Στις αρχές του 20ού αιώνα, η μάχη που έδωσαν οι Βρετανίδες σουφραζέτες (1) συνέπεσε με την εισαγωγή των ιαπωνικών πολεμικών τεχνών στην Ευρώπη. Καθώς η ιστορία πολύ συχνά ξεπερνάει ακόμα και την πιο γόνιμη φαντασία, αυτή η σύμπτωση επέτρεψε την –κυριολεκτική– ανατροπή του πατριαρχικού κράτους.

Στα μέσα του περασμένου Νοεμβρίου, βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες η βρετανική ταινία μεγάλου μήκους «Σουφραζέτες» της Σάρα Γκέιβρον. Παρά τις καλές ερμηνείες των ηθοποιών και το ότι απλά και μόνο το γεγονός ότι γυρίστηκε ταινία με αυτό το θέμα είναι εξαρχής κάτι το θετικό, το κινηματογραφικό έργο ενδέχεται να απογοητεύσει όλους όσους θεωρούν ότι μια ταινία που πραγματεύεται παρόμοια ζητήματα, οφείλει να χαρακτηρίζεται και από τον αντίστοιχο δυναμισμό. Μέσα από την πολιτικοποίηση μιας νεαρής εργάτριας, η ταινία παρουσιάζει μερικές από τις χαρακτηριστικότερες ενέργειες που πραγματοποίησαν το 1913 οι ακτιβίστριες που μάχονταν για την αναγνώριση του δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες. Καθώς –δυστυχώς– η ανάμειξη των κινηματογραφικών ειδών φαίνεται να αποτελεί πραγματικό ταμπού, η σκηνοθέτης επέλεξε να στραφεί στο δακρύβρεκτο «κοινωνικό δράμα», αγνοώντας την εντυπωσιακή πληθωρικότητα των ιστορικών γεγονότων, των οποίων η αναπαράσταση θα ταίριαζε μια χαρά και σε μια ταινία δράσης.
 
Διότι, για να κατακτήσουν τα δικαιώματά τους, αυτές οι πρόδρομοι του Κινήματος για τη Γυναικεία Απελευθέρωση της δεκαετίας του 1970 ήξεραν να χτυπάνε στα σωστά σημεία. Γεγονός που τους επέτρεψε όχι μόνον να αποσπάσουν, το 1918, το δικαίωμα ψήφου (για 8 εκατομμύρια Αγγλίδες άνω των 30 ετών και στη συνέχεια, το 1928, για όλες τις ενήλικες Αγγλίδες), αλλά και για να επανακαθορίσουν τη σχέση των γυναικών με την πολιτική, καθώς και με την οικογενειακή βία. Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε μια νέα διασκευή της ταινίας, με την Τζίνα Καράντο και τη Ρόντα Ρούσεϋ –τις ηθοποιούς και πρωταθλήτριες του ΜΜΑ (mixed martial arts), των Μεικτών Πολεμικών Τεχνών (2) – να υποδύονται πραγματικά μάχιμες και δυναμικές φεμινίστριες.

Ας ξαναθυμηθούμε όμως ορισμένα ενδιαφέροντα γεγονότα. Το 1903, η Έμελιν Πάνκχερστ (1858-1928), απογοητευμένη από την αναβλητικότητα και την προσκόλληση στη μη βία που χαρακτήριζαν τις οργανώσεις των σουφραζετών, ίδρυσε μαζί με τις κόρες της, Κρίσταμπελ (1880-1958) και Σύλβια (1882-1960), την Κοινωνική και Πολιτική Ένωση Γυναικών (WSPU, Women’s Social and Political Union). Όταν η Έμελιν έφτυσε το 1905 έναν αστυνομικό, ξεκίνησε μια σειρά αυθαίρετων συλλήψεων εναντίον των μελών της οικογένειας Πάνκχερστ και των γυναικών που είχαν στρατευθεί στη WSPU. Πολύ σύντομα, η οργάνωση έκανε ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία της, καθώς ήδη από το 1910 η Έμελιν Πάνκχερστ διακήρυξε ότι η άμεση δράση αποτελούσε την καλύτερη λύση για να τραβήξουν την προσοχή. Σε αυτήν την απόφαση συνέβαλε και η «Μαύρη Κυριακή», η απίστευτα βίαιη καταστολή από την αστυνομία μιας φεμινιστικής διαδήλωσης. Αυτές που τα μέσα ενημέρωσης αποκάλεσαν «σουφραζέτες», θα αρχίσουν να επιτίθενται στην ιερή για τα δεδομένα της εποχής ιδιοκτησία, σπάζοντας βιτρίνες, καίγοντας μερικές εξοχικές βίλες και καταστρέφοντας γήπεδα γκολφ ή τους βασιλικούς βοτανικούς κήπους.

Ωστόσο, όλοι οι ηθελημένοι βανδαλισμοί, για τους οποίους οι σουφραζέτες αναλάμβαναν πλήρως την ευθύνη και οι οποίοι συνδύαζαν την κοινωνική ανυπακοή με το σαμποτάζ, δεν μπορούσαν με τίποτα να συγκριθούν με την αντρική βία που υφίσταντο καθημερινά: θύματα εξοστρακισμού στον χώρο εργασίας τους, στον δρόμο τα μέλη του κινήματος δέχονταν βροχή τις βρισιές όταν διαδήλωναν, ενώ συχνά οι άντρες τις πετροβολούσαν· στις ομιλίες τους, άντρες ανέβαιναν στο βήμα και χτυπούσαν τις ομιλήτριες, κάτω από το κοροϊδευτικό βλέμμα των αστυνομικών που περίμεναν τη σειρά τους για να πάρουν τη σκυτάλη της βίας. Κι όταν οι φυλακισμένες ακτιβίστριες ακολουθούσαν το σύνθημα της οργάνωσης για απεργία πείνας, τους χορηγούσαν τροφή βιαίως.

Ανησυχώντας για τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό (αρρένων) πολιτών οι οποίοι συγκινούνταν από τα εν λόγω βασανιστήρια, οι αρχές θέσπισαν, το 1913, τον νόμο «Cat and Mouse Act»: οι γυναίκες απεργοί πείνας ελευθερώνονταν όταν η κατάστασή τους επιδεινωνόταν υπερβολικά, για να ξανασυλληφθούν εκ νέου όταν είχε αποκατασταθεί η υγεία τους… Για τις σουφραζέτες, αρχίζει να γίνεται επιτακτική ανάγκη η ακύρωση του ανελέητου παιχνιδιού της γάτας με το ποντίκι που αποσκοπούσε ανοιχτά στο τσάκισμα του κινήματος. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή επενέβησαν οι σαμουράι.

Το ζίου ζίτσου –κυριολεκτικά «η τέχνη της ευελιξίας» – χρησιμοποιεί τη δύναμη του αντιπάλου στρέφοντάς την εναντίον του, με αποτέλεσμα να γίνεται εφικτό να τίθεται εκτός μάχης ένας αντίπαλος με πολύ ισχυρότερη σωματική διάπλαση. Αναπτύχθηκε από τους Ιάπωνες σαμουράι την εποχή της φεουδαρχίας ως μια τεχνική μάχης με γυμνά χέρια και από αυτό το άθλημα προέκυψαν στη συνέχεια το τζούντο, το αϊκίντο και, πιο πρόσφατα, το βραζιλιάνικο ζίου ζίτσου. Το 1898, εισήχθη στο Ηνωμένο Βασίλειο από τον Έντουαρντ Γουίλιαμ Μπάρτον Ράιτ, ο οποίος είχε μελετήσει το άθλημα στην Ιαπωνία. Το χρησιμοποίησε ως βάση για το «μπαρτίτσου», δικής του επινόησης πολεμική τέχνη στην οποία έδωσε το επώνυμό του. Επρόκειτο για έναν πρόδρομο των σύγχρονων μεικτών πολεμικών τεχνών (ΜΜΑ) που συνδύαζε ζίου ζίτσου, αγγλικό μποξ, Savate (ένα είδος γαλλικού κικμπόξινγκ του 19ου αιώνα) και πάλη. Το 1890, άνοιξε στο Σόχο μια σχολή που προσέλκυσε πλήθος μαθητών, από στρατιώτες έως αριστοκράτες. Στη σχολή δίδαξαν διάσημοι καθηγητές, όπως ο Γάλλος Πιέρ Βινύ, ο οποίος δίδασκε Savate και γαλλική ραβδομαχία. Μάλιστα, η σύζυγός του Μαργκερίτ θα αναπτύξει μερικά χρόνια αργότερα μια εντυπωσιακή τεχνική αυτοάμυνας που στηρίζεται στη χρήση μιας… ομπρέλας. Ωστόσο, οι πλέον φημισμένοι δάσκαλοι της σχολής υπήρξαν οι Ιάπωνες μετρ των πολεμικών τεχνών Τάνι Γιούκιο (1881-1950) και Ουγιενίσι Σαντακάζου (1880-?).

Όταν ο Γουίλιαμ και η Έντιθ Γκάρουντ –ένα ζευγάρι καθηγητών φυσικής αγωγής– παρακολούθησαν μια δημόσια επίδειξη της σχολής του Μπάρτον Ράιτ, εντυπωσιάστηκαν από τις πολεμικές τέχνες και γράφτηκαν αμέσως σε αυτήν. Κι όταν το 1903 η σχολή έκλεισε, ακολούθησαν τον Ουγιενίσι που ίδρυσε τη δική του σχολή (School of Japanese Self-Defense) και στη συνέχεια αγόρασαν τη σχολή όταν αυτός αποφάσισε να επιστρέψει στην Ιαπωνία. Στη σχολή, η Έντιθ Γκάρουντ (1872-1971) δίδαξε ζίου ζίτσου σε γυναίκες και παιδιά. Παράλληλα, άνοιξε στις ανατολικές συνοικίες του Λονδίνο ένα dojo (αίθουσα προπόνησης), το οποίο έθεσε στη διάθεση της WSPU για να εκπαιδεύονται οι σουφραζέτες της. Τις ακολούθησαν κι οι σουφραζέτες της Women’s Freedom League, μιας οργάνωσης που προέκυψε από τη διάσπαση της WSPU.

Εκείνη την εποχή, το να επιδίδεται μια γυναίκα σε πολεμικές τέχνες αποτελούσε από μόνο του μια πολιτική πράξη. Επιπλέον, η Γκάρουντ ήταν και ακτιβίστρια φεμινίστρια. Η μικρόσωμη γυναίκα (ύψους 1,50 μ.) λάτρευε να επιδεικνύει την ανωτερότητα της ευκινησίας απέναντι στην ωμή δύναμη, εξουδετερώνοντας έναν κομπάρσο ο οποίος ήταν μεταμφιεσμένος σε αστυνομικό. Προωθούσε την αυτοάμυνα των γυναικών, όχι μόνο μέσα από τα μαθήματα πολεμικών τεχνών που παρέδιδε, αλλά και εμφανιζόμενη στην πρώτη αγγλική ταινία πολεμικών τεχνών (Jiu Jitsu Downs the Footpads, 1907), ανεβάζοντας ένα κωμικό θεατρικό έργο ενάντια στη συζυγική βία (What Every Woman Ought to Know, «Τι θα πρέπει να γνωρίζει κάθε γυναίκα», 1911) ή γράφοντας άρθρα, κυρίως στο «Votes for Woman», την εφημερίδα της WSPU. Τέλος, δεν παρέλειψε να σκαρφαλώσει στον εξωτερικό περίβολο της φυλακής του Χολογουέι για να τραγουδήσει, σε μια προσπάθεια να στηρίξει το ηθικό των κρατούμενων σουφραζετών.

Το 1913, καθώς η WSPU βρισκόταν αντιμέτωπη με μια άνευ προηγουμένου καταστολή, η Σύλβια Πάνκχερστ πρότεινε να δημιουργήσει η WSPU μια ομάδα περιφρούρησης, η οποία θα προστάτευε τις διαδηλώτριες από τις επιθέσεις των αστυνομικών δυνάμεων. Έτσι προέκυψαν οι Bodyguard, μια ομάδα περίπου σαράντα γυναικών που εκπαιδεύτηκαν από την Έντιθ Γκάρουντ, η οποία μάλιστα δημιούργησε και κρύπτες με όπλα κάτω από τα τατάμι του dojo της. Την ηγεσία της ομάδας ανέλαβε η Γκέρτρουντ (Γκερτ) Χάρντινγκ (1889-1977), Καναδή που ζούσε στο Λονδίνο από το 1912 και είχε γίνει διάσημη επειδή είχε ξεριζώσει τις ορχιδέες των Βασιλικών Κήπων. Μάλιστα, το κατόρθωμά της είχε αρχικά αποδοθεί από τις αρχές σε άνδρες, καθώς δεν μπορούσαν καν να διανοηθούν ότι ήταν δυνατόν να σκαρφαλώσουν γυναίκες τον περίβολο των κήπων.

Τα μέλη της Bodyguard ανέλαβαν την προστασία των εκδηλώσεων και των διαδηλώσεων του κινήματος: έκρυβαν κάτω από τα φουστάνια τους τούβλα, κορίνες στίβου ή κλομπ που είχαν κλέψει από αστυνομικούς τους οποίους είχαν αφοπλίσει. Για να αντισταθμίσουν την αριθμητική τους κατωτερότητα, επέδειξαν απίστευτο θάρρος και εφευρετικότητα. Οι σοβαροί τραυματισμοί των ακτιβιστριών αποτελούσαν συχνό φαινόμενο. Όφειλαν να έχουν οργανώσει προσεκτικά το δρομολόγιο που θα ακολουθούσαν και να έχουν προβλέψει οδούς διαφυγής ή αναδίπλωσης. Επιπλέον, πολλές από αυτές μεταμφιέζονταν σε σωσίες των ακτιβιστριών που είχαν στοχοποιήσει και αναζητούσαν οι αστυνομικοί –κυρίως της Έμελιν Πάνκχερστ– δημιουργώντας αντιπερισπασμό και αναγκάζοντας τους αστυνομικούς να τρέχουν πάνω κάτω κατά τη διάρκεια των συγκεντρώσεων.

Ο Τύπος, που έδωσε εξαιρετική προβολή στα κατορθώματά τους, τις αποκάλεσε «Αμαζόνες» ή «Σουφραζίτσου», ενώ οι κυβερνητικοί παράγοντες τραβούσαν κυριολεκτικά τα μαλλιά τους με αυτές τις γυναίκες που είχαν γελοιοποιήσει την εξουσία, ακόμα και ξεβρακώνοντας αστυνομικούς, κόβοντας τις τιράντες που συγκρατούσαν το παντελόνι τους. Όπως έγραψε η Έμελιν Πάνκχερστ αποτίνοντας φόρο τιμής στις γυναίκες που είχαν αναλάβει την προστασία της, «οι μαχήτριές μας είναι σε μεγάλη φόρμα και ιδιαίτερα υπερήφανες για τα κατορθώματά τους (…). Μια σύντροφός μας, που της άνοιξαν το κεφάλι οι αστυνομικοί, αρνήθηκε τα ράμματα γιατί ήθελε να μείνει μια όσο το δυνατόν περισσότερο εμφανής ουλή. Πραγματική νοοτροπία πολεμίστριας!» (3).

Όμως, και η αστυνομία έμαθε με τη σειρά της να καταφεύγει σε τεχνάσματα. Τo 1913, συνέλαβε την Έμελιν Πάνκχερστ κατά την επιστροφή της από το ταξίδι που είχε πραγματοποιήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες πάνω στο καράβι, για να αποφύγει την επέμβαση των Bodyguard που περίμεναν στην προκυμαία. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές, οι bobbies αρκούνταν σε μαζικές επελάσεις κραδαίνοντας τα κλομπ τους, ποντάροντας στην αριθμητική υπεροχή τους και στη βιαιότητά τους. Χαρακτηριστική υπήρξε η «μάχη της Γλασκώβης» το 1914: κατά τη διάρκεια μιας συγκέντρωσης της WSPU, η Έμελιν Πάνκχερστ κατόρθωσε να ξεγελάσει την αστυνομική επιτήρηση, καθώς είχε μεταμφιεστεί σε απλή θεατή. Ωστόσο, όταν κατόρθωσε να φτάσει μέχρι την εξέδρα, 50 αστυνομικοί επιτέθηκαν στην ομιλήτρια, την οποία υπερασπίζονταν 30 Bodyguard. Τη σκηνή παρακολούθησαν σοκαρισμένοι 4.000 θεατές. Η βιαιότητα και ο αυθαίρετος χαρακτήρας της σύλληψης, τη στιγμή μάλιστα που η εκδήλωση είχε πραγματοποιηθεί νόμιμα, κατόπιν αδείας, οδήγησε πολλούς αναποφάσιστους να προσχωρήσουν στις ιδέες που προωθούσαν οι σουφραζέτες.

Μετά την είσοδο του Ηνωμένου Βασιλείου στον πόλεμο κατά της Γερμανίας, η Έμελιν Πάνκχερστ επέλεξε να θέσει τέλος στη δράση της WSPU, να διαλύσει τις Bodyguard και να καλέσει τις Αγγλίδες να στηρίξουν την εθνική προσπάθεια. Αυτή η απόφαση, η οποία αποσκοπούσε στην υπογράμμιση του ρόλου των γυναικών, ώστε να αποδειχθεί ότι αποτελούν υπεύθυνους πολίτες και έτσι να αποκτήσουν νομιμοποίηση οι διεκδικήσεις τους για αναγνώριση πολιτικών δικαιωμάτων, απέδωσε καρπούς το 1918. Ωστόσο, προκάλεσε την οριστική ρήξη ανάμεσα στην Σύλβια Πάνκχερστ –η οποία είχε προσχωρήσει στους κομμουνιστές οπαδούς των εργατικών συμβουλίων– και στη μητέρα της. Η τελευταία, ολοένα περισσότερο τρομοκρατημένη από την προοπτική της κομμουνιστικής επανάστασης, κατέληξε να ενταχτεί, το 1925, στο Συντηρητικό Κόμμα. Όσο για την Έντιθ Γκάρουντ, συνέχισε να παραδίδει μαζί με τον άντρα της μαθήματα ζίου ζίτσου, έχοντας αποκτήσει μεγάλη φήμη ως η πρώτη Δυτική γυναίκα που δίδαξε πολεμικές τέχνες.

Στην απέναντι πλευρά της Μάγχης, στη Γαλλία, αυτές οι ατρόμητες «ζιουζιτσουφραζέτες» προκάλεσαν μεγάλη εντύπωση. Ένα από τα άτομα που επηρεάστηκαν από αυτές υπήρξε η Μαντλέν Πελετιέ (1874-1939), η πρώτη γυναίκα ψυχαναλύτρια και στρατευμένη ελευθεριακή σοσιαλίστρια. Μετά από τη συμμετοχή της, το 1908, σε μια διαδήλωση που είχαν οργανώσει οι σουφραζέτες του Λονδίνου, έγραψε τα εξής στην εφημερίδα της «La Suffragiste», υπερασπιζόμενη τον εξαιρετικά βίαιο ακτιβισμό των Βρετανίδων συντρόφων της: «Σίγουρα, το να σπάσεις ένα τζάμι δεν αποτελεί επιχείρημα. Ωστόσο, εάν η κοινή γνώμη κωφεύει απέναντι στα επιχειρήματά μας και ευαισθητοποιείται μονάχα μπροστά στα σπασμένα τζάμια, τότε κι εμείς τι θα κάνουμε; Φυσικά, θα σπάσουμε τα τζάμια».

Την ίδια νοοτροπία ενσάρκωσε με αξιοθαύμαστο τρόπο –μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον– η ποιήτρια Κίου Ζιν (1875-1907), η «πρώτη Κινέζα φεμινίστρια», η οποία αγωνίστηκε μεταξύ άλλων εναντίον της παράδοσης των σφιχτοδεμένων ατροφικών ποδιών των γυναικών (4). Έμαθε ιαπωνικές και κινεζικές πολεμικές τέχνες για να προετοιμάσει την εξέγερση εναντίον της Μαντζουριανής δυναστείας. Δίδαξε φυσική αγωγή σε σχολές κορασίδων, τις οποίες επιπλέον μύησε στη χρήση των όπλων και προκάλεσε σκάνδαλο όταν παρακίνησε τις μαθήτριές της να μάθουν ένα επάγγελμα. Αποκεφαλίστηκε το 1903 με την κατηγορία της απόπειρας πραξικοπήματος (5).

Καθώς γνώριζαν ότι οι καταπιεσμένες γυναίκες είναι οι πρώτες που πληρώνουν κάθε φορά τον λογαριασμό, οι γυναίκες που υπήρξαν πρωτοπόροι στον φεμινισμό και στην κοινωνική αυτοάμυνα τόλμησαν να επανακαθορίσουν τη θηλυκότητα σε συνάρτηση με τις υπαρκτές τους ανάγκες. Μέσα από την ενασχόλησή τους με το ζίου ζίτσου, οι σουφραζέτες είχαν –πρώτες και πολύ νωρίτερα– εφαρμόσει την προειδοποίηση που απηύθυνε η Αυστριακή κοινωνιολόγος και υπεύθυνη επαγγελματικής κατάρτισης Ιρέν Ζέλινγκερ στο έργο της «Μικρό εγχειρίδιο αυτοάμυνας που απευθύνεται σε όλες τις γυναίκες που έχουν βαρεθεί να τους σπάνε τα νεύρα χωρίς αυτές να μπορούν να αντιδράσουν» (6): «Ο επιτιθέμενος αποφάσισε ότι θα υπάρξει βία: στο χέρι μας είναι να αποφασίσουμε εναντίον ποιου θα στραφεί αυτή η βία».
 

  1. (Σ.τ.Μ.) Πρόκειται για όρο που επινοήθηκε από την εφημερίδα «Daily Mail» ως υποτιμητικός χαρακτηρισμός για τα μέλη του κινήματος υπέρ του δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες. Ωστόσο, μετά την επανοικειοποίηση της λέξης από πρώην και νυν μέλη του κινήματος, ο όρος έχασε τις αρχικές αρνητικές συμπαραδηλώσεις του. Οι σουφραζέτες ήταν συνήθως γυναίκες από τη μεσαία τάξη. Μάλιστα, ο αγώνας για κοινωνική αλλαγή υποστηρίχθηκε από υπέρμαχους των δικαιωμάτων των γυναικών, όπως ο Τζον Στιούαρτ Μιλ.
  2. Το ΜΜΑ είναι μια σκληρή μεικτή πολεμική τέχνη όπου χρησιμοποιούνται τα χέρια, τα πόδια και οι τεχνικές της πάλης.
  3. Αναφέρεται στο Tony Wolf, Edith Garrud: «The Suffragette Who Knew Jujutsu», Lulu.com, 2009. Βλέπε επίσης «Suffrajitsu: Mrs. Pankhurst’s Amazons», των Tony Wolf και Joao Vieira, Jet City Comics, Τακόμα (Ουάσιγκτον), 2015.
  4. (Σ.τ.Μ.) Κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα, αναπτύχθηκε στην Κίνα μια αντίληψη περί γυναικείας ομορφιάς σύμφωνα με την οποία τα ατροφικά γυναικεία πόδια θεωρούνταν εξαιρετικά όμορφα, καθώς θύμιζαν το εξαιρετικά προσφιλές στους Κινέζους σχήμα του λωτού (αυτό σήμαινε ταυτόχρονα και «αρχοντιά», καθώς η ανάπηρη κάτοχός τους δεν μπορούσε να δουλέψει στα χωράφια, αν και αργότερα επεκτάθηκε και σε πολλές χωρικές –οι «όμορφες» ήταν περιζήτητες στα πορνεία). Σε ηλικία 2-5 ετών, έσπαγαν τα δάχτυλα των ποδιών των κοριτσιών και στη συνέχεια τύλιγαν πολύ σφιχτά το πόδι για να μην μεγαλώσει. Μεγάλος αριθμός κοριτσιών πέθαναν από τις μολύνσεις. Το βάρβαρο αυτό «έθιμο» καταργήθηκε από την κομμουνιστική κυβέρνηση.
  5. Βλέπε Suzanne Bernard, Qiu Jin, «Féministe, poète et révolutionnaire», Le Temps des Cérises, Μοντρέιγ (Γαλλία), 2006.
  6. Irène Weilinger, «Non c’est non», Zones, Παρίσι, 2008.

* Γελοιογραφία: “Η σουφραζέτα που ήξερε ζίου ζίτσου”: γελοιογραφία του Arthur Wallis Mills, που δημοσιεύθηκε το 1920 στο βρετανικό περιοδικό Punch και σατιρίζει την έκπληξη των αστυνομικών απέναντι στις γυναίκες που χρησιμοποιούσαν πολεμικές τέχνες. Η απεικονιζόμενη είναι εμπνευσμένη από την Έντιθ Γκάρουντ.

Πηγή: Monde Diplomatique - Μετάφραση: Βασίλης Παπακριβόπουλος