία έχει η διαφοροποίηση μεταξύ νεκρών εντός ή εκτός; Οι νεκροί ‘εκτός’ δεν μετράνε ως
νεκροί (των γεγονότων) του Πολυτεχνείου;» Προφανώς και μετράνε, αρκεί να μη ‘μεταλλάσσονται’
ψυχολογικά στους σχολικούς εορτασμούς σε νεκρούς ‘εντός’. Πρώτον, διότι τότε χαλκεύουμε το
ιστορικό παρελθόν και δημιουργούμε ‘μύθους’. Δεύτερον, διότι ο συγκεκριμένος μύθος, αν κάποτε
βόλευε ως όχημα αναδρομικού φρονηματισμού κατά δικτατορικών λύσεων, εδώ και δεκαετίες
βλάπτει την ελληνική κοινωνία δημιουργώντας καρκινώματα που σήμερα πλέον είναι ορατά δια
γυμνού οφθαλμού.
Συγκεκριμένα, μια χαλαρή και διφορούμενη χρήση, είτε σκοπίμως είτε από άγνοια είτε από
αμέλεια, του όρου «Νεκροί του Πολυτεχνείου», άνευ διευκρίνισης ότι αφορά σε πεσόντες εντός
μιας ευρύτερης περιοχής εκτός του φυσικού του χώρου, μπορεί να οδηγήσει τους μαθητές στην
φαντασιακή πεποίθηση ότι το τανκ που έριξε την πύλη του ΕΜΠ ‘έλιωσε κάτω από τις
ερπύστριες του’ φοιτητές και ότι στρατός και αστυνομία εισέβαλαν και δολοφόνησαν από κοινού
άοπλους φοιτητές. Πράγματι ρωτώντας σημερινούς και πρώην μαθητές διαπιστώνει κανείς ότι
τα παραπάνω αναληθή ως γεγονότα αποτελούν μάλλον πλειοψηφούσα αυθόρμητη πεποίθηση.
Μια τέτοια φρικιαστική εικόνα στην ψυχή μικρών μαθητών διαφέρει πολύ στις ψυχολογικές
συνέπειες της από την αναφορά στους νεκρούς ‘εκτός’, είτε από τον εγκληματικό ζήλο οργάνων
της χούντας είτε τυχαία από αδέσποτες σφαίρες και δακρυγόνα. Είναι η διαφορά μεταξύ νεκρών
στη μάχη και νεκρών στο Αουσβιτς. Η δεύτερη κομίζει μια ρεαλιστική εικόνα, όπου αναδεικνύεται
η τραγικότητα της σύγκρουσης και τα αιματηρά αποτελέσματα της. Η πρώτη τραυματίζει ψυχικά
ανεξίτηλα, δημιουργεί μια αρνητική αυτό-εικόνα για τον λαό μας, και σε μερικούς πιο ευαίσθητους
ακόμη κι ένα μίσος. Το εναρκτήριο λάκτισμα μιας τέτοιας συνειδησιακής εξέλιξης μπορεί
να δόθηκε πολύ νωρίς, ίσως σε κάποιο εορτασμό στο δημοτικό…
Μα «καλά όλα αυτά από μια σχολική γιορτή που οι περισσότεροι καν δεν προσέχουν;»
Κάνουν πως δεν προσέχουν! Μπορεί να μη συγκρατούν λεπτομέρειες, αλλά η ‘Επέτειος του
Πολυτεχνείου’, επαναλαμβανόμενη επί 12 έτη στο σχολείο, είναι η πρώτη μύηση, από την Α’
Δημοτικού, σε μια τραυματική εικόνα της ελληνικής κοινωνίας, ειδικά στο βαθμό που περνάει
το φαντασιακό μυθικό στοιχείο που προανέφερα. Κι αν η πλειοψηφία την κουβαλά βαθιά μέσα
της χωρίς κραυγαλέες παρενέργειες, μια μειοψηφία σαφώς έχει πληγωθεί από αυτήν και το
δείχνει.
Εκτιμώ λοιπόν ότι στον βαθμό που δημιουργείται η παραπάνω εικόνα και πεποίθηση στο
σχολείο, αυτή οδηγεί, διαφοροποιημένα λόγω της συνέργειας και άλλων παραγόντων:
α) μεγάλη μερίδα μαθητών και άρα του Λαού μας σε μια βαθειά υποσυνείδητη αντιπάθεια
ή έλλειψη ‘ανοιχτής εμπιστοσύνης’ για την Αστυνομία και τις Ενοπλες Δυνάμεις, και ευρύτερα
τους θεσμούς της Πολιτείας,
β) μια πιο ‘ευαίσθητη’ μειοψηφία στο να καταλήγει στις «Αντι-εξουσιαστικές» θέσεις ως
ιδεολογία (ή και ως δράση) που δεν διακρίνει τους παραπάνω θεσμούς του σήμερα από το
δικτατορικό προχθές.
γ) μια ακόμη στενότερη ομάδα στην τυφλή τρομοκρατία που βλέπουμε σήμερα που πιστεύει
στην εκδικητική ΄γιά τότε και για σήμερα’ βία ταυτίζοντας το κράτος της μεταπολίτευσης
με το δικτατορικό καθεστώς.
δ) μια άλλη ομάδα μαθητών, ανακαλύπτοντας το μυθικό σκέλος της κυρίαρχης Αφήγησης,
να μην εμπιστεύεται πιά ‘τους δασκάλους που τους έκαναν με ψέματα να ντρέπονται που είναι
Ελληνες’ και στην Αρνηση συνολικά τον Αγώνα του Πολυτεχνείου,
ε) και ένα μικρότερο κομμάτι από αυτούς να καταλήγει στην βίαιη εξωκοινοβουλευτική Ακρα
Δεξιά.
Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις βλέπουμε νέους ανθρώπους που δεν έζησαν ούτε τα
γεγονότα ούτε εκείνη την εποχή, την οποία κατανοούν αναχρονιστικά με την δική τους
σύγχρονη ματιά, να είναι κολλημένοι σε ένα μυθικό γι’ αυτούς παρελθόν με άξονα το
Πολυτεχνείο και τους Νεκρούς του.
Αυτά προσπάθησα να μεταφέρω στους διδάσκοντες μαθημάτων ευθύνης μου, καταλήγοντας
ότι πρέπει να παρουσιάζονται με απόλυτη ειλικρίνεια τα πραγματικά γεγονότα χωρίς
τραυματικά μυθεύματα και να αιτιολογούνται με ένα ύφος ιστορικό-κοινωνιολογικό και όχι
φοβικό, μονόπλευρα μελοδραματικό ‘φιλολογικό’. Το πρώτο λειτουργεί θεραπευτικά για ένα
επώδυνο εσωτερικό τραύμα της πολιτικής ιστορίας μας, ενώ το δεύτερο φορτώνει τους μαθητές
με ισχυρά τραυματικά συναισθήματα που λόγω του νεαρού της ηλικίας τους δεν μπορούν να
‘διαχειριστούν’ και απωθούν μέσα τους ‘αχώνευτα’ για να τα βγάλει κάποια στιγμή ένα
δυναμικό μέρος από αυτούς προς τα έξω με τυφλή παράλογη βία.
«Η Επέτειος του Πολυτεχνείου δεν χρειάζεται μύθους που πληγώνουν»
του Βασιλείου Βασιλειάδη, Σχολικού Συμβούλου Κοινωνιολόγων
Το Σάββατο 14/11 ο «Αγγελιοφόρος» δημοσίευσε ρεπορτάζ του Βασίλη Πεκλάρη με
τίτλο «Σάλος στα Σχολεία: Από έγγραφο σχολικού συμβούλου για τους «Νεκρούς του
Πολυτεχνείου», ενώ στην ηλεκτρονική του έκδοση ο τίτλος ήταν: «Προστάτευσε …τους
φοιτητές ο στρατός!». Η διεύθυνση της εφημερίδας μου δίδει σήμερα το βήμα προκειμένου
να προβώ σε μια σημαντική διόρθωση επί του παραπάνω ρεπορτάζ και καίριες διευκρινίσεις επί
του όλου θέματος.
Στην έντυπη έκδοση, κάτω από την φωτογραφία του ‘τανκ του Πολυτεχνείου’ και δίπλα σε
μικρογραφία της πρώτης σελίδας υπηρεσιακού μου εγγράφου αναγράφεται επί λέξει:
«Το έγγραφο που στάλθηκε στα σχολεία της Θεσσαλονίκης και στο οποίο ο σχολικός σύμβουλος
ισχυρίζεται ότι στα γεγονότα του Πολυτεχνείου δεν υπήρξαν νεκροί». Στην 3η παράγραφο του
ρεπορτάζ επαναλαμβάνεται επί λέξει: « Ο κ. Βασιλειάδης…ισχυρίζεται ότι στα γεγονότα του
Πολυτεχνείου δεν υπήρξαν νεκροί…». Η παραπάνω δις επαναλαμβανόμενη διατύπωση
δημιουργεί εύλογες αλλά παραπλανητικές εντυπώσεις για το πρόσωπο μου οτι δήθεν ανήκω
στους ακροδεξιούς αρνητές του Αγώνα του Πολυτεχνείου ή ότι είμαι ένα παράλογο και φαιδρό
πρόσωπο, εφ' όσον είναι, και ορθώς, γνωστό ότι στα «Γεγονότα του Πολυτεχνείου» υπήρξαν
νεκροί.
Η ορθή διατύπωση, όπως τεκμαίρεται από το έγγραφο μου αλλά και από το ίδιο το ρεπορτάζ
παρακάτω στο απόσπασμα από το έγγραφο μου που αυτούσιο παρατίθεται, θα ήταν :
" ....ισχυρίζεται ότι νεκροί υπήρξαν στον ευρύτερο χώρο εκτός του Πολυτεχνείου αλλά δεν
υπήρξαν κατά την εισβολή του τανκ και στην συνέχεια στρατού και αστυνομίας εντός του
Πολυτεχνείου, κατά την ευρέως διακινούμενη εντύπωση και μάλιστα σε σχολεία κατά τον
Εορτασμό της Επετείου".
Επιγραμματικά, νεκροί υπήρξαν κατά τα Γεγονότα του Πολυτεχνείου αλλά όχι εντός του
Πολυτεχνείου. Αυτό είναι γνωστό σε όσους έχουν μελετήσει στοιχειωδώς τις σχετικές βιβλιογρα-
-φικές πηγές και μαρτυρίες, κι όμως η σύγχυση του όρου «Νεκροί του Πολυτεχνείου»- και ο
αντίστοιχος μύθος περί «νεκρών στο Πολυτεχνείο»- καλά κρατεί, αν ρωτήσουμε μαθητές, εκπαιδευ-
-τικούς και το ευρύ κοινό. Αυτό το ψυχολογικό φαινόμενο «ξέρω, αλλά δεν θέλω να ξέρω (την
αλήθεια)» είναι γνωστό στην κοινωνική ψυχολογία ως “cognitine dissonance”, πιο απλά εδώ
περιγράφεται με την φράση «η πεποίθηση ότι είχαμε τότε ένα ‘δολοφονικό καθεστώς’ δεν μπορεί
να τίθεται υπό αίρεσιν λόγω διαπίστωσης ότι ‘παραδόξως’ εντός του Πολυτεχνείου ‘δεν σκότωσε’,
άρα και εντός και εκτός σκότωσε, και μη το ψάχνουμε».
Η απλή εξήγηση ότι εντός του Πολυτεχνείου το δικτατορικό καθεστώς μπορεί να επέλεξε να μη
σκοτώσει για να αποφύγει το υψηλό πολιτικό κόστος του φόνου φοιτητών μέσα στο Πανεπιστήμιο
σε μια εποχή που η ιδιότητα του φοιτητή απολάμβανε υψηλότατο κοινωνικό κύρος, κανονικά θα
αρκούσε για να εξηγήσει την ιστορική απόκλιση από τις προσδοκίες μας για την ‘δολοφονική φύση’
του καθεστώτος. Αντί γι’ αυτήν υιοθετείται μια στάση πεισματικής εμμονής σε «νεκρούς του Πολυ-
-τεχνείου» με άμεση ψυχολογική, έστω και παράλογη, αναγωγή σε «νεκρούς στο Πολυτεχνείο».
Οποιος τολμήσει να την επισημάνει, αυτομάτως ανακηρύσσεται σε ‘φιλοχουντικό αρνητή του
Αγώνα του Πολυτεχνείου’. Κι έτσι πολλοί, ενώ ξέρουν, σιωπούν για να μην ‘εκτεθούν’.
Όταν επιχειρείται η παραπάνω διάκριση μεταξύ «νεκρών των Γεγονότων (εκτός) του
Πολυτεχνείου και «(μη) νεκρών εντός του Πολυτεχνείου», συχνά προβάλλεται η ένσταση: «Μα
τι σημασία έχει η διαφοροποίηση μεταξύ νεκρών εντός ή εκτός; Οι νεκροί ‘εκτός’ δεν μετράνε ως
νεκροί (των γεγονότων) του Πολυτεχνείου;» Προφανώς και μετράνε, αρκεί να μη ‘μεταλλάσσονται’
ψυχολογικά στους σχολικούς εορτασμούς σε νεκρούς ‘εντός’. Πρώτον, διότι τότε χαλκεύουμε το
ιστορικό παρελθόν και δημιουργούμε ‘μύθους’. Δεύτερον, διότι ο συγκεκριμένος μύθος, αν κάποτε
βόλευε ως όχημα αναδρομικού φρονηματισμού κατά δικτατορικών λύσεων, εδώ και δεκαετίες
βλάπτει την ελληνική κοινωνία δημιουργώντας καρκινώματα που σήμερα πλέον είναι ορατά δια
γυμνού οφθαλμού.
Συγκεκριμένα, μια χαλαρή και διφορούμενη χρήση, είτε σκοπίμως είτε από άγνοια είτε από
αμέλεια, του όρου «Νεκροί του Πολυτεχνείου», άνευ διευκρίνισης ότι αφορά σε πεσόντες εντός
μιας ευρύτερης περιοχής εκτός του φυσικού του χώρου, μπορεί να οδηγήσει τους μαθητές στην
φαντασιακή πεποίθηση ότι το τανκ που έριξε την πύλη του ΕΜΠ ‘έλιωσε κάτω από τις
ερπύστριες του’ φοιτητές και ότι στρατός και αστυνομία εισέβαλαν και δολοφόνησαν από κοινού
άοπλους φοιτητές. Πράγματι ρωτώντας σημερινούς και πρώην μαθητές διαπιστώνει κανείς ότι
τα παραπάνω αναληθή ως γεγονότα αποτελούν μάλλον πλειοψηφούσα αυθόρμητη πεποίθηση.
Μια τέτοια φρικιαστική εικόνα στην ψυχή μικρών μαθητών διαφέρει πολύ στις ψυχολογικές
συνέπειες της από την αναφορά στους νεκρούς ‘εκτός’, είτε από τον εγκληματικό ζήλο οργάνων
της χούντας είτε τυχαία από αδέσποτες σφαίρες και δακρυγόνα. Είναι η διαφορά μεταξύ νεκρών
στη μάχη και νεκρών στο Αουσβιτς. Η δεύτερη κομίζει μια ρεαλιστική εικόνα, όπου αναδεικνύεται
η τραγικότητα της σύγκρουσης και τα αιματηρά αποτελέσματα της. Η πρώτη τραυματίζει ψυχικά
ανεξίτηλα, δημιουργεί μια αρνητική αυτό-εικόνα για τον λαό μας, και σε μερικούς πιο ευαίσθητους
ακόμη κι ένα μίσος. Το εναρκτήριο λάκτισμα μιας τέτοιας συνειδησιακής εξέλιξης μπορεί
να δόθηκε πολύ νωρίς, ίσως σε κάποιο εορτασμό στο δημοτικό…
Μα «καλά όλα αυτά από μια σχολική γιορτή που οι περισσότεροι καν δεν προσέχουν;»
Κάνουν πως δεν προσέχουν! Μπορεί να μη συγκρατούν λεπτομέρειες, αλλά η ‘Επέτειος του
Πολυτεχνείου’, επαναλαμβανόμενη επί 12 έτη στο σχολείο, είναι η πρώτη μύηση, από την Α’
Δημοτικού, σε μια τραυματική εικόνα της ελληνικής κοινωνίας, ειδικά στο βαθμό που περνάει
το φαντασιακό μυθικό στοιχείο που προανέφερα. Κι αν η πλειοψηφία την κουβαλά βαθιά μέσα
της χωρίς κραυγαλέες παρενέργειες, μια μειοψηφία σαφώς έχει πληγωθεί από αυτήν και το
δείχνει.
Εκτιμώ λοιπόν ότι στον βαθμό που δημιουργείται η παραπάνω εικόνα και πεποίθηση στο
σχολείο, αυτή οδηγεί, διαφοροποιημένα λόγω της συνέργειας και άλλων παραγόντων:
α) μεγάλη μερίδα μαθητών και άρα του Λαού μας σε μια βαθειά υποσυνείδητη αντιπάθεια
ή έλλειψη ‘ανοιχτής εμπιστοσύνης’ για την Αστυνομία και τις Ενοπλες Δυνάμεις, και ευρύτερα
τους θεσμούς της Πολιτείας,
β) μια πιο ‘ευαίσθητη’ μειοψηφία στο να καταλήγει στις «Αντι-εξουσιαστικές» θέσεις ως
ιδεολογία (ή και ως δράση) που δεν διακρίνει τους παραπάνω θεσμούς του σήμερα από το
δικτατορικό προχθές.
γ) μια ακόμη στενότερη ομάδα στην τυφλή τρομοκρατία που βλέπουμε σήμερα που πιστεύει
στην εκδικητική ΄γιά τότε και για σήμερα’ βία ταυτίζοντας το κράτος της μεταπολίτευσης
με το δικτατορικό καθεστώς.
δ) μια άλλη ομάδα μαθητών, ανακαλύπτοντας το μυθικό σκέλος της κυρίαρχης Αφήγησης,
να μην εμπιστεύεται πιά ‘τους δασκάλους που τους έκαναν με ψέματα να ντρέπονται που είναι
Ελληνες’ και στην Αρνηση συνολικά τον Αγώνα του Πολυτεχνείου,
ε) και ένα μικρότερο κομμάτι από αυτούς να καταλήγει στην βίαιη εξωκοινοβουλευτική Ακρα
Δεξιά.
Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις βλέπουμε νέους ανθρώπους που δεν έζησαν ούτε τα
γεγονότα ούτε εκείνη την εποχή, την οποία κατανοούν αναχρονιστικά με την δική τους
σύγχρονη ματιά, να είναι κολλημένοι σε ένα μυθικό γι’ αυτούς παρελθόν με άξονα το
Πολυτεχνείο και τους Νεκρούς του.
Αυτά προσπάθησα να μεταφέρω στους διδάσκοντες μαθημάτων ευθύνης μου, καταλήγοντας
ότι πρέπει να παρουσιάζονται με απόλυτη ειλικρίνεια τα πραγματικά γεγονότα χωρίς
τραυματικά μυθεύματα και να αιτιολογούνται με ένα ύφος ιστορικό-κοινωνιολογικό και όχι
φοβικό, μονόπλευρα μελοδραματικό ‘φιλολογικό’. Το πρώτο λειτουργεί θεραπευτικά για ένα
επώδυνο εσωτερικό τραύμα της πολιτικής ιστορίας μας, ενώ το δεύτερο φορτώνει τους μαθητές
με ισχυρά τραυματικά συναισθήματα που λόγω του νεαρού της ηλικίας τους δεν μπορούν να
‘διαχειριστούν’ και απωθούν μέσα τους ‘αχώνευτα’ για να τα βγάλει κάποια στιγμή ένα
δυναμικό μέρος από αυτούς προς τα έξω με τυφλή παράλογη βία.