Η Μόσχα, στις αρχές του 19ου αιώνα, είναι ένας μεγάλος αυτοαναφορικός διάλογος. Ο  νέος και ανήσυχος Γκλούμοφ αποφασίζει, πολύ στοχευμένα, να πάρει μέρος σ’ αυτό το διάλογο αντιδρώντας στην αδιάφορη θέση του στην κοινωνία της πόλης. Σε αυτό το τοπίο διαδραματίζεται το έργο  “ГЛУМ” (Γκλούμ) βασισμένη στο «Ημερολόγιο ενός απατεώνα» του Αλεξάντρ Οστρόφσκι.

Η ομάδα θεάτρου C.For Circus παρουσιάζει την παράσταση του έργου στο θέατρο 104 (Δευτέρα-Τρίτη στις 21.00) και μιλάει στο Tvxs.gr για τον ήρωα “που πασχίζει να βρει έναν τρόπο να επιβιώσει σε μία κοινωνία, που δεν δείχνει να έχει χώρο για όλους. Μια κοινωνία που δεν μπορεί να δώσει ελπίδα¨

Γιατί επιλέξατε να ανεβάσετε το συγκεκριμένο έργο;

Η διαδικασία που ακολουθούμε ως ομάδα για την αναζήτηση νέων έργων είναι οι προτάσεις από όλους μας και οι ομαδικές αναγνώσεις. Ο καθένας κάνει προσωπική έρευνα και φέρνει στο τραπέζι των ομαδικών αναγνώσεων τις προτάσεις του. Ακολουθούν μέρες ομαδικών αναγνώσεων και αφήνουμε αυτή την πρακτική διαδικασία, να οδηγήσει στην επιλογή. Κάπως έτσι έγινε και με το «Ημερολόγιο ενός απατεώνα». Την στιγμή που διαβάσαμε το έργο, υπήρξε ένας κοινός συντονισμός, μια μικρή μετατόπιση του καθενός σε παραπλήσια σύμπαντα, που όμως επικοινωνούσαν μεταξύ τους. Γελάσαμε πολύ, ερέθισε τη φαντασία μας, γιατί μας επέβαλε σχεδόν ατμόσφαιρες, πύκνωσε ο χώρος ανάμεσα μας – δημιουργήθηκαν σιωπές και αμηχανίες, έξω από μας – και πλάσαμε, από την πρώτη στιγμή, έντονες εικόνες για το έργο και για τους χαρακτήρες. Αυτή η στιγμή, της πρώτης ανάγνωσης, ήταν μια άτυπη συμφωνία ότι αυτή την αίσθηση οφειλουμε να διαφυλάξουμε και πάνω σ’ αυτή πρέπει να χτίσουμε.

Ο Γκλούμοφ θα λέγαμε ότι ενσαρκώνει τη διαχρονική επιθυμία κάποιων ανθρώπων για εξουσία; Και πως εκφράζεται μέσα από το κείμενο αυτό;

Νομίζω αν επικεντρωνόμασταν στην επιθυμία του για εξουσία, θα τον αδικούσαμε ιδιαιτέρως. Δεν είναι ένας άνθρωπος, που διψάει γι’ αυτό, δεν εποφθαλμιά σε μια θέση εξουσίας, αλλά σε μια σταθερή δουλειά και έναν «καλό» γάμο. Οπότε, πρόκειται μάλλον για έναν άνθρωπο, που πασχίζει να βρει έναν τρόπο να επιβιώσει σε μία κοινωνία, που δεν δείχνει να έχει χώρο για όλους. Μια κοινωνία που δεν μπορεί να δώσει ελπίδα, δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τα όνειρα του, μια κοινωνία που στην καλύτερη περίπτωση θα του προσφέρει επιβίωση και όχι ζωή.
Ως αντίδραση, επιλέγει να βουτήξει σε όλα αυτά που εναντιώνεται, να  "ρίξει το σύστημα από τα μέσα" και όταν φτάσει την κορυφή του να αποκαλύψει όλη την υποκρισία και τη διαπλοκή. Στον πραγματικό κόσμο, όπως δείχνουν τα πράγματα, δεν συμβαίνει εύκολα αυτό– ή δεν υπήρξε ποτέ πραγματική διάθεση αλλαγής ή το βόλεμα και η ευκολία κερδίζουν και στη δικαιότερη κοινωνία. Στην ιστορία μας όμως δεν θα σας αποκαλύψουμε τι συμβαίνει.

Βλέπω πως η σκηνοθεσία είναι υπόθεση της ομάδας. Πως προσεγγίζετε δραματουργικά ένα κείμενο ως ομάδα;

Δεν έχει παγιωθεί ένας συγκεκριμένος τρόπος προσέγγισης ενός έργου. Πέρυσι, που ασχοληθήκαμε με το «Με το ίδιο μέτρο» του Σαίξπηρ, πριν δοκιμάσουμε οτιδήποτε πρακτικό ασχοληθήκαμε πολύ με το κείμενο αυτό καθ’ αυτό. Η ανάγκη μας οδήγησε σ’ αυτή την κατέυθυνση, καθώς πρόκειται για ένα έργο αρκετά διφορούμενο ως προς τη φύση του. Φέρναμε λοιπόν στις πρόβες ιστορικά στοιχεία κι άλλα κείμενα, για να κατανοήσουμε το λόγο που γράφτηκε, και αναδύονταν πράγματα, που δε μας ήταν πρόδηλα στην ανάγνωση. Συζητούσαμε και αναλύαμε τους άξονες του έργου, τους χαρακτήρες, τα συμβάντα και την πλοκή και μέσα απ’αυτή τη διαδικασία ανακαλύψαμε τι θέλαμε εμείς να φωτίσουμε, ώστε να προχωρήσουμε στη σκηνοθεσία του.

Φέτος, η διαδικασία ήταν πολύ διαφορετική. Δεν αναλύσαμε, δεν προσεγγίσαμε το έργο θεωρητικά ούτε βάλαμε πλαγιότιτλους και θεματικούς άξονες. Ήταν μια διαδικασία εξ’ αρχής πρακτική, βασισμένη στην καλή γνώση της ιστορίας. Ανάγνωση του κειμένου ξανά και ξανά, (ομαδικά αλλά και κατά μόνας) σε βαθμό τέτοιο που να γνωρίζει όλη η ομάδα τι ακριβώς γίνεται στο έργο ανά πάσα στιγμή. Μια διαρκής αναζήτηση των καταστάσεων μέσα από την ομαδική αφήγηση του κειμένου, στην οποία ο καθένας έβαζε το λιθαράκι του, άλλος πιο ενστικτωδώς, χρησιμοποιώντας τη φαντασία του ή προσωπικά βιώματα, άλλος πιο εγκεφαλικά, επιλέγοντας να φωτίσει στοιχεία, συγκρούσεις και εμπόδια της ιστορίας. Οποιοδήποτε εξωγενές στοιχείο (όπως κοινωνικοπολιτικά ή ιστορικά στοιχεία) εισέρχονταν αβίαστα μέσα στη διαδικασία της αφήγησης, ως ανάγκη, για να καταλάβουμε πρωτίστως κι έπειτα να καταλάβει και η ομάδα, πώς διάβασε ο καθένας την ιστορία. Κατ’ αυτό τον τρόπο, έγινε και η δραματουργική επεξεργασία ή διασκευή, προέκυψε από ανάγκη.

Αυτό, δημιουργεί μια τεράστια δυναμική, αρκετές φορές χωρίς σαφή κατεύθυνση ή στόχο. Σ’ αυτό το σημείο, υπεισέρχεται ο διάλογος, που βοηθάει να λυθούν οι κόμποι, κι έπειτα είναι ο ρόλος του συντονιστή (η Ειρήνη Μακρή στην συγκεκριμένη παραγωγή), που καλείται να κόψει όλους τους κόμπους, που δε λύθηκαν και να έχει τον τελευταίο λόγο στις αποφάσεις. Κάπως έτσι λειτουργεί το πράγμα, οπότε δεν είναι ότι έχουμε συγκεκριμένη μεθοδολογία, υπό την έννοια της αλληλουχίας βημάτων, κι ούτε αυτό αποτελεί στόχο. Ίσως, εν καιρώ, να προκύψει ένας δρόμος προσέγγισης, προς το παρόν, όμως, αναζητούμε και πειραματιζόμαστε.

Από την εμπειρία σας στη συμμετοχή σε φεστιβάλ εντός κι εκτός της χώρας τί διαπιστώνετε για το θέατρο σήμερα;

Τα φεστιβάλ, ως θεσμοί, βασίζονται και δομούνται πάνω στη συνάντηση καλλιτεχνών και την ανταλλαγή εμπειριών. Εκφράζουν από τη φύση τους μια ανάγκη για επαφή και επικοινωνία, οπότε αποτελούν μια καθαρήκαι συμπυκνωμένη εμπειρία ως προς την τέχνη μας. Η διαπίστωση, όμως, δεν έρχεται μόνο από τα φεστιβάλ, ίσως απλά εκεί το κάδρο είναι πιο καθαρό.

Μια τέτοιου είδους εμπειρία ήταν το  Itaka Sekspir Festival, στη Σερβία, στο οποίο προσκληθήκαμε να παρευρεθούμε με την παράστασή «Με το ίδιο μέτρο». Το κοινό παρακολουθούσε την παράστασή μας από υπέρτιτλους – οι οποίοι μάλιστα , όπως μας πληροφόρησαν, ήταν σε πολύ ποιητική και αρκετά δυσνόητη γλώσσα. Παρά το γεγονός ότι το χιούμορ της παράστασης βασιζόταν περισσότερο σε λογοπαίγνια της ελληνικής γλώσσας και παρά την αντικειμενική δυσκολία της παρακολούθησης μιας παράστασης με υπέρτιτλους, κάναμε μια καλη προσπάθεια και έχω την αίσθηση πως καταφέραμε να πούμε την ιστορία, που είχαμε πλάσει. Οδηγούμαστε μάλλον, λοιπόν, πως και το θέατρο είναι μια οικουμενική τέχνη. Όπως σ’ ένα ξενόγλωσσο τραγούδι, ακόμα κι αν δεν καταλαβαίνεις λογικά τους στίχους, αν είσαι ανοιχτός στο να σε παρασύρει η μουσική ή η ερμηνεία του καλλιτέχνη, το θαύμα θα συμβεί, το ίδιο συμβαίνει και στο θέατρο. Όταν, δηλαδή, ο δημιουργός έχει πραγματική ανάγκη να επικοινωνήσει τη δουλειά τους, αυτό θα γίνει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κι ας μην καταλάβει λέξη ο θεατής. Αυτό βέβαια είναι συμπέρασμα για το θέατρο εν γένει, αλλά κι εμείς καθημερινά, πάνω στη πράξη, ανακαλύπτουμε μεγάλες αλήθειες. Κι είναι αυτό, που μας κινητοποιεί να συνεχίζουμε να κάνουμε θέατρο σήμερα, ειδικά σ’ ένα αστικό τοπίο όπως η Αθήνα, όπου οι εποχές των μαζώξεων και των γλεντιών αργοσβήνουν. Εκεί κι αν εντείνεται -κι απ’ την πλευρά του θεατή- η ανάγκη να μοιραστεί μια ζωντανή κοινή εμπειρία με άλλους, κι όχι μέσω των social media. Τι πιο ισχυρό, λοιπόν, από μια αμοιβαία ανάγκη για επικοινωνία;

Όταν επιλέγετε ένα έργο σας αφορά η αναφορά του στο σήμερα; Έχει τέτοια αναφορά η νέα σας παράσταση;

Δεν αποτελεί στόχο, στην επιλογή του έργου, αλλα αναπόφευκτα συμβαίνει. Πώς αλλιώς; Αφού είμαστε δέκα νέοι ηθοποιοί, που ζουν σήμερα, εδώ. Οι αναφορές μας είναι στο σύνολό τους σημερινές, οι προβληματισμοί και οι σκέψεις κινούνται γύρω μας, κακά τα ψέματα. Όταν η πρώτη ύλη είναι ο άνθρωπος, δεν έχεις παρά να συμπορευτείς με τις ανάγκες του. Καλώς ή κακώς, οι βαθιά ανθρώπινες ανάγκες παραμένουν όμοιες στο πέρασμα του χρόνου. Η ανάγκη για επιβίωση, η ανάγκη για αποδοχή, αγάπη, ακόμα και για προσωπική εξέλιξη ή αυτοπροβολή, είναι ανάγκες άρρηκτα συνδεδεμένες με την ανθρώπινη φύση. Τα μεγάλα έργα καταπιάνονται μ’ αυτές, το ίδιο και το «Ημερολόγιο ενός απατεώνα», γι’ αυτό κατατάσσονται στα κλασικά.

Παράλληλα, εμείς δουλεύουμε με πρώτη ύλη τον άνθρωπο-ηθοποιό και πάνω εκεί επενδύουμε. Δεν είμαστε σκηνοθέτες, αλλά ηθοποιοί. Οπότε, σε μια τέτοια διαδικασία, είναι προτιμότερο να επενδύσεις στη μορφοποιήση του υλικού, που φέρνουν οι συνεργάτες σου στην πρόβα, και το οποίο εκπορεύεται από τους ίδιους, παρά να λειτουργήσεις επιβάλλοντας μια «ιδέα». Τουλάχιστον, στη μέχρι τώρα πορείας μας, έχει αποδειχθεί δημιουργικότερο. Επομένως, ναι, το δίχως άλλο το ГЛУМ έχει αναφορά στο σήμερα, γιατί πέραν του ότι πραγματεύεται ανθρώπινες ανάγκες – μιας κοινωνίας του περασμένου αιώνα, αλλά χωρίς να απέχουν πραγματικά από τις σημερινές – η παράσταση αυτή, φτιάχτηκε από εμάς. Είναι ο τρόπος, που εμείς διαβάσαμε το έργο, ο τρόπος που ο καθένας το κατανόησε και συνδέθηκε με την ιστορία, με το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο του έργου, με τη Ρωσία, με τους χαρακτήρες, με τις ανάγκες τους και εν τέλει με τον ίδιο του τον εαυτό.

Παίζουν οι : Παναγιώτης Γαβρέλας, Χρύσα Κοτταράκου, Ειρήνη Μακρή, Νικόλας Παπαδομιχελάκης, Παύλος Παυλίδης, Νατάσα Ρουστάνη, Σπύρος Χατζηαγγελάκης

Μετάφραση : Βαλέρια Δημητριάδου
Δραματουργική επεξεργασία & Σκηνοθεσία : C. For Circus
Μουσική Επιμέλεια : C. For Circus
Σκηνικά & Κοστούμια : Τίνα Τζόκα                                                                                                     
Βοηθός Σκηνογράφου: Τζέλα Χριστοπούλου
Φωτισμοί : Σεσίλια Τσελεπίδη
Φωτογραφίες : Νίκος Πανταζάρας
Επιμέλεια αφίσας : Άννυ Βαλουγεώργη

Παραστάσεις: Δευτέρα-Τρίτη στις 21.00