Ο πολυβραβευμένος Έλληνας κινηματογραφιστής, σεναριογράφος και συγγραφέας Νίκος Νικολαΐδης, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου του 1939. Ένας διαχρονικός καλλιτέχνη και πάντα επίκαιρος, που έμελλε δικαίως να αγαπηθεί όσο λίγοι, χαρίζοντάς μας ανεξίτηλα κινηματογραφικά διαμάντια, από την «Ευρυδίκη Β.Α. 2037», μέχρι την αγαπημένη «Γλυκιά Συμμορία». Ο σπουδαίος δημιουργός, έφυγε από τη ζωή στις 5 Σεπτεμβρίου του 2007, αλλά ευτυχώς... «Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα».

«Οι κοινωνίες και οι θεσμοί βρίσκονται υπό συνεχή κρίση και ανεξέλεγκτη εξέλιξη. Οι διανοούμενοι (ποιοί και πόσοι τάχα;) βρίσκονται σε συνεχή νάρκη... Οκτώ χρόνια πριν το τέλος του 20ού αιώνα, δεν θα ήθελα να επιβαρύνω την ήδη υπάρχουσα σύγχυση με την προσωπική μου θολή μαρτυρία. Επισημαίνω όμως τον απόλυτο θρίαμβο του κρατικού φασισμού, την οριστική εγκατάσταση του “στερεότυπου” και των μεταλλαγμένων και, τέλος, την επιτυχή μεταμόσχευση του τηλεοπτικού κοντρόλ-σύστεμ στον κοινωνικό κορμό... Στην περίοδο που ζούμε ο καθένας πρέπει να εντάξει τον προσωπικό του εφιάλτη σ’ έναν συλλογικό εφιάλτη και ν’ αρχίσει να επεξεργάζεται μόνο αυτόν... Φριχτά δικαιωμένος που ο εφιάλτης προχωράει κατά κει που υπολόγιζα, δεν έχω να πω τίποτα άλλο.» - Νίκος Νικολαΐδης

Ο Νίκος Νικολαΐδης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου του 1939. Σπούδασε σκηνοθεσία στη σχολή Σταυράκου και σκηνογραφία στη σχολή Βακαλό (1962). Από το 1960 υπήρξε βοηθός του Βασίλη Γεωργιάδη και το ντεμπούτο του πραγματοποιείται το 1962 με την μικρού μήκους ταινία: «Lacrimae Rerum».

Η πρώτη μεγάλου μήκους δημιουργία του Νίκου Νικολαΐδη, είναι η ασπρόμαυρη «Ευρυδίκη Β.Α. 2037». Φιλμ με υπέροχη φωτογραφία, που προβλήθηκε στις Κινηματογραφικές Αίθουσες το 1975.

«Για το απόγευμα δεν ξέρω ακόμα... βλέπεις είναι πέντε μέρες που όλο λένε ότι θα περάσουνε να με πάρουνε μα μέχρι τώρα δεν φάνηκε κανένας. Ποιός ξέρει μπορεί και νά 'χω φύγει...» - Ευρυδίκη Β.Α. 2037.

Η Ευρυδίκη (Βέρα Τσέχοβα / Vera Tschechowa) περιμένει να την μεταφέρουν «κάπου αλλού» γιατί η φυλάκισή της σ’ αυτόν τον χώρο τελείωσε. Ζει σε μία χώρα με δικτατορικό καθεστώς. Ο κρατικός εγκέφαλος όμως που προγραμματίζει τις μετακινήσεις, την κοροϊδεύει επί μέρες τώρα ή και χρόνια.

Ο χαμένος από χρόνια, Ορφέας, επικοινωνεί μαζί της και ζητά να την ξαναδεί. Η Ευρυδίκη τον δέχεται με την ελπίδα πως κάτι θ’ αλλάξει, αλλά και με φόβο για οτιδήποτε καινούργιο θα φανεί. Εκείνος έρχεται, σαν ένας νέος θάνατος όμως, κι όχι σαν ελευθερωτής. Θα τον σκοτώσει και θα μείνει για πάντα στην κόλασή της...

«Δεν είναι δικός μου ο φάκελος και μπορώ να το αποδείξω. Έπρεπε εδώ και πέντε μέρες να 'χω φύγει απ’ αυτό το σπίτι. Το γράμμα λοιπόν ανήκει σ’ όποιον έρθει εδώ μετά από μένα.» Ευρυδίκη Β.Α. 2037.

Σε ασπρόμαυρο φόντο, με την υπέροχη φωτογραφία του Γιώργου Πανουσόπουλου και μία συγκλονιστική ερμηνεία από την Βέρα Τσέχοβα, η «Ευρυδίκη Β.Α. 2037» αποτελεί την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Νίκου Νικολαΐδη. Ενός διαχρονικού καλλιτέχνη και πάντα επίκαιρου που έμελλε, δικαίως, να αγαπηθεί όσο λίγοι.

«Δεν θυμάσαι, ένα σπίτι γεμάτο δέντρα; Πεύκα ήτανε η κάτι τέτοιο... Βγαίνανε μέσα απ’ το πάτωμα... Υπάρχει και μια φωτογραφία σου εκεί μέσα.» Ευρυδίκη Β.Α. 2037.

Ακολουθούν «Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα» του 1979. Το φιλμ δίχασε κοινό και κριτικούς, αλλά ο Νικολαΐδης κατάφερε να πραγματώσει αυτό που ήξερε καλύτερα από τον καθένα, να προκαλεί και να θέτει κοινωνικά ερωτήματα που παρέμεναν στο παρασκήνιο μιας υπερ-πολιτικοποιημένης εποχής.

«Λοιπόν... Ξέρεις πότε χάλασε το πράγμα; Από τότε που εκείνος ο κρετίνος ο Perry Como τραγούδησε την Glendora. Άκου πτώμα να μαθαίνεις»...

Ο Άλκης (Άλκης Παναγιωτίδης) υποδέχεται στο σπίτι του τρεις φίλους. Μαζί παρασύρονται σ' ένα ταξίδι αναμνήσεων, αλλά και αναβίωσης των νεανικών τους στιγμών. Η παρέα των σαραντάρηδων μεθά με το ποτό της χαμένης νιότης της, συντροφιά με τα πρόσωπα του παρελθόντος που τους στοιχειώνουν, «ήρωες» της εποχής τους, αλλά και «φαντάσματα» όπως η Βέρα, «η Βέρα που ποτέ δεν ήρθε». Μένουν γυμνοί μέσα στη πραγματικότητά τους, παραδίδονται σ' αυτήν, πληγωμένοι από τα χαμένα όνειρά τους και προδομένοι από όσους πίστεψαν.

Ο τίτλος της ταινίας έγινε το σύνθημα μιας γενιάς που έβλεπε να ξεθωριάζουν τα οράματά της και να ξεπροβάλλει μπροστά τους μια σκληρή εποχή, όπου δεν θα υπήρχε χώρος για ρομαντικά προστάγματα. Η «περιθωριακή και χαμένη πια» γενιά του '50 αποτυπώθηκε ανεξίτηλα στο φιλμ.

Μετά από τέσσερα χρόνια υπογράφει την «Γλυκιά Συμμορία» (1983), η οποία συγκλονίζει με την προβολή της το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Η ταινία αποτέλεσε τον οιωνό, μιας νέας εποχής που θα είχε ως οδηγό έναν άσκοπο αμοραλισμό και μια σειρά από βαρετά καταναλωτικά πρότυπα.

Πέντε ημέρες από τη ζωή μιας παρέας που ακροβατεί ανάμεσα στην εύκολη ζωή και τον κίνδυνο, τις μικροκλοπές και το μεγάλο κόλπο, τα κοφτά λόγια και την αφοσίωση. Μια παρέα που επιλέγει την πρόκληση και την παρανομία ως τη μόνη περιπέτεια στη σύγχρονη μητρόπολη και οδηγείται σταδιακά στο έγκλημα. Ο αστυνομικός κλοιός γύρω τους στενεύει, ο καθένας τους γνωρίζει ότι δεν υπάρχει ελπίδα διαφυγής κι όμως στέκονται δυνατοί μέχρι τέλους.

Το ημερολόγιο της ζωής και του θανάτου μια ομάδας «ανήθικων» νέων, που έχουν φτάσει στο σημείο της «μη επιστροφής» και αναζητούν κάτι να πιστέψουν και να πεθάνουν γι’ αυτό. Η συμπεριφορά τους τραβάει την προσοχή του Κράτους. Αρχίζει η διακριτική παρακολούθησή τους. Μια ομάδα μυστικών περικυκλώνει το σπίτι τους με επικεφαλής έναν άγνωστο ξανθό άνδρα (Άλκης Παναγιωτίδης) και περιμένει...

Η Δέσποινα Τομαζάνη (Σοφία), η Δώρα Μασκλαβάνου (Μαρίνα), ο Τάκης Μόσχος (Αργύρης) και ο Τάκης Σπυριδάκης (Ανδρέας), είναι τέσσερις φίλοι, που επέλεξαν συνειδητά να πεθάνουν πίσω από τις κλεμμένες καραμπίνες τους, αντιμετωπίζοντας μ' ένα σαρκαστικό χαμόγελο τους διώκτες τους.

Η ταινία είναι μια μελέτη πάνω στο νέο πρόσωπο μίας αστικής κοινωνίας όπου όλοι παρακολουθούνται, ελέγχονται και λογοδοτούν για τις πράξεις τους. Είναι όμως και μια ιστορία χαράς και τρυφερής αγάπης. Μια μουσική θανάτου, μια αποθέωση χρωμάτων, γλυκιάς βίας και ονείρου.

Το φιλμ θα εντυπωσιάσει και θα συγκινήσει το κοινό που θα την παρακολουθήσει. Στη Θεσσαλονίκη όπου και προβάλλεται στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου, θα συγκεντρώσει ουκ ολίγα βραβεία: Βραβείο Ερμηνείας Α’ Ανδρικού Ρόλου (Τάκης Σπυριδάκης), Φωτογραφίας (Άρης Σταύρου), Σκηνογραφίας (Μαρί-Λουίζ Βαρθολομαίου), Ήχου (Μαρίνος Αθανασόπουλος), Μοντάζ (Ανδρέας Ανδρεαδάκης).

Επίσης απέσπασε το Κρατικό Βραβείο του Υπουργείου Πολιτισμού και το Βραβείο Καλύτερης Ελληνικής Ταινίας της Ένωσης Κριτικών Αθηνών. Συνολικά στην καριέρα του ο Νίκος Νικολαΐδης, είναι ο μόνος Έλληνας σκηνοθέτης που βραβεύτηκε πέντε φορές με το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

«Η ταινία είναι μια μελωδία άγνωστη που τη νιώθεις σαν να ’ρχεται απ’ τα παλιά σου. Κάποτε νομίζεις πως την έπιασες και τη σιγοσφυρίζεις, μετά από λίγο σου ξεγλιστράει και απογοητεύεσαι, κι έπειτα, κάποιο βράδυ πετάγεσαι απ’ τον ύπνο σου, σίγουρος πως την αιχμαλώτισες αυτή τη φορά, για να ξυπνήσεις το πρωί και να ’χεις ξεχάσει αν ήταν αλήθεια η όνειρο.... Όχι, δεν ξέρω τι είδους ταινία είναι η "Γλυκιά Συμμορία"...» - Νίκος Νικολαΐδης

Το 1987 ο Νίκος Νικολαΐδης σκηνοθετεί την προφητική «Πρωινή Περίπολο». Σε μια έρημη και κατεστραμμένη πόλη, μια γυναίκα βαδίζει ολομόναχη. Προσπαθεί να διασχίσει την απαγορευμένη ζώνη και να φτάσει στη θάλασσα. Παντού παραμονεύουν παγίδες και η Πρωινή Περίπολος την παρακολουθεί. Οι μηχανισμοί της πόλης λειτουργούν ανεξέλεγκτα. Ηλεκτρονικές φωνές καλούν τους ανύπαρκτους πολίτες να εγκαταλείψουν την πόλη.

Το σύστημα επικοινωνίας δουλεύει, οι κινηματογράφοι προβάλουν ταινίες, οικεία πρόσωπα μιας περασμένης εποχής γεμίζουν τις τηλεοπτικές οθόνες. Ένας άντρας, από τους λίγους επιζώντες, που τώρα φρουρεί την πόλη, εμφανίζεται ξαφνικά κοντά της. Την βοηθάει να φτάσει εκεί απ’ όπου κανείς δεν γύρισε για να πει αν στ’ αλήθεια υπάρχει... στη θάλασσα. Θα πλησιάσουν ο ένας τον άλλον, θα προσπαθήσουν να θυμηθούν το παρελθόν. Θα ξετυλίξουν μαζί το κουβάρι της μνήμης που μπλέχτηκε στη διάρκεια ενός ολέθρου.

Φτάνουμε έτσι στο 1990 και ο Νικολαΐδης "σοκάρει" για μία ακόμη φορά το ελληνικό κοινό με το ασπρόμαυρο «Singapore Sling». Περνάνε εννέα ολόκληρα χρόνια μέχρι να εμφανιστεί και πάλι στο ελληνικό κινηματογραφικό στερέωμα. Το 1999 παρουσιάζει το φιλμ, «Θα Σε Δω Στην Κόλαση Αγάπη Μου» και το 2002 γυρίζει το «Ο Χαμένος Τα Παίρνει Όλα». Η τελευταία ταινία του Νίκου Νικολαΐδη υπήρξε το «The Zero Years», παραγωγής του 2005.

Ο σπουδαίος δημιουργός, έφυγε από τη ζωή στις 5 Σεπτεμβρίου του 2007, όντας ο μόνος Έλληνας σκηνοθέτης που βραβεύτηκε πέντε φορές με το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης.

«Oι νέοι θεατές μ' αγαπούν, όχι γιατί είμαι "οργισμένος", όπως μερικοί ισχυρίζονται, αλλά γιατί οι ταινίες μου δεν τους απαγόρεψαν ποτέ να με αμφισβητήσουν και ακόμα γιατί με επιμονή αρνήθηκα ― γεγονός που το εκτίμησαν ― τα δεκανίκια που σε τιμή προσφοράς διανέμει χρόνια τώρα η "καθώς πρέπει" Eυρωπαϊκή προοδευτική διανόηση.» - Νίκος Νικολαΐδης

*Οι φωτογραφίες και τα trailers του άρθρου, προέρχονται από την επίσημη ιστοσελίδα του Νίκου Νικολαΐδη.