Η ψυχονοητική εξάσκηση με διαλογιστικές και παρεμφερείς τεχνικές επιφέρει θετικές αλλαγές στη δομή του εγκεφάλου, αυξάνει την ευαισθησία απέναντι στους άλλους και μειώνει το στρες που νιώθει ένας άνθρωπος, σύμφωνα με δύο νέες μελέτες από Γερμανούς και Έλληνες επιστήμονες.

Ειδικά η ενσυναίσθηση και η μείωση του κοινωνικού στρες είναι μεγαλύτερη, όταν αυτή η άσκηση γίνεται όχι ατομικά και μοναχικά, αλλά με διαπροσωπική επικοινωνία και σε συνεργασία με άλλους, εστιάζει δηλαδή στο «εμείς» και όχι στο «εγώ».

Η νέα έρευνα αναδεικνύει μία μάλλον παραγνωρισμένη όψη της νοητικής άσκησης και του διαλογισμού: όπως διαφορετικές σωματικές ασκήσεις γυμνάζουν διαφορετικούς μυς και μέρη του σώματος, έτσι και στην περίπτωση του νου οι βελτιώσεις δεν είναι ίδιες με όλες τις ασκήσεις.

Διαβάστε επίσης: «Η τέχνη του διαλογισμού» του Ρόμπερτ Νατζέμυ

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τις δρες Σόφι Βαλκ και Βερόνικα Έγκερτ του Τμήματος Κοινωνικής Νευροεπιστήμης του Ινστιτούτου Ανθρωπίνων Γνωσιακών και Εγκεφαλικών Επιστημών Μαξ Πλανκ της Λειψίας, που έκαναν τις σχετικές δημοσιεύσεις στο περιοδικό "Science Advances", παρουσίασαν τα ευρήματα του προγράμματος ReSource Project διάρκειας εννέα μηνών.

Στην έρευνα συμμετείχαν, από ελληνικής πλευράς, ο καθηγητής και πρόεδρος του Τμήματος Παιδιατρικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Χρούσος και ο δρ Ιωάννης Παπασωτηρίου, επικεφαλής του Βιοχημικού Τμήματος του Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία».

Οι ερευνητές μελέτησαν τρεις ομάδες άνω των 300 εθελοντών 20 έως 55 ετών, οι οποίοι ασκούνταν επί 30 λεπτά τη μέρα, με βάση τρία προγράμματα ψυχονοητικής άσκησης, με διαφορετική εστίαση το καθένα (κάθε επιμέρους πρόγραμμα διήρκεσε τρεις μήνες):

- Το πρώτο χρησιμοποίησε κλασικές ατομικές διαλογιστικές τεχνικές αυτεπίγνωσης: εστίαση στην αναπνοή, στις αισθήσεις του σώματος και σε οπτικά ή ακουστικά ερεθίσματα από το περιβάλλον.

- Στο δεύτερο πρόγραμμα διαλογιστικές δυάδες εθελοντών εστιάσθηκαν στην ανταλλαγή συναισθημάτων συμπόνιας, ευγνωμοσύνης κ.α.

- Στο τρίτο οι ίδιες δυάδες εξάσκησαν τη νοητική ταύτισή τους με έναν άλλο άνθρωπο ή με επιμέρους όψεις της δικής τους προσωπικότητάς (η «ανήσυχη μητέρα», το «περίεργο παιδί», ο «εσωτερικός κριτής» κ.α.), έτσι ώστε να κατανοήσουν καλύτερα, από διαφορετικές οπτικές γωνίες, τον δικό τους εσωτερικό κόσμο και των άλλων.

Η εξέταση του εγκεφάλου των συμμετεχόντων με μαγνητική απεικόνιση, η διενέργεια ψυχολογικών-συμπεριφορικών-ψυχοκοινωνικών τεστ και οι βιοχημικές εξετάσεις που έγιναν πριν και μετά το πρόγραμμα, έδειξαν ότι υπήρξαν δομικές αλλαγές στον εγκέφαλο, όπως αύξηση στο πάχος του προμετωπιαίου φλοιού για όσους είχαν ασκηθεί στην ατομική αυτεπίγνωση.

Ακόμη, υπήρξε αυξημένη ικανότητα αντοχής στο κοινωνικό και ψυχολογικό στρες, όπως φάνηκε από τη μείωση της ορμόνης του στρες κορτιζόλης στο αίμα (έως 51%). Η μείωση αυτή παρατηρήθηκε κυρίως σε όσους έκαναν νοητικές διαλογιστικές ασκήσεις μαζί με άλλους και όχι μόνοι τους.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ