Μαρτυρία του αντιστασιακού Νάντη Χατζηγιάννη για την εκτέλεση από άνδρες της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης του Γιάννη Χαλκίδη, στελέχους της Νεολαίας Λαμπράκη των Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης και της ΕΔΑ και μέλους της αντιστασιακής οργάνωσης Πατριωτικό Μέτωπο.

Η μαρτυρία περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Μαρτυρίες από την Αντίσταση» του Στέλιου Κούλογλου, το οποίο παρουσιάζεται την Κυριάκη 3 Σεπτεμβρίου στον Πολιτιστικό Πολυχώρο «Δημήτρης Χατζής», στα Γιάννενα. Ταυτόχρονα θα προβληθεί και η νέα ταινία του ευρωβουλευτή Στέλιου Κούλογλου «Πεθαίνοντας στο Γέλιο».

Ακολουθεί ολόκληρη η μαρτυρία: 

Χαράματα, στις 5 Σεπτέμβρη του 1967, ακούσαμε δυνατούς χτύπους στην πόρτα. Σηκωθήκαμε αμέσως, αναστατωμένοι από τον θόρυβο, ντυθήκαμε. Ο Χαλκίδης σηκώθηκε πρώτος, άνοιξε την πόρτα, είδε στο βάθος του διαδρόμου τους αστυνομικούς, την έκλεισε και φώναξε: «Σηκωθείτε, ήρθε η αστυνομία».

Εγώ με τον Χαλκίδη πήγαμε προς το παράθυρο του διαμερίσματος. Ο Παντής κοιμότανε, δεν άκουσε στην αρχή όταν τον φωνάξαμε. Ο Γιάννης Χαλκίδης ήταν όπως κι εγώ στέλεχος της Νεολαίας Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη. Μετά τη δικτατορία ενταχθήκαμε στο Πατριωτικό Μέτωπο. Τρεις μέρες πριν από την εισβολή της ασφάλειας στο διαμέρισμα όπου κρυβόμαστε, στις 2 Σεπτεμβρίου, επιχειρήσαμε ένα σαμποτάζ στα εγκαίνια της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Ανατινάξαμε μια κολόνα της ΔΕΗ προκαλώντας διακοπή του ρεύματος σε όλους τους χώρους της ΔΕΘ. Μετά από λίγα λεπτά η βλάβη αποκαταστάθηκε, αλλά κάναμε ζημιά στο χουντικό καθεστώς, που υποστήριζε διεθνώς ότι στην Ελλάδα επικρατεί ηρεμία, γιατί τα εγκαίνια έγιναν με τη συμμετοχή πολλών ξένων, επισήμων και δημοσιογράφων.

Είχανε κάνει το μπλόκο στο διαμέρισμα όπου κρυβόμαστε, στη Φιλελλήνων 65, με πρωτεργάτες τον Καραμπέρη, τον διοικητή της ΚΥΠ, τον διοικητή της Ασφάλειας τον Δημήτριο τον Σταματόπουλο και τον αρχηγό της ομάδας των εγκληματιών εθνικοασφαλιτών, τον Βασίλειο Καραμήτσο. Ήταν και ο Λεπενιώτης ο Αντώνης, ο πιο σκληρός βασανιστής στη διάρκεια της δικτατορίας στην πόλη μας. Τσάκισε κόκαλα, συνέθλιψε ψυχές, βασάνισε ανθρώπους, φοιτητές, φοιτήτριες, γέρους, νέους, γυναίκες.

Πήγαμε προς το παράθυρο. Οι αστυνομικοί που είχαν περικυκλώσει το διαμέρισμα αντιλήφθηκαν ότι πίσω από τα παντζούρια υπάρχουν άνθρωποι και άρχισαν να πυροβολούν στα τυφλά, γινόταν χαμός…

Βγαίνει στο μπαλκόνι ο Χαλκίδης και πηδάει κάτω στην πρασιά από τον πρώτον όροφο. Ακολουθώ εγώ και τρίτος ο Παντής, που είχε ξυπνήσει από τον χαμό. Έκανε όμως το λάθος και πήγε στην πρασιά της δικιάς μας πολυκατοικίας. Μόλις τον είδαν οι αστυνομικοί, τον πυροβολούν εν ψυχρώ. Τον βρίσκει μια σφαίρα στον μηρό του ποδιού του και ακινητοποιήθηκε.

Με τον Γιάννη τον Χαλκίδη πηδούσαμε κάγκελα και τρέχαμε. Αφού πέρασε ο Χαλκίδης, έδωσα κι εγώ ένα σάλτο, πιάστηκα από τα κάγκελα και ήμουνα έτοιμος να περάσω κι εγώ από την άλλη πλευρά. Εκείνη τη στιγμή, είδα τον ασφαλίτη, τον Αντώνη τον Λεπενιώτη, να ξεπετιέται δύο μέτρα αριστερά μας και να κυνηγάει τον Χαλκίδη, ο οποίος αγωνιούσε να σταθεί επειδή είχε χτυπηθεί και αιμορραγούσε. Ο Γιάννης έπεσε κάτω και όταν ήρθε ο Λεπενιώτης, του άδειασε την τελευταία σφαίρα πισώπλατα. Από απόσταση ενός μέτρου.

Χώθηκα σε μια ανωμαλία του εδάφους. Μετά από πέντε-έξι λεπτά, σηκώθηκα για να φύγω. Μόλις προσπέρασα κάποια σύρματα, ήτανε περιφραγμένο το οικόπεδο, βλέπω δύο αστυνομικούς, στα πέντε-έξι μέτρα, να με σημαδεύουνε. Σήκωσα τα χέρια και προχώρησα προς το μέρος τους. Μου καρφώνει ο ένας το περίστροφο του στα πλευρά και μου λέει: «Μη φύγεις, ρε πούστη, από δω, μην προσπαθήσεις να φύγεις, γιατί θα σε σκοτώσω». Φέρνουνε ένα καραβόσκοινο από ένα ΙΧ κι αφού μ’ έδεσαν με τα σκοινιά, γυμνό, μου είχαν βγάλει το πουκάμισο, με χτυπούσανε και με βασάνιζαν μπροστά στον διοικητή της Ασφάλειας της Θεσσαλονίκης. Και κάθε ασφαλίτης ή ΚΥΠίτης που ζύγωνε στο σημείο όπου με είχαν συλλάβει, με χτυπούσε, με ποδοπατούσε, με βαρούσαν όλοι μαζί. Όταν φέρανε τον Γιάννη τον Χαλκίδη κοντά μου, είδα ότι ήτανε ακόμη ζωντανός. Είχε μια μαύρη τρύπα που αιμορραγούσε πίσω στην πλάτη και... άκουγα τον επιθανάτιο ρόγχο του.

Και λέει ο Λεπενιώτης: «Α, εσύ είσαι πουλάκι μου; Ο Χαλκίδης;». Τον πάτησε στην κοιλιά κι εκεί έβγαλε τον επιθανάτιο ρόγχο ο Χαλκίδης και ξεψύχησε. Μαζί με τον Σταματελόπουλο τον Βασίλη, τον ανθυπασπιστή, άρχισαν να με χτυπούνε με τέτοιο βάναυσο και άγριο τρόπο, που δεν μπορώ να τα διηγηθώ. Στην Ασφάλεια, όπου με πήγαν μετά, με έδερναν δέκα μαζί, με επικεφαλής τον Λεπενιώτη. Ύστερα πέρασα από στρατοδικείο και πήγα φυλακή.

Τις μέρες που η οικογένεια Χαλκίδη έκανε το ετήσιο μνημόσυνο, το 1968, το κράτος της χούντας απένειμε μετάλλια στους βασανιστές και δολοφόνους που λάβανε μέρος στο μπλόκο. Δυστυχώς, μετά τη μεταπολίτευση, δεν τιμωρήθηκε ούτε αυτός ούτε κανένας από τους βασανιστές. Στη δική μου την υπόθεση ο Λεπενιώτης ήτανε πρωταγωνιστής και πρώτος στον κατάλογο των κατηγορουμένων, αλλά τη γλύτωσε. Το δικαστήριο για τα βασανιστήρια που μου ’κανε ο Λεπενιώτης έκρινε ότι το αδίκημά του έπρεπε να παραγραφεί γιατί η μήνυσίς μου κατατέθηκε μία μέρα αργότερα απ’ ό,τι έλεγε η απόφαση της Βουλής των Ελλήνων.

Κάποια μέρα, τον Σεπτέμβρη του 2004, παίρνοντας το λεωφορείο από τη στάση της οδού Αριστοτέλους, επί της Εγνατίας, για να πάω στο σπίτι μου στην Άνω Τούμπα, συνάντησα τον Λεπενιώτη. Με κοίταζε μ’ έναν τρόπο ειρωνικό, σαν να έλεγε: «Αχ, ρε κερατά, μου τη γλύτωσες τότε». Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και τον αποκάλεσα βασανιστή, φασίστα και δολοφόνο του Χαλκίδη.

Έτρεμε σαν ψάρι μπροστά μου, δεν είπε τίποτα, οι άνθρωποι μου λέγανε να του ρίξω μπουνιές, να τον χτυπήσω που δολοφόνησε τον φίλο μου. Κι εγώ τους απάντησα ότι δεν άξιζε ούτε να τον φτύσω, ότι επρόκειτο περί ενός φασιστοειδούς υποκειμένου. Ώσπου να τελειώσω τον διάλογο με τον κόσμο, μέσα σε δέκατα δευτερολέπτου, ανοίγουν οι πόρτες και βγήκε έξω, τρέχοντας. Μετά από δύο μήνες, μου κοινοποιεί μήνυση ότι τον εξύβρισα, αυτόν και την οικογένειά του. Και έχει το θράσος να θέλει να δικάζει ο βασανιστής και δολοφόνος τους αντιστασιακούς αυτής της πόλης. Έχω κάνει φυλακή πεντέμισι χρόνια και έχω βασανιστεί με τον χειρότερο τρόπο που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος σ’ αυτόν τον πλανήτη, από αυτό το συγκεκριμένο άτομο.