Θα μπορούσαμε να αυξήσουμε το προσδόκιμο ζωής; Θα μπορούσαμε να καθυστερήσουμε τα γηρατειά; Θα μπορούσαμε στα εβδομήντα χρόνια μας να θεωρούμαστε ακόμη νέοι; Θα μπορούσαμε να ζούμε περίπου 150 χρόνια;

Την απάντηση στα συγκεκριμένα ερωτήματα δίνει η επιστήμη και μάλιστα με ελληνική ταυτότητα. Ο λόγος για τον καθηγητή Νεκτάριο Ταβερναράκη, η ερευνητική δραστηριότητα του οποίου έχει αναγνωριστεί διεθνώς, ενώ για το σύνολο της επιστημονικής του συνεισφοράς έχει βραβευτεί με σημαντικές διακρίσεις από πολλούς διεθνείς οργανισμούς.

Ο κ. Ταβερναράκης, με καταγωγή από την Κρήτη, είναι βιολόγος και πανεπιστημιακός, καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ), ενώ είναι εκλεγμένο μέλος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Μοριακής Βιολογίας (ΕΜΒΟ) και της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών (Academia Europaea).

Με τις επιστημονικές του μελέτες έχει συνεισφέρει σημαντικά στην κατανόηση των μηχανισμών εκείνων που είναι υπεύθυνοι για το νεκρωτικό κυτταρικό θάνατο και φαινόμενα νευροεκφυλισμού, των μηχανισμών της μνήμης και της μάθησης, καθώς και των μηχανισμών γήρανσης. Επιπλέον, έχει συνεισφέρει σημαντικά στην ανάπτυξη νέων πειραματικών εργαλείων και μεθόδων για τη μελέτη του νευρικού συστήματος και της βιολογίας του κυττάρου. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η ερευνητική δραστηριότητα του κ. Ταβερναράκη έχει αναγνωριστεί διεθνώς και υποστηρίζεται οικονομικά με χρηματοδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση, από διεθνείς οργανισμούς και από την ελληνική κυβέρνηση. Επιπλέον, είναι από τους πρώτους επιστήμονες στην Ευρώπη που έχει καταφέρει να πετύχει δύο επιχορηγήσεις από το ιδιαίτερα ανταγωνιστικό πρόγραμμα Advanced Investigator Grant του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας ERC.

Μιλώντας στο Αθηναϊκό Πρακτορείο, ο κ. Ταβερναράκης εξηγεί τις δράσεις του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ), το οποίο είναι ένα από τα έξι Ινστιτούτα του Ιδρύματος  Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ), αντικείμενο έρευνας του οποίου είναι η σύγχρονη βιολογία και η βιοϊατρική.

Όπως εξηγεί, τα κύτταρά μας λειτουργούν καταναλώνοντας ενέργεια, η οποία παράγεται από εξειδικευμένα οργανίδια του κυττάρου, τα μιτοχόνδρια, τα οποία με τη σειρά τους καταναλώνουν θρεπτικά συστατικά που παίρνουν από τις τροφές, αφού πρώτα τη μετατρέψουν σε γλυκόζη.

Μαζί όμως με την ενέργεια, όπως κάθε εργοστάσιο, παράγει και παραπροϊόντα του μεταβολισμού, που ονομάζονται «ελεύθερες ρίζες οξυγόνου» οι οποίες στην ουσία είναι δηλητηριώδη μόρια που μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στα κύτταρα, με αποτέλεσμα να επέλθει η γήρανση. Σύμφωνα με τον κ. Ταβερναράκη η γήρανση οφείλεται σε αυτές τις βλάβες που συσσωρεύονται με τα χρόνια στα κύτταρα, καθώς και σε εξωγενείς παράγοντες όπως είναι η υπεριώδης ακτινοβολία, τα τοξικά και χημικά στοιχεία που υπάρχουν στην ατμόσφαιρα.

Όμως, στην έρευνα που έγινε στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας διαπιστώθηκε ότι τα κύτταρά μας έχουν αναπτύξει μηχανισμούς αποτοξίνωσης, όπως η αυτοφαγία, μία διαδικασία όπου το ίδιο το κύτταρο, μόλις αντιληφθεί ότι το μιτοχόνδριο έχει υποστεί βλάβη το καταστρέφει για να μην προκαλέσει μεγαλύτερο πρόβλημα, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί νέα μιτοχόνδρια, μια διαδικασία που ονομάζεται βιογένεση. Σύμφωνα με την έρευνα του Ινστιτούτου, η καταστροφή των προβληματικών και η δημιουργία νέων μιτοχονδρίων συντονίζονται από ένα μηχανισμό, ο οποίος, μάλιστα παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της γήρανσης. Συγκεκριμένα όταν αυτός ο μηχανισμός υπολειτουργεί έχουμε πρόωρη γήρανση, ενώ όταν λειτουργεί σωστά έχουμε επιμήκυνση της διάρκειας ζωής.

Αυτό που ανακάλυψε η ομάδα του κ. Ταβερναράκη, είναι ότι η επιστήμη μπορεί να επέμβει με γενετικό τρόπο και να κρατήσει το συγκεκριμένο μηχανισμό με υψηλή απόδοση σε μεγάλη ηλικία. «Μπορούμε να αυξήσουμε τη διάρκεια ζωής σημαντικά, μέχρι και να διπλασιαστεί, κάτι που έχει διαπιστωθεί σε πειραματόζωα», τόνισε ο κ. Ταβερναράκης.

Αναφερόμενος στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας, ο κ. Ταβερναράκης είπε ότι πρόκειται για το μεγαλύτερο Ινστιτούτο Βιοϊατρικών επιστημών της Ελλάδος, απασχολεί πάνω από 330 εργαζόμενους υψηλής επιστημονικής κατάρτισης, όπως ερευνητές, καθηγητές Πανεπιστημίου, μεταδιδακτορικούς ερευνητές, διδακτορικούς φοιτητές, τεχνικούς έρευνας και άλλους.

Το Ινστιτούτο διαθέτει υπερσύγχρονα και πλήρως εξοπλισμένα εργαστήρια τα οποία εστιάζονται σε διάφορα πεδία της βιολογικής έρευνας, όπως η μελέτη της γήρανσης, του καρκίνου, τα αυτοάνοσα νοσήματα, νευροεκφυλιστικά νοσήματα, η μελέτη της ανάπτυξης των κυτταρικών διεργασιών, ενώ υπάρχουν και ομάδες που ασχολούνται με θέματα αγροδιατροφής και συγκεκριμένα τον έλεγχο των ζιζανίων, των παρασίτων -έρευνα  που έχει να κάνει με την αλυσίδα παραγωγής τροφίμων.

Το αντικείμενο της έρευνας του εργαστηρίου του κ. Ταβερναράκη κινείται σε τρεις κατευθύνσεις. Η πρώτη αφορά στην εξέλιξη της γήρανσης, που σχετίζεται όχι μόνο απλά με τον άνθρωπο αλλά με όλους του έμβιους οργανισμούς, η δεύτερη είναι η μελέτη του νευροεκφυλισμού που έχει να κάνει με νοσήματα όπως το Αλτσχαϊμερ, το Πάρκισον και η τρίτη σχετίζεται με τη λειτουργία του νευρικού συστήματος και συγκεκριμένα πώς μπορεί ο οργανισμός να αποθηκεύει και να ανακαλεί μια πληροφορία (μνήμη και μάθηση).

Επίσης, το Ινστιτούτο είναι ο πρώτος επιστημονικός φορέας της χώρας που ίδρυσε εργαστήριο αρχαίου DNA και μπορεί να κάνει αναλύσεις σε δείγματα που προέρχονται από ανασκαφές. Αυτό, όπως δήλωσε ο κ. Ταβερναράκης, δείχνει έμπρακτα το πώς η σύγχρονη τεχνολογία αιχμής μπορεί να παντρευτεί με τον πολιτισμό και την παράδοση, παρέχοντας τη δυνατότητα να μελετήσουμε τον τεράστιο πολιτιστικό πλούτο που διαθέτει η Ελλάδα.

Η έδρα του Ινστιτούτου βρίσκεται στο Ηράκλειο Κρήτης, αλλά έχει και ένα παράρτημα βιοϊατρικών επιστημών στα Ιωάννινα. Τα άλλα 5 Ινστιτούτα που λειτουργούν υπό την ομπρέλα του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας - που είναι αυτή τη στιγμή ο μεγαλύτερος ερευνητικός φορέας της χώρας - είναι το Ινστιτούτο Ηλεκτρονικής Δομής και Λέϊζερ, το Ινστιτούτο Πληροφορικής, το Ινστιτούτο Υπολογιστικών Μαθηματικών, το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών και το Ινστιτούτο Επιστημών Χημικής Μηχανικής, το οποίο λειτουργεί στην Πάτρα.

Το ΙΤΕ διαθέτει έναν από τους καλύτερους εκδοτικούς οίκους, ο οποίος ιδρύθηκε με την οικονομική βοήθεια της Παγκρήτιας Ένωσης Αμερικής και ειδικεύεται στα Πανεπιστημιακά συγγράμματα. Παράλληλα, διαθέτει το δίκτυο «Πράξη», μια δομή η οποία εξειδικεύεται στη μεταφορά των αποτελεσμάτων της τεχνολογίας και της έρευνας που παράγεται στη βιομηχανία, δρώντας ως συνδετικός κρίκος του επιστημονικού εργαστηρίου και των επιχειρήσεων, προς όφελος της κοινωνίας και της οικονομίας.

Τέλος, το ΙΤΕ σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Κρήτης έχει ιδρύσει και λειτουργεί το αστεροσκοπείο του Σκίνακα, στις κορυφές του Ψηλορείτη που είναι εξοπλισμένο με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας για παρατηρήσεις αστροφυσικής. Μάλιστα, όπως τόνισε ο κ. Ταβερναράκης, στους στόχους του ΙΤΕ είναι να ιδρύσει ένα ξεχωριστό Ινστιτούτο Αστροφυσικής.
Σύμφωνα με τον κ. Ταβερναράκη, το Ίδρυμα εξασφαλίζει σημαντικούς οικονομικούς πόρους από ευρωπαϊκές και εθνικές πηγές.

Η χρηματοδότηση αυτή είναι ανταγωνιστική και για να διασφαλιστεί θα πρέπει κάποιος να καταθέσει μια τεκμηριωμένη ερευνητική πρόταση, η οποία, μέσα στον σκληρό διεθνή ανταγωνισμό από αντίστοιχους φορείς, θα πρέπει να ξεχωρίσει και να εγκριθεί από τους χρηματοδότες. Με τον τρόπο αυτό οι Έλληνες ερευνητές ανταγωνίζονται στην ουσία με συναδέλφους τους άλλων χωρών και όπως τόνισε ο κ. Ταβερναράκης αυτό μας κάνει ιδιαίτερα περήφανους, καθώς έχουμε εξασφαλίσει σημαντικά κονδύλια από τέτοιους ανταγωνιστικούς μηχανισμούς, κάνοντας παράλληλα έρευνα υψηλότατης στάθμης. Πρόσθεσε επίσης ότι η έρευνα που διεξάγεται στην Ελλάδα δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από την αντίστοιχη που γίνεται σε φημισμένα Πανεπιστήμια του εξωτερικού.

Σε ερώτηση γιατί προτίμησε να επιστρέψει στην Ελλάδα μετά από μια μακροχρόνια δουλειά στην Αμερική, τόνισε ότι υπάρχουν ισχυροί συναισθηματικοί λόγοι, αφού μεγάλος αριθμός Ελλήνων επιστημόνων επιθυμούν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, καθώς «βρισκόμαστε σε ένα ευλογημένο τόπο».

Αναφερόμενος στα ελληνικά πανεπιστήμια, ο κ. Ταβερναράκης τόνισε ότι γίνεται δουλειά υψηλού επιπέδου, με άριστα καταρτισμένο προσωπικό και για το λόγο αυτό οι Έλληνες επιστήμονες γίνονται ανάρπαστοι στο εξωτερικό. Ταυτόχρονα, η πολιτεία θα πρέπει να αντιληφθεί ότι θα είναι τεράστιο το όφελος να επενδύσει στην έρευνα και να παράσχει τη δυνατότητα στους επιστήμονες να προωθήσουν το έργο τους και την έρευνά τους, κάτι που δεν έχει κάνει, ως όφειλε, τις τελευταίες δεκαετίες. Από την άλλη πλευρά σημείωσε ότι δεν πρέπει να «δαιμονοποιείται» η φυγή των νέων επιστημών στο εξωτερικό, καθώς όπως είπε, κάτι τέτοιο ανοίγει στους νέους επιστήμονες καινούριους  ορίζοντες. Όπως τόνισε ο ίδιος, το φαινόμενο της «κυκλοφορίας του ταλέντου» αποτελεί μια εποικοδομητική διαδικασία καθώς όταν αυτοί οι νέοι Έλληνες επιστήμονες επιστρέψουν κάποια στιγμή στον τόπο τους θα μεταλαμπαδεύσουν τις γνώσεις και τις εμπειρίες που απέκτησαν έξω.