[...] η θεοποίηση του χρήματος και η γιγάντωση της οικονομικής εξουσίας, μέσω των συγκεντρώσεων, των συγχωνεύσεων, των εξαγορών και της καρτελοποίησης των μεγάλων επιχειρήσεων, με παράλληλη ενίσχυση της πρακτικής της πολιτικής του «Μεγάλου Αδελφού», της αλλοτρίωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας, της φαλκίδευσης της Δημοκρατίας, της κατάργησης του κράτους κοινωνικής πρόνοιας, της υποβάθμισης της δημόσιας υγείας και της υποβάθμισης του μακροχρόνιου ανθρώπινου ονείρου, δεν αποτελούν ανάπτυξη, ούτε ανάταση, ούτε ευδαιμονία. [...]

Για πολλά χρόνια οι οικονομικοί επιστήμονες ζήλεψαν  τη δόξα και τις επιτυχίες των θετικών επιστημών. Προσπάθησαν με πάθος να εντάξουν την οικονομική επιστήμη στο χώρο των θετικών επιστημών και να την αποδεσμεύσουν από τον φυσιολογικό της χώρο, που δεν είναι άλλος από εκείνο των κοινωνικών επιστημών.

Θεώρησαν, ότι η μετάπτωση αυτή θα προσέδιδε κύρος στην επιστήμη τους και προχώρησαν σταδιακά, κύρια δε τα τελευταία πενήντα χρόνια, σε αφαιρετισμούς, σε λογικές κατασκευές και σε μεθοδολογικές αναθεωρήσεις, που θα επέτρεπαν τη μεγαλύτερη δυνατή κατάκτηση του απόλυτα ορθολογικού, του ακριβούς, του μετρήσιμου και του ποσοτικοποιήσιμου, κατάκτηση που θα οδηγούσε στην επιτυχή πρόβλεψη.

Αφαιρώντας από την οικονομική επιστήμη κάθε είδους κοινωνικό και φιλοσοφικό προβληματισμό, την κατέστησαν, με υπομονή και επιμονή, μια επιστήμη συνεχώς συρρικνούμενη και αναδιπλούμενη στον ίδιο της τον εαυτό, στις μετρήσεις και στις λογιστικές ιδιαιτερότητές της.

Την απομόνωσαν από κοινωνικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους και πρότειναν ένα οικονομικό σύστημα σκέψης και οργάνωσης, ανεξάρτητο από τις κοινωνικές διεργασίες και τις διεργασίες του φυσικού περιβάλλοντος, στο πλαίσιο, όμως, των οποίων οι οικονομικές πράξεις και δραστηριότητες συντελούνται.

Παρά τη σφοδρή επιθυμία τους για αποδέσμευση από τους παράγοντες που εμπόδισαν το πολυπόθητο άλμα προς το χώρο των θετικών επιστημών, βρέθηκαν, εντούτοις, μπροστά στο σκόπελο της αδυναμίας παραγνώρισης ή υποβάθμισης της σημασίας των κοινωνικών και περιβαλλοντικών (φυσικών) διεργασιών που φυσιολογικά επηρεάζουν, αναντίρρητα, άμεσα την οικονομική διαδικασία.

Το βαθύτερο περιεχόμενο της οικονομικής πράξης ήταν και είναι αδήριτα συνδεδεμένο, τόσο με την κοινωνική πραγματικότητα, όσο και με το φυσικό χώρο, εντός του οποίου αυτή πραγματοποιείται.

Η αποδέσμευση δεν ήταν εύκολη και η μετάπτωση περιόριζε τους θεωρητικούς ορίζοντες και τον πολιτικό προβληματισμό, δημιουργώντας προβλήματα αδιέξοδα στην προσπάθεια επίλυσης των προβλημάτων και κοντόφθαλμες προσεγγίσεις που ανέδειξαν εμφανείς συγκρούσεις θεωρητικού και πρακτικού περιεχομένου.

Η σφαίρα των συνεχώς αναδιπλούμενων στον εαυτό τους οικονομικών δραστηριοτήτων προσέκρουε σε φυσικά και κοινωνικά όρια. Η οικονομική δυσκολευόταν να υπερπηδήσει τα όρια αυτά, καθώς πλέον ήταν εγκλωβισμένη στους λογικούς αφαιρετισμούς και στον απομονωτισμό της.

Οι οικονομολόγοι αυτοί, που ζήλεψαν τον τίτλο του οικονομικού επιστήμονα, περιορίζοντας τον κοινωνικό, περιβαλλοντικό και φιλοσοφικό προβληματισμό τους, σκέφθηκαν ως λύση και ως δυνατότητα υπερπήδησης των πραγματικών, επιστημολογικών και μεθοδολογικών δυσκολιών τους, την ενσωμάτωση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών φαινομένων, τα οποία και ονόμασαν «εξωτερικότητες», στο κυρίαρχο οικονομικό σκεπτικό τους.

Με αμφισβητούμενη, έως και σήμερα, λογική, μετέτρεψαν τις «εξωτερικότητες» σε «εσωτερικότητες», διαμορφώνοντας μια κυρίαρχη οικονομική θεωρία την οποία ονόμασαν «νεοκλασικισμό». Ο νεοκλασικισμός τους στηρίχθηκε πάνω σε μια έντονα αφαιρετική λογική αγοραίου περιεχομένου, πρόσφορη σε μαθηματικούς συμβολισμούς και υποκείμενη σε μορφές «νόμων», «αρχών» και αξιολογικής ορθολογικοποίησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Στο πλαίσιο μιας αγοράς που δια των αυτοματισμών της αυτορυθμίζεται συνεχώς με επιτυχία, όπως ένθερμα υποστήριξαν και υποστηρίζουν, αποδέχθηκαν το κλασικό αυθόρμητο περιεχόμενο του «νόμου» της προσφοράς και της ζήτησης, τη «βασική οικονομική αρχή» του μέγιστου αποτελέσματος και της ελάχιστης θυσίας βάσει των υπαρχόντων μέσων, αλλά και τη μορφή ενός οικονομικού υποκειμένου αυστηρού ορθολογισμού, τον γνωστό, δηλαδή, «homo oeconomicus”, ή τον ακόμη νεώτερο “homo marginalis”.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες και τις παραδοχές, οι οποίες αναμφίβολα βρίσκουν τις ρίζες τους στους κλασικούς οικονομολόγους, αλλά και πολυάριθμες παραφυάδες στους μετέπειτα μονεταριστές και νεοφιλελεύθερους, οι κυρίαρχοι νεοκλασικοί, σε όλες τις εκφάνσεις των ποικίλων προσεγγίσεών τους, συνέλαβαν όρους και έννοιες περιοριστικά, μίλησαν για καταναλωτική και παραγωγική συμπεριφορά αυστηρού ορθολογισμού, για το ρόλο του χρήματος, για την οικονομική ανάπτυξη (development) και μεγέθυνση (growth), για να καταλήξουν στις μέρες μας στον εκθειασμό της λογικής των «αγορών» και της πλήρους απελευθέρωσης των κεφαλαίων.

Στήριξαν και στηρίζουν, τόσο επιστημονικά, όσο βέβαια και ιδεολογικοπολιτικά την πλήρη αυτονόμηση του χρηματοοικονομικού τομέα στην εποχή αυτή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.

Οι λογικές τους κατασκευές και η θεωρητική συνοχή που απαιτούσε το εγχείρημα της αποδέσμευσης από τις αγκυλώσεις του κοινωνικού και φυσικού περιβάλλοντος, οδήγησαν και στην υπερβάλλουσα θεωρητική απλοποίηση της υπαρκτής και απίθανου μεγέθους πολυπλοκότητας  των ανθρώπινων πραγμάτων.

Ο πόθος για το απόλυτα ορθολογικό, το συγκεκριμένο, το μετρήσιμο, το αντικειμενικοποιημένο και θετικιστικό, οδήγησε σε αυταπάτες, αλλά και σε λόγους πανούργους που θα εξυπηρετούσαν τη στήριξη της κοινωνικά, φιλοσοφικά και περιβαλλοντικά ουδέτερης επιχειρηματολογίας τους.

Εσωτερικοποίησαν, έτσι, τις «εξωτερικότητες» του κοινωνικού συστήματος και του φυσικού οικοσυστήματος. Κι ενέταξαν τη λογική της κοινωνίας και της φύσης στη δική τους αγοραία οικονομική λογική.

Η αγορά θα έλυνε, ως δια μαγείας, τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα, δια της δικής τους οικονομικής λογικής των τιμών και του κόστους ή της λογικής του κόστους-οφέλους. Λες και το φυσικό οικοσύστημα ή το κοινωνικό σύστημα σκέπτονται σε όρους τιμών και κόστους, ζημιών και κερδών!

Λησμονούσαν ή απέφευγαν να σκεφθούν, ότι άλλη είναι η λογική της οικονομίας τους, άλλη η λογική της κοινωνίας, ως σύνολο ανθρώπινων υπάρξεων κι απροσδιόριστων ανθρώπινων εγκεφάλων και άλλη η λογική της ζωής και του φυσικού της περίγυρου. Και προσπάθησαν να εντάξουν τη λογική των πάντων στη δική τους αγοραία οικονομική και αξιωματική λογική.

Οι φυσικές καταστροφές, η υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος, η κλιματική αλλαγή, το φαινόμενο του θερμοκηπίου και η αλλοίωση των ζωτικής για την υπόθεση της ζωής οικοσυστημάτων, θα αντιμετωπίζονταν με τη λογική της αγοράς και τους αμφισβητούμενους, από άλλα ρεύματα σκέψης, αυτοματισμούς της.

Η πολιτική των «δικαιωμάτων στη ρύπανση», η επιβολή προστίμων για την καταστροφή του περιβάλλοντος, η προώθηση της λογικής του γνωστού «ο ρυπαίνων πληρώνει», η προσπάθεια θεώρησης της οικονομικής διαδικασίας ανεξάρτητα από τα φαινόμενα της βιόσφαιρας, στην οποία, όμως, η οικονομική διαδικασία αναγκαστικά συμμετέχει, ήταν μερικά από τα μέσα που ο προκύψας οικονομικισμός χρησιμοποίησε στην προσπάθεια της εσωτερικοποίησης των «εξωτερικοτήτων».

Τις «εξωτερικότητες» αυτές ήταν αδύνατο, βέβαια, να αγνοήσει η οικονομική, καθώς ο πλανήτης  ολόκληρος υποβαθμιζόταν με ρυθμούς ανησυχητικούς, που εντάθηκαν περισσότερο με την άνωθεν επιβολή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.

Οι φυσικές «εξωτερικότητες», τα προβλήματα και τα όρια που το φυσικό περιβάλλον έθετε και θέτει συνεχώς στην οικονομική διαδικασία της νεοκλασικής έμπνευσης, αντιμετωπίσθηκαν εσωτερικοποιούμενα στην αγοραία οικονομική λογική, χάνοντας τους ποιοτικούς χαρακτήρες τους.

Το νεκρό προϊόν, το πράγμα και το χρήμα κυριάρχησαν. Μαζί τους, μια σειρά ολόκληρη από άϋλα χρηματοοικονομικά προϊόντα. Το ποιοτικό υποχώρησε μπροστά στο ποσοτικό, καθώς χρηματικά εκφράστηκε, συνήθως, η αξία των πράσινων εκτάσεων, καθώς χρηματικά εκφράστηκε η ατμοσφαιρική ρύπανση, καθώς χρηματικά εκφράστηκαν η ερήμωση, η κλιματική αλλαγή, η αλλοίωση του οικοσυστήματος των πόλων του πλανήτη, ακόμη κι αυτή η ηχητική ρύπανση, αλλά και η γενικότερη υποβάθμιση της βιοποικιλότητας των γήινων και θαλάσσιων οικοσυστημάτων.

Κατά τρόπο ανάλογο, τα κοινωνικά προβλήματα και οι ιδιαιτερότητες του κοινωνικού συστήματος, στο μέτρο που έθεταν εμπόδια στους στόχους της οικονομικής διαδικασίας και διατάραξαν την εσωτερική συνοχή της αγοραίας οικονομικής σκέψης, χαρακτηριζόμενα κι αυτά «εξωτερικότητες», εσωτερικοποιήθηκαν δια μέσω της δοκιμασμένης πλέον αναγωγής της αυθεντικής λογικής τους στη λογική του νεοκλασικισμού.

Και στην περίπτωση αυτή το ποιοτικό στοιχείο θα υποχωρούσε μπροστά στο ποσοτικό, η αγορά θα έδινε τις απαντήσεις με το αόρατο χέρι της, ενώ θα πρυτάνευε το καταναλωτικό και το επιχειρηματικό optimum δια της υλικής σύλληψης της ωφέλειας, ή δια της διακινδύνευσης κεφαλαίων σε επενδυτικές δραστηριότητες με στόχο το κέρδος.

Η συλλογικότητα του κοινωνικού υποτάσσονταν στον ατομικισμό της οικονομίας της αγοράς και η αποδέσμευση της οικονομικής  από τις αγκυλώσεις  της φυσιολογικής ένταξής της στο χώρο των κοινωνικών επιστημών προωθείτο αριστοτεχνικά.

Έτσι η ανεργία, η υποαπασχόληση, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η δυσαρέσκεια των εργαζομένων, αλλά και η υποβάθμιση κοινωνικών αγαθών δημόσιου χαρακτήρα, όπως η υγεία, η παιδεία, ο πολιτισμός, οι δημόσιες μεταφορές κλπ., οδηγήθηκαν, ως φαινόμενα ή οντότητες, είτε στο χώρο μελέτης της κοινωνιολογίας, είτε αντιμετωπίσθηκαν, από τους οικονομικούς επιστήμονες και τους πολιτικούς θιασώτες της κυρίαρχης οικονομικής ιδεολογίας, με γνώμονα την υλική, ποσοτική, χρηματική ωφέλεια ή ζημία.

Ακόμη και στο επίπεδο απόδοσης δικαιοσύνης παρατηρεί κανείς τη νεοκλασική λογική της αγοράς να πρυτανεύει. Η αξιολόγηση καταστάσεων από συστημικούς θεσμούς, όπως πχ. η αξιολόγηση μιας σωματικής βλάβης, πραγματοποιείται με αναφορά στα εισοδήματα που χάθηκαν, στις αποζημιώσεις που παρέχονται από τις ασφαλιστικές εταιρίες σε παρόμοιες περιπτώσεις, ή στην αξία ενός κεφαλαίου. Ο απόλυτος μεθοδολογικός διαχωρισμός μεταξύ του κοινωνικού και του οικονομικού στοιχείου, όπως αυτό συλλαμβάνεται αφαιρετικά, είναι σαφής.

Αυτός, όμως, ο διαχωρισμός οδηγεί αυτόματα και ένα παράδοξο διαχωρισμό του συνολικού κοινωνικού γίγνεσθαι. Οι τελικοί σκοποί διαφορίζονται σκόπιμα. Μαζί τους αναπτύσσεται, αναγκαστικά, ένας διάλογος μεταξύ της ανθρώπινης ηθικής και της τεχνικής πραγματογνωμοσύνης. Ο διάλογος αυτός δεν είναι ιδιαίτερα αφελής, ούτε ιδιαίτερα αθώος. Υποκρύπτει, συχνά, σκοπιμότητες εύκολα αναγνωρίσιμες.

Πρόκειται, βέβαια, για τη γνωστή αντιπαράθεση, μεταξύ των εκθειαζόμενων, για τον αυστηρό ορθολογισμό και την εξειδικευμένη γνώση τους, τεχνοκρατών και των ανήσυχων πολιτικών ή των διανοουμένων που διακρίνονται για τις ανθρωπιστικές, κοινωνικές και πολιτιστικές τους ευαισθησίες.

Πρόκειται για τη διαμάχη μεταξύ αυτών που επιχείρησαν και επιχειρούν να αναδείξουν τους ειδικούς τεχνοκράτες ως το «άλας της γης» και εκείνων που πιστεύουν, ότι η ελπίδα για το μέλλον φιλοξενείται στη γνώση και στην πνευματική δημιουργία των ανθρώπων που διακρίνονται για τους στοχασμούς τους, τους αναστοχασμούς τους γύρω από τον εαυτό τους και την αλήθεια, την αυτογνωσία και την πολυσύνθετη προσέγγιση της πραγματικότητας που επιχειρούν.

Τίποτε δεν αποκλείει, βέβαια, την ύπαρξη τεχνοκρατών που εμφιλοχωρούν στο χώρο της διανόησης, ή την ύπαρξη διανοητών ή πολιτικών που διαθέτουν και εξειδικευμένη τεχνοκρατική γνώση. Το ενδιαφέρον έγκειται στις επιλογές που οι εκάστοτε οικονομικές και πολιτικές ελίτ επιχειρούν και οι σκοπιμότητες που δι αυτών εκάστοτε εξυπηρετούνται.

Κι επειδή λόγος πολύς γίνεται, τόσο σε εθνικό, όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο για την οικονομική ανάπτυξη και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των χωρών, είναι χρήσιμο να κατανοήσει κανείς το πώς η κυρίαρχη νεοκλασική λογική της ποθητής αποδέσμευσης, η οποία εκτέθηκε παραπάνω, αντιμετωπίζει τις πολύπλοκες αυτές έννοιες, κατά τρόπο αφαιρετικό και απλοποιητικό και πάλι, απογυμνώνοντάς τες συστηματικά, αλλά και πανούργα, από το πολυσχιδές και ποιοτικό τους περιεχόμενο.

Η κατανόηση του περιεχομένου των όρων και των εννοιών είναι απαραίτητη, καθώς πάνω απ’ όλα οι άνθρωποι πρέπει να μπορούν να συνεννοηθούν. Και οι όροι, όπως και οι έννοιες  πρέπει να είναι ξεκάθαροι και ξεκάθαρες ως προς το περιεχόμενό τους, γιατί αποτελούν τα βασικά εργαλεία της συνεννόησης των ανθρώπων.

Εν εναντία περιπτώσει, η κατά το δοκούν παραπλανητική ή αλλοιωμένη ως προς το περιεχόμενο χρήση τους, είναι δυνατό να υποκρύπτει διάθεση χειραγώγησης των ανθρώπων και δημιουργία εσφαλμένων εντυπώσεων. Το εννοιολογικό οπλοστάσιο της κοινωνίας δεν επιτρέπεται να είναι ασαφές και τούτο γιατί η ασάφεια, δημιουργώντας συγχύσεις, εξυπηρετεί συχνά ιδιοτέλειες οικονομικής, πολιτικής ή κοινωνικής σημασίας.

Ας είμαστε λοιπόν ειλικρινείς. Η ανθρωπότητα βιώνει σήμερα τη νέα εποχή μιας παράδοξης βαρβαρότητας, για την οποία ο κυρίαρχος οικονομικός και αφαιρετικός λογισμός διατηρεί σοβαρές ευθύνες.

Η οικονομική ανάπτυξη, έννοια που χαϊδεύει τα αυτιά των ανθρώπων που αδυνατούν να συλλάβουν το πραγματικό της περιεχόμενο, γεννώμενοι έτσι θύματα ιδιοτελών προσεγγίσεων και σκοπιμοτήτων που εξυπηρετούν τα ανώτερα οικονομικά στρώματα και τους πολιτικούς τους συμμάχους στον αγώνα για το οικονομικό τους συμφέρον και τη διάρκεια της οικονομικής εξουσίας τους, εξακολουθεί ανενδοίαστα να προβάλλεται, ως μια απλή αύξηση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ).

Εξακολουθεί να συλλαμβάνεται και να προπαγανδίζεται, ως μια απλή αύξηση του πραγματικού κεφαλαίου.

Εξακολουθεί να συνδυάζεται με την πορεία των χρηματιστηριακών δεικτών και με την πορεία των συχνά αυθαίρετα επιλεγμένων οιονεί «βασικών» οικονομικών μεγεθών, των παντός είδους ισοζυγίων, των επιδόσεων της επιχειρηματικής κερδοφορίας ή των επιδόσεων των τραπεζών και των χρηματοοικονομικών αγορών.

Εξακολουθεί να συλλαμβάνεται και να προβάλλεται, ως μια διαδικασία απλής ποσοτικής αύξησης της προστιθέμενης αξίας της παραγωγής, ή του μεγέθους του επενδυόμενου πραγματικού κεφαλαίου.

Εξακολουθεί να προπαγανδίζεται κατά τρόπο που δίνει την εντύπωση, ότι πρόκειται για μια γραμμική διαδικασία η οποία, όπως υποστηρίζεται, οδηγεί στη δημιουργία θέσεων εργασίας.

Πόσων, όμως, θέσεων εργασίας; Ποιας ποιότητας και ποιας αμοιβής; Ποιας μορφής εργασιακών σχέσεων και δικαιωμάτων; Ποιου επιπέδου ασφάλισης; Και ποια η δυνατότητα απορρόφησης των προκλητικών ποσοστών ανεργίας που ο άκρατος οικονομικισμός δημιούργησε; Ποιος, δε, είναι ο χρόνος επαναφοράς της σχετικής κοινωνικής ηρεμίας την οποία κατέστρεψε η διατάραξη της κοινωνικής συνοχής;

Ας μη παραγνωρίζουμε το γεγονός, ότι στο πλαίσιο της κυρίαρχης αντίληψης για την οικονομική λειτουργία και υπό το πέλμα της μονοδιάστατης αντίληψης που καλλιεργείται για την οικονομική ανάπτυξη, ο άνθρωπος εισέρχεται ή μεθοδικά καθοδηγούμενος εισάγεται σ’ αυτό που συνήθως αποκαλείται παραγωγικός συνδυασμός. Γίνεται, έτσι και ο ίδιος, όπως τα πράγματα που συνδυάζονται για τη δημιουργία παραγωγικού αποτελέσματος, αντικείμενο οικονομικού υπολογισμού.

Κι εδώ ακριβώς τα πράγματα χαλούν γι αυτόν. Κι αυτό γιατί, ως αντικείμενο οικονομικού υπολογισμού εισάγεται στο παραγωγικό κύκλωμα κι ως τέτοιο παραμένει στα χέρια των ισχυρών, τα προσωπικά συμφέροντα των οποίων προβάλλονται, συνήθως, ως εκφράζοντα το γενικό συμφέρον, ή, ως κοινωνικός στόχος, ενώ η αύξηση του πλούτου τους γίνεται, συνήθως, και μέτρο της γενικότερης κοινωνικής ευημερίας.

Η οικονομική ανάπτυξη, εντούτοις, δεν είναι μια απλή προσθετική, ποσοτική, παραγωγική διαδικασία ceteris paribus, δηλαδή, των άλλων παραγόντων παραμενόντων ή θεωρούμενων σταθερών.

Ανάπτυξη δεν σημαίνει απλή πρόσθεση μιας επιπλέον ποσότητας στο ήδη κατακτημένο προϊόν. Ανάπτυξη δεν σημαίνει απλή πρόσθεση μιας επιπλέον επένδυσης στις ήδη υπάρχουσες επενδύσεις. Ανάπτυξη δεν σημαίνει, με άλλα λόγια, απλά και μόνο, αυτό που ήδη έχουμε σήμερα συν κάτι ακόμη. Η οικονομική ανάπτυξη δεν είναι μια απλή ποσοτική αύξηση. Είναι μια πολυδιάστατη διαδικασία, με ποιοτικά, ταυτόχρονα, χαρακτηριστικά και δυναμική.

Είναι μια διαδικασία συνεχούς αναδόμησης της οικονομικής, κοινωνικής πολιτικής δομής, κάτω από την επίδραση της δυναμικής εξέλιξης της πολυσύνθετης πραγματικότητας η οποία πολλές φορές είναι επαναστατικότερη και ριζοσπαστικότερη των συχνά αφαιρετικών θεωριών που κυρίαρχα ερμηνεύουν.

Είναι μια αέναη ποσοτική και απαραίτητη ποιοτική μεταλλαγή που στοχεύει στη βελτίωση της ζωής των ανθρώπων και στην κατάκτηση μιας μεγαλύτερης σοφίας προς όφελος της υπόθεσης της ζωής και της προστασίας του ανθρώπινου ζωτικού χώρου.

Πέρα από την αύξηση του ΑΕΠ, η οικονομική ανάπτυξη είναι μια διαδικασία αύξησης του εύρους των δυνατοτήτων των ατόμων και της κοινωνίας ολόκληρης σε πραγματική αρμονία με το πολύτιμο, όσο και πολύπλοκο φυσικό περιβάλλον.

Ο υψηλότερος μέσος όρος ζωής, η καλή υγεία, η εκπαίδευση, η παιδεία και η υλική ευημερία αποτελούν θεμελιώδη αναπτυξιακά αιτήματα.

Σ’ αυτά προστίθεται σεβασμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, δια της εξασφάλισης αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, ο σεβασμός και η ποιότητα των εργασιακών σχέσεων και εργατικών δικαιωμάτων, ο σεβασμός του φυσικού περιβάλλοντος και η προστασία του, όταν αυτό προσβάλλεται από τις παραγωγικές δραστηριότητες, αλλά αναμφίβολα και η διανεμητική δικαιοσύνη, πάνω στην οποία οφείλει να στηρίζεται η αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου.

Με άλλα λόγια, η αύξηση του ΑΕΠ, η αύξηση του πραγματικού κεφαλαίου της οικονομίας, με παράλληλη αύξηση της αναδιανομής του εισοδήματος και του πλούτου, της ανεργίας, του κοινωνικού αποκλεισμού, των αστέγων ανθρώπων και γενικότερα της φτώχειας σημαντικών μερίδων του πληθυσμού, δεν αποτελεί ανάπτυξη.

Η βελτίωση των «βασικών» λεγόμενων νομισματικών δεικτών ή των χρηματιστηριακών επιδόσεων, με παράλληλη αύξηση της φορολόγησης των νοικοκυριών, αύξηση των τιμών του καλαθιού της νοικοκυράς, αύξηση της εγκληματικότητας, της παιδικής εργασίας, της παιδικής πορνείας, της διάδοσης των ναρκωτικών ουσιών και των ψυχικών ανωμαλιών, δεν αποτελεί ανάπτυξη.

Αναπτυξιακή διαδικασία σημαίνει μείωση, ή βελτίωση, ή και εξαφάνιση όλων των δυσμενών ανωτέρω, δίπλα και ταυτόχρονα με την αύξηση της παραγωγής.

Η συνεχής ενίσχυση και πριμοδότηση του τραπεζικού συστήματος με ανακαιφαλαιοποιήσεις ποικίλων μορφών, αλλά και με συστηματική μετατόπιση των τραπεζικών ζημιών στην κοινωνία, δια της περαιτέρω φορολογικής επιβάρυνσης των πολιτών, ή δια της πρακτικής της τιτλοποίησης των δανείων, δεν αποτελεί ανάπτυξη.

Τέλος η θεοποίηση του χρήματος και η γιγάντωση της οικονομικής εξουσίας, μέσω των συγκεντρώσεων, των συγχωνεύσεων, των εξαγορών και της καρτελοποίησης των μεγάλων επιχειρήσεων, με παράλληλη ενίσχυση της πρακτικής της πολιτικής του «Μεγάλου Αδελφού», της αλλοτρίωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας, της φαλκίδευσης της Δημοκρατίας, της κατάργησης του κράτους κοινωνικής πρόνοιας, της υποβάθμισης της δημόσιας υγείας και της υποβάθμισης του μακροχρόνιου ανθρώπινου ονείρου, δεν αποτελούν ανάπτυξη, ούτε ανάταση, ούτε ευδαιμονία.

Αποτελούν, απλώς, υιοθέτηση μιας κουραστικής, επικίνδυνης, ανορθολογικής και αλαζονικής βεβαιότητας ενός θεωρητικού μονόδρομου ιδεοληπτικού περιεχομένου, λανθασμένης ανάγνωσης του πραγματικούς και πανούργας ιδιοτελούς θεωρητικής σύγχυσης μεταξύ της πραγματικής και πολυδιάστατης ουσίας οικονομικής ανάπτυξης (development) αφενός και της απλής ποσοτικής μεγέθυνσης του ΑΕΠ (growth) αφετέρου. 

Κι ας γίνει, επιτέλους, αντιληπτό, ότι η πνευματική αλλοτρίωση των ανθρώπων, η οποία πραγματοποιείται δια της συνεχούς επικοινωνιακής χειραγώγησης και δια της επιβολής της ακραία αφαιρετικής οικονομικής λογικής που κυριαρχεί, προς το παρόν ακόμη, με σοβαρές τις ευθύνες της διανόησης, οδηγεί σε κοινωνίες καταναλωτών οι οποίοι, δυστυχώς, ετεροπροσδιορίζονται.

Ο ετεροπροσδιορισμός τους επιτυγχάνεται μέσω επιστημονικά εφαρμοζόμενων πολιτικών πειθούς των λεγομένων διαφημιστών και επικοινωνιολόγων.

Οι πολιτικές αυτές κατευθύνουν στην αναζήτηση μιας εικονικής ευημερίας στο νέο, δήθεν καινοτομικό προϊόν και στην ικανοποίηση της οποιασδήποτε κατασκευασμένης και συνήθως χιμαιρικής υλικής ανάγκης. Μια ματιά στις τηλεοπτικές εκπομπές και στα περίφημα, όσο και κουραστικά διαλείμματα (breaks) είναι αρκετή για την επιβεβαίωση του λίγο πριν αναφερθέντος ετεροπροσδιορισμού.

Προ του ποθητού στόχου της επίτευξης αυτής της ελλειμματικής, αφαιρετικής και βέβαια αυστηρά ποσοτικής και άρα μονοδιάστατης οικονομικής ανάπτυξης, οι οικονομικοί επιστήμονες της εξ ίσου ποθητής αποδέσμευσης της οικονομικής επιστήμης από το χώρο των κοινωνικών επιστημών και της μετάπτωσής της στις θετικές επιστήμες, δεν διστάζουν να αναφέρονται συνεχώς και στη γνωστή λογική των συγκριτικών πλεονεκτημάτων. Και στην περίπτωση αυτή διαπράττουν, δυστυχώς, εσφαλμένα λογικά άλματα και θεωρητικές αλχημείες.

Ας μη λησμονείται, ότι η θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος γράφτηκε κάποτε στην εποχή των κλασικών οικονομολόγων και έχοντας, βέβαια, υποστεί βελτιώσεις, επεξεργασία και προσαρμογές έκτοτε, δεν έπαψε να αφορά κυρίως τα έθνη-κράτη και την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων τους.

Ο μεγάλος Ricardo, εύσχημα τοποθετούσε τότε το σκεπτικό της θεωρίας αυτής χρησιμοποιώντας το γνωστό παράδειγμα της Αγγλίας, που, έχοντας συγκριτικό πλεονέκτημα στην παραγωγή υφάσματος, έπρεπε να περιοριστεί σε αυτή, αποφεύγοντας την παραγωγή κρασιού στο οποίο συγκριτικό πλεονέκτημα διατηρούσε η Πορτογαλία η οποία, ως εκ τούτου, δεν έπρεπε να ασχοληθεί με το ύφασμα.

Η ανταλλαγή των δύο αυτών προϊόντων, μεταξύ των δύο αυτών χωρών, θα ευνοούσε και τις δύο και θα συνέβαλε στην αύξηση του πλούτου τους και στην οικονομική τους ανάπτυξη, όπως αυτή συλλαμβανότανε τότε στο πλαίσιο της τότε κυρίαρχης Πολιτικής Οικονομίας.

Ο χρόνος, όμως, κύλισε και οι καιροί άλλαξαν μαζί με τη δομή και τη λειτουργία του κόσμου ολόκληρου. Στην εποχή της Νέας Τάξης Πραγμάτων την οποία βιώνουμε, τα πράγματα έχουν διαφοροποιηθεί. Ζούμε στην εποχή των μεγάλων περιφερειακών ενώσεων και της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου. Ζούμε στην εποχή της αυτονόμησης του χρηματοοικονομικού τομέα, της κυριαρχίας των τραπεζών και της αόρατης εξουσίας των χρηματοοικονομικών ομίλων και των κερδοσκοπικών κεφαλαίων.

Ζούμε στην εποχή, όπου τα κέρδη αποτελεσματικά αναζητούνται στη χρηματοοικονομική σφαίρα, την ίδια στιγμή που η πραγματική οικονομία, κατά διαστήματα, βιώνει περιόδους μείωσης του ποσοστού κέρδους. Ζούμε στην εποχή των νέων τεχνολογιών και της επικυριαρχίας των πολυεθνικών επιχειρήσεων, που λειτούργησαν και λειτουργούν σε συνθήκες που βαφτίζονται ανταγωνιστικές, δίχως όμως ξεκάθαρο προσδιορισμό του είδους και της ουσίας του ανταγωνισμού τους.

Στη σύγχρονη αυτή περίοδο των μεγάλων περιφερειακών ενώσεων και της ιδιόμορφης παγκοσμιοποίησης, ο διεθνής καταμερισμός εργασίας αποδυναμώνει τόσο τις θεωρητικές παραδοχές, όσο και τη θεωρητική αξιοπιστία της κλασικής λογικής του συγκριτικού πλεονεκτήματος.

Στις περιφερειακές ενώσεις ο στρατηγικός σχεδιασμός της παραγωγής αλλοιώνει τις αντιλήψεις περί συγκριτικού πλεονεκτήματος.

Περιοχές που παλαιότερα, σε εποχές απόλυτου σεβασμού της έννοιας του έθνους-κράτους, διέθεταν, όπως νόμιζαν, πλεονεκτήματα ποιότητας, ποσότητας και τιμής ικανά να οδηγήσουν σε ένα συμφέροντα παραγωγικό καταμερισμό, χάνουν σήμερα κάθε αξιόλογη δυνατότητα συνέχισης της παραγωγής τους, για να οδηγηθούν, δια της τακτικής των υποδείξεων που εκφράζουν τα συμφέροντα της περιφερειακής ένωσης αυτής καθ’ εαυτής, ή αυτά των ηγετικών και κυρίαρχων οικονομικών και πολιτικών ελίτ της ένωσης, προς άλλες κατευθύνσεις.

Στις υποδεικνυόμενες ή πολιτικά επιβαλλόμενες αυτές κατευθύνσεις, οι οποίες μπορεί να είναι χώροι δραστηριότητας προσφοράς υπηρεσιών (π.χ. ο τουρισμός), οι υπό αναδιάρθρωση ή και υπό πίεση ευρισκόμενες περιοχές στρέφονται πλέον αναγκαστικά, χάνοντας σημαντικό κομμάτι του έως τώρα πολυσχιδούς παραγωγικού έργου τους το οποίο εξασφάλιζε ικανοποιητικούς βαθμούς σταθερότητας και σημαντικούς βαθμούς ανεξαρτησίας.

Μεταβάλλονται σε περιοχές μονοδιάστατου παραγωγικού προσανατολισμού, συχνά σε περιοχές μονοκαλλιέργειας, σε περιοχές επιλεγμένης δραστηριότητας που εξυπηρετεί τον προγραμματισμό και τη στρατηγική των ισχυρών της ένωσης, σε περιοχές συγκεκριμένης μορφής προσφοράς υπηρεσιών, σε περιοχές, δηλαδή, στοχευμένης παραγωγικής δημιουργίας.

Αυτό τις καθιστά, κατά περίπτωση, ευάλωτες και περισσότερο εξαρτημένες, οπωσδήποτε δε, λιγότερο ικανές να διαπραγματευθούν το δημόσιο ή τοπικό τους συμφέρον.

Αν, για παράδειγμα, μια χώρα, μια περιοχή της περιφερειακής πλέον ένωσης, διέθετε συγκριτικό πλεονέκτημα στην παραγωγή εξαιρετικής ποιότητας καπνού, ή στην παραγωγή εξαιρετικής ποιότητας, ικανοποιητικής ποσότητας και συμφέρουσας τιμής ζάχαρης από τεύτλα, ή στην παραγωγή ικανοποιητικής ποσότητας ηλιακής ενέργειας, λόγω γεωγραφικού προσανατολισμού κλπ., είναι δυνατό να βιώσει την εξαφάνιση των ωφελημάτων της από την εκμετάλλευση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων και στα προϊόντα αυτά.

Αυτό, εκ του γεγονότος ότι ο περιφερειακός σχεδιασμός της ένωσης, ή τα συμφέροντα των ηγετικών της ελίτ διατάσσουν, ευγενώς υποδεικνύοντας ή πολιτικά πιέζοντας, τη μείωση ή και την παύση της παραγωγής των συγκεκριμένων προϊόντων και τη στροφή της χώρας σε άλλου είδους δραστηριότητες, όπως πχ. ο τουρισμός.

Υπενθυμίζεται, επί του προκειμένου, η περίπτωση της Ελλάδας και πιθανώς άλλων ηλιόλουστων περιοχών της μεσογείου, όπου στο πλαίσιο της Ε.Ε. και παρά την πρώτη υπόδειξη για παραγωγή ηλιακής ενέργειας και την έναρξη πιλοτικών επενδύσεων στο συγκεκριμένο τομέα, η όλη προσπάθεια κατέρρευσε, όταν η κινεζική βιομηχανία φωτοβολταϊκών χαμηλού κόστους και τιμής διέψευσε τα όνειρα των Γερμανών για εξαγωγή των δικών τους φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων και τεχνογνωσίας.

Η κατάρρευση ενισχύθηκε και με την άνωθεν, δια νόμου δηλαδή, επιβολή διαφορετικής τιμολογιακής πολιτικής η οποία ουσιαστικά κατέστρεψε τους ανθρώπους που τόλμησαν να επενδύσουν στον τομέα αυτόν. Ταυτόχρονα αποθάρρυνε τους άλλους που πρόσβλεπαν στην εκμετάλλευση του πλεονεκτήματος της ηλιοφάνειας σκεπτόμενοι μελλοντικές επενδύσεις.

Το συγκριτικό πλεονέκτημα της ηλιοφάνειας διαλύθηκε κάτω από την πίεση των γερμανικών εξαγωγικών συμφερόντων και της εξυφαινόμενης πολιτικής για τη δημόσια επιχείρηση ηλεκτρισμού που, ως φαίνεται, εξέφραζαν, κατά περίεργο τρόπο, και τα συμφέροντα της ένωσης. Η έμφαση στράφηκε, έτσι, στην τόσο λατρεμένη τουριστική «βιομηχανία»(!).

Εντούτοις, ακόμη και αν και στο επίπεδο αυτό η χώρα διαθέτει επίσης συγκριτικό πλεονέκτημα, καθίσταται, εκ των πραγμάτων, τόπος πιο περιορισμένων επιλογών και άρα περισσότερο ασταθής σε καιρούς, για τον άλφα ή βήτα λόγο, αντίξοους.

Χάνοντας, επί του προκειμένου, μέρος της εθνικής κυριαρχίας ή της αυτονομίας της σε επίπεδο λήψης στρατηγικών αποφάσεων, η χώρα καθίσταται περισσότερο ευάλωτη στα συμφέροντα και στις επιδιώξεις άλλων περιοχών της περιφερειακής ένωσης, οι οποίες διαθέτουν ισχυρότερους πόλους έλξης πλούτου, λιγότερους βαθμούς εξάρτησης λόγω μεγέθους ή ισχυρότερη δυνατότητα επιβολής των συμφερόντων τους κατά τον προγραμματισμό της γενικότερης περιφερειακής στρατηγικής.

Η κατάσταση περιπλέκεται, ακόμη περισσότερο, αν η θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος τοποθετηθεί στο επίπεδο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.

Οι επιλογές και οι βαθμοί ελευθερίας στη λήψη αποφάσεων περιορίζονται περαιτέρω, καθώς στο παιχνίδι εμπλέκονται πλέον, όχι μόνο περιφερειακές ενώσεις, αλλά και χώρες μεγάλου μεγέθους, ισχύος και δύναμης, παράλληλα με πολυεθνικά μεγαθήρια εξαιρετικής παραγωγικής ισχύος και βέβαια σημαντικής παρουσίας στα παιχνίδια του χρηματοοικονομικού τομέα.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες και δεδομένης, σήμερα, της ελευθερίας κίνησης των κεφαλαίων, αλλά και της ευρείας διάχυσης των νέων τεχνολογιών, η σημασία των συγκριτικών πλεονεκτημάτων, σε ότι αφορά την παραγωγή προϊόντος, περιορίζεται ουσιαστικά.

Η πριμοδότηση κάποιων περιοχών του πλανήτη με συγκεκριμένης ποιότητας και ποσότητας πρώτης ύλης, δεν εμποδίζει την παραγωγή του τελικού προϊόντος και άρα σημαντικού μέρους της προστιθέμενης αξίας, αλλού, σε άλλη χώρα, σε άλλο τόπο, σε άλλη περιοχή.

Η συζήτηση, μάλιστα, για το συγκριτικό πλεονέκτημα είναι δυνατό να μεταφερθεί σε άλλο επίπεδο και να τοποθετηθεί, όχι στην ποιότητα, στην ποσότητα, στην εξειδίκευση, στην παράδοση ή στην εμπειρία, αλλά στο ύψος του εργασιακού κόστους ή στο μέγεθος της φορολογικής επιβάρυνσης.

Η ύπαρξη φορολογικών παραδείσων ή η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού off shore εταιρειών, δημιουργούν πλεονεκτήματα αποδόσεων νέας μορφής τα οποία τελικά διαφοροποιούν την κλασική επιστήμη του συγκριτικού πλεονεκτήματος και πιθανώς αποδυναμώνουν τις δυνατότητες της χώρας ή της περιοχής που φυσιολογικά το διαθέτει.

Δεν θα πρέπει δε να λησμονείται καθόλου το μέγεθος, η ποιότητα και βέβαια το κόστος του κατά περίπτωση υπάρχοντος μεταφορικού δικτύου τα οποίο στην περίπτωση υστέρησης των παραμέτρων που το αξιολογούν, μπορεί ν’ αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα στην εκμετάλλευση κάποιου παραγωγικού συγκριτικού πλεονεκτήματος που ήδη έχει παρατηρηθεί ή εκτιμηθεί σαν τέτοιο.

Στο μέτρο που η εκτεθείσα επιχειρηματολογία διατηρεί ένα ικανοποιητικό επίπεδο αλήθειας και συνοχής, τότε είναι αναμφίβολα βέβαιο ότι η αφαιρετική  οικονομική λογική της αποδέσμευσης και της μετάπτωσης, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει απλοποιητικές και περιοριστικές της πολυπλοκότητας επιχειρηματολογίες, προκειμένου να πείσει για την ορθότητα των προσεγγίσεών της και να υπερπηδήσει εμπόδια ποικίλης μορφής με τελικό στόχο την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τα οποία ιδεολογικά, θεωρητικά και πρακτικά τάχθηκε για να υπερασπίσει.

Συμπερασματικά, παρά τις παραδοχές, τις πεποιθήσεις ή τις επιστημονικές αλήθειες που ο καθένας ασπάζεται, τα λογικά αδιέξοδα και οι ανακολουθίες ή οι προσχηματικότητες ελλοχεύουν θυμίζοντας πάντοτε τη σχετικότητα της ανθρώπινης αλήθειας.

Το γεγονός, ότι ο άνθρωπος σπάνια αντιλαμβάνεται όπως βλέπει, ενώ συνήθως βλέπει όπως αντιλαμβάνεται και δεδομένων των δυσκολιών της μικρότητάς του στο να συλλάβει και να κατακτήσει τη συνολική θεώρηση της πολύπλοκης πραγματικότητας, θεωρούμε ότι είναι σωστό να επιμείνουμε στην αναγκαιότητα διατήρησης της επιστημονικής επιφυλακτικότητας, καθώς η ιστορική εμπειρία αυτό ακριβώς φαίνεται να διδάσκει.

Και στο γνωστό και συνήθως προβαλλόμενο, ότι εκ του αποτελέσματος κρινόμαστε, ας αντιτάξουμε το ιστορικά αποδεδειγμένο που λέγει ότι αυτό που σήμερα εμφανίζεται ως αποτελεσματικό μπορεί να αποδειχθεί τελείως αναποτελεσματικό για το αύριο.-

Γιώργος Χατζηκωνσταντίνου
Καθηγητής Οικονομικής Θεωρίας

Το παρόν άρθρο "Οικονομική επιστήμη και θεωρητικός αφαιρετισμός (Οικονομική ανάπτυξη και Συγκριτικά πλεονεκτήματα)" δημοσιεύεται στα πλαίσια του δημοσίου διαλόγου στο tvxs.gr με βάση την έρευνα για τις αιτίες και τις λύσεις της κρίσης της Κρυσταλίας Πατούλη.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  1. Αντωνοπούλου Λ.: «Οικονομία της υγείας», Εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 2014.
  2. Βλάχου Α. (Επιμέλεια): «Φύση, κεφάλαιο και κοινωνία», Εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2007.
  3. Collin Cl.: «Risques urbains», Ed. Continent Europe, Paris, 1995.
  4. Δουράκης Γ.-Ζαρωτιάδης Γρ.-Καράμπελιας Γ.-Μαλκίδης Θ-Ναξάκης Χ. & Χατζηκωνσταντίνου Γ. : «Εναλλακτικές προσεγγίσεις της ανάπτυξης», Εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2007.
  5. Ζαρωτιάδης Γρ.: «Νεοφιλελευθερισμός-Χυδαία απλός ή απλά χυδαίος;», Εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 2012.
  6. Ζιγκλέρ Ζ.: «Η ιδιωτικοποίηση του κόσμου και οι νέοι κοσμοκράτορες», Εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα, 2002.
  7. Zoumboulakis M.:  «La science économique à la recherche de ses fondements», Ed.  P.U.F., Paris, 1993.
  8. Κατσούλις Η-Ανανιάδη Μπλ. & Ιωαννίδης Σ.: «Παγκοσμιοποίηση-οικονομικές, πολιτικές, πολυτισμικές όψεις», Εκδ. Σιδέρης, Αθήνα, 2003.
  9. Lecaillon J.-Paukert F.- Morrisson Ch & Germidis D.: «Répartiton du revenue et développement économique», Ed. Bureau International du travail, Genève, 1983.
  10. Passet R.: «L’ Economique et le Vivant», Ed. Economica, Paris, 1996.
  11. Passet R.: «Η νεοφιλελεύθερη αυταπάτη», Εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2006.
  12. Παπαδημητρίου Ζ.: «Στον αστερισμό της αβεβαιότητας», Εκδ. Θερμαϊκός, Θεσσαλονίκη, 2012.
  13. Χατζηκωνσταντίνου Γ. : Σχετικά με τη μεθοδολογική σύγκρουση στην οικονομική επιστήμη», Επιστημονική Επετηρίδα Σχολής Ν.Ο.Ε. του Α.Π.Θ., Τόμος Κ.Α., Θεσσαλονίκη, 1982.
  14. Χατζηκωνσταντίνου Γ. : «Ενάντια στην πανουργία του λόγου», Εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2007.
  15. Χατζηκωνσταντίνου Γ. : «Το οικονομικό σύστημα και η εξέλιξή του»,, Εκδ. Κριτική, Αθήνα 2009.
  16. Χατζηκωνσταντίνου Γ.  & Γωνιάδης Η.: «Επιχειρηματικότητα και Καινοτομία», Εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 2009.
  17. Τοπαλίδης, Χ.: «Η παγκόσμια κρίση της ευημερίας», Εκδ. Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη, 2012.