Ο Δημοσθένης Γρίβας γεννήθηκε το 1912 και εκτελέστηκε από τους εθνικιστές το 1947, σε ηλικία 35 ετών. Ο πατέρας του, Βασίλης Γρίβας, γιατρός και διδάκτορας της ιατρικής (1899), ήταν «ένας από τους ηγέτες της εξέγερσης των αγροτών της Θεσσαλίας» και των γεγονότων του Κιλελέρ (1910). Στις 19-6-1910 παραπέμφθηκε μαζί με 34 άλλους συντρόφους του στο κακουργιοδικείο της Χαλκίδας όπου στις 23-6-1910 οι ένορκοι αθώωσαν όλους τους κατηγορούμενους.

Ο Δημοσθένης Γρίβας, νεαρός φοιτητής εγκολπώθηκε τις ιδέες της αριστεράς κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών, απ' όπου πήρε το πτυχίο του το 1939. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε την Έλλη Συμεωνίδου, τότε φοιτήτρια της νομικής, με την οποία έκαναν δυο παιδιά, τον Βασίλη (1940) και τον Κλεάνθη (1944).

Το 1941, αρνήθηκε να υποχωρήσει σε ποικίλες πιέσεις για να καλωσορίσει τους Γερμανούς κατακτητές κατά την είσοδο τους στην Καρδίτσα (δεδομένου ότι τότε ήταν ο μόνος επιστήμονας στην πόλη που μιλούσε γερμανικά). Και, προκειμένου να αποφύγει τα αντίποινα των Γερμανών, βγήκε στο βουνό (συνοδευόμενος από τη γυναίκα του) πολύ πριν σχηματιστούν οι πρώτες αντάρτικες ομάδες.

Ήταν μέλος του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας και του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) από τη στιγμή της δημιουργίας του και υπηρέτησε ως γιατρός στο «Υγειονομικό Σώμα» του ΕΛΑΣ μέχρι την απελευθέρωση.

Η απολύτως ανιδιοτελής άσκηση της ιατρικής και η πολιτική και πολιτιστική του δραστηριότητα, του εξασφάλισαν το μίσος της ντόπιας ιατρικής συντεχνίας και των πολιτικών του αντιπάλων, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην καταδίκη του σε θάνατο από τους ένστολους φονιάδες του Έκτακτου Στρατοδικείου Καρδίτσας κατά τον εμφύλιο πόλεμο (Ιούνιος 1947), ύστερα από μια παρωδία «δίκης» που έγινε απροειδοποίητα, υπό καθεστώς τρομοκρατίας και χωρίς μάρτυρες κατηγορίας. Η δεξιά «λευκή τρομοκρατία» που κάλυψε τη χώρα μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας τον ανάγκασε να βγει στο βουνό ως γιατρός του «Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας», παρά τις εκφρασμένες διαφωνίες του με την απόφαση για Εμφύλιο Πόλεμο της αλλοπρόσαλλης και ολοκληρωτικής ηγεσίας του Νίκου Ζαχαριάδη που έλεγχε το ΚΚΕ.

Όπως σημειώνει ο Επαμεινώνδας Σακελλαρίου, αρχίατρος του ΕΛΑΣ αρχικά και στη συνέχεια του ΔΣΕ: «Η ζωή του γιατρού στο Αντάρτικο έχει δραματικές εξελίξεις μεταξύ καθήκοντος και ζωής.

"Παράδειγμα ο γιατρός Δημοσθένης Γρίβας από την Καρδίτσα, ίσως και άλλοι που δεν περιέπεσαν στην αντίληψη μου... Ο γιατρός Δημοσθένης Γρίβας πιάστηκε στα Άγραφα μαζί με τραυματίες από τα κυβερνητικά στρατεύματα, πέρασε από Στρατοδικείο και με απόφαση του εκτελέστηκε στις 20 Ιουνίου του 1947… Ο γιατρός πιάστηκε μαζί με τους τραυματίες: αυτό δείχνει ότι τήρησε τον Ιατρικό Όρκο που έδωσε. Παρέμεινε μαζί τους και θυσιάστηκε, δεν τους εγκατέλειψε για να αποφύγει τη σύλληψη και την καταδίκη του από το Στρατοδικείο. Γι' αυτό νομίζω ότι επαξίως μπορεί να κηρυχθεί ως ήρωας, τηρητής του Ιατρικού Όρκου. Και θεωρώ πως το Κράτος πρέπει να επιληφθεί και να κατοχυρώσει με ειδική νομολογία τους ‘Ήρωες του Ιατρικού Όρκου’". [Βλ. Επαμεινώνδας Σακελλαρίου, Διαθέσαμε τη ζωή μας, Θεσσαλονίκη, 1991, σ.. 12 και 108].

2. Δίκη και εκτέλεση κατά παραγγελία

Για να αποφευχθούν λαϊκές αντιδράσεις και να καταστεί αδύνατη η προετοιμασία της υπεράσπισης του, η δίκη του ορίστηκε αιφνιδιαστικά και έγινε στο Έκτακτο Στρατοδικείο στο «Κιέριον» της Καρδίτσας στις 13 Ιουνίου 1947. Στη διάρκεια της δίκης οι αρχές επέβαλαν το κλείσιμο των καταστημάτων της πόλης. Συνήγορός του ήταν ο δικηγόρος Αναγνωστόπουλος (πατέρας του μετέπειτα υπουρ­γού της ΝΔ, Θ. Αναγνωστόπουλου) που ειδοποιήθηκε λίγη ώρα πριν από τη δίκη.

Μάρτυρες κατηγορίας δεν υπήρχαν, ενώ ορισμένοι στρατιώτες του «εθνικού» στρατού (που είχαν αιχμαλωτιστεί από τους αντάρτες, είχαν νοσηλευτεί από τον Δημοσθένη Γρίβα και στη συνέχεια ανταλλάχτηκαν με αντάρτες που είχαν πιαστεί από το στρατό) μετεξελίχτηκαν σε μάρτυρες υπεράσπισης του. Ανάμεσα τους ήταν και ο γιατρός Αθανάσιος Νασιάκος. Όλοι τους έπλεξαν το εγκώμιο του ήθους και της συμπεριφοράς του Δημοσθένη Γρίβα ο οποίος, όπως κατέθεσαν, «δεν έκανε καμιά διάκριση μεταξύ των αριστερών και των δεξιών».

Για αυτή την παρωδία δίκης, η ημερήσια εφημερίδα των Τρικάλων «Θάρρος» γράφει στις 14 Ιουνίου 1947: «Κατά την απολογία του ο κατηγορούμενος μίλησε επί μία ώρα ανα­φερθείς αρχικώς εις: ους λόγους οι οποίοι τον εξανάγκασαν να κρύπτεται εντός της πόλεως λόγω της αποφάσεως της Επιτροπής Ασφαλείας διά της οποίας είχε εκτοπισθεί επί ένα έτος.

Ισχυρίστηκε, εν συνεχεία ότι αναγκάσθηκε να μεταβεί στην Μπελοκομίτη, για να εργαστεί ως ιατρός εις την περιφέρεια. Καταλήγοντας, είπε ότι δεν αποδίδει σημασία στην καταδίκη του, αλλά ενδιαφέρεται αποκλειστικώς για τον μη χαρακτηρισμό του από το Στρατοδικείο ως κοινού ληστή, γεγονός το οποίο θα συνεπαγόταν την κηλίδωση της τιμής του. Ο Βασιλικός Επίτροπος μίλησε δι' ολίγων και ζήτησε την επιβολή της εσχάτης των ποινών. Το απόγευμα εξεδόθη η απόφαση με την οποία επιβλήθηκε εις τον Δημοσθένη Γρίβα η ποινή του θανάτου. Αίτηση της υπερασπίσεως να εκφρασθεί η ευχή του Στρατοδικείου προς μετριασμό της ποινής απερρίφθη. Ο Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος Ιεζεκιήλ απέστειλε τηλεγράφημα προς τον Βασιλέα έχον ούτω:
 
‘Υπτίαις χερσίν καθικετεύω Υμετέρα Μεγαλειότητα ευαρεστηθή διάταξη αναστολή ποι­νής δικασθέντος εις θάνατον ιατρού Γρίβα.

Ταπεινός ευχέτης και ευπειθέστατος θε­ράπων, Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος Ιεζεκιήλ». [Βλ. Εφημ. Θάρρος: «Εις θάνατον ο ιατρός Γρίβας», Τρίκαλα, 14 Ιουνίου 1947].

Αυτή η καθ' υπαγόρευση δίκη χωρίς μάρτυρες κατηγορίας, συγκλόνισε την τοπική κοινωνία και παρότι η αντιπαλότητα και το μίσος της ντόπιας ιατρικής συντεχνίας και των πολιτικών αντιπάλων του γιατρού Δημοσθένη Γρίβα αποτέλεσαν τα ξύλα για το προσάναμμα της πυράς, οι ενοχές και η αμηχανία τους ήταν καθολική.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι μετά την εκφώνηση της καταδικαστικής απόφασης, ο πρόεδρος του στρατοδικείου δήλωσε στη γυναίκα του Έλλη, παρουσία του δικηγόρου του, «Λυπάμαι πολύ κυρία Γρίβα. Ο άνδρας σας είναι αθώος. Πιέστηκα αφάνταστα για να βγάλω αυτή την απόφαση και δεν είχα άλλη εκλογή». Ενώ, ο αρχιμανδρίτης που τον εξομολόγησε πριν εκτελεστεί, είπε στους δικούς του:

«Δεν ήμουν άξιος να εξομολογήσω έναν τέτοιο άνθρωπο».

Στις 20 Ιουνίου 1947, σε ηλικία 35 ετών, ο γιατρός Δημοσθένης Γρίβας οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα, φορώντας τις πυτζάμες του, γιατί είχε χαρίσει το κοστούμι και το πανωφόρι του σε συγκρατούμενους τους («για να συνεχίσουν να είναι χρήσιμα»).

Δυο αποσπάσματα κατά σειρά (που αποτελούνταν από συμπατριώτες του και τον γνώριζαν), αρνήθηκαν να εκτελέσουν τη διαταγή «Σκοπεύσατε. Πυρ» και αντικαταστάθηκαν από ένα τρίτο απόσπασμα που το αποτελούσαν στρατιώτες προερχόμενοι από άλλα μέρη της Ελλάδας.

Θάφτηκε σε έναν ομαδικό τάφο που κρατήθηκε μυστικός από την οικογένεια του επί δύο εβδομάδες.

Στη διάρκεια του Εμφυλίου, από το σύνολο των γιατρών του Υγειονομικού Σώματος του ΔΣΕ πέντε έχασαν τη ζωή τους:

● Δυο καταδικάστηκαν σε θάνατο από τους ένστολους φονιάδες των Εκτάκτων Στρατοδικείων και στήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα (ο Δημοσθένης Γρίβας στην Καρδίτσα στις 20-6-1947 και ο Κουβαράς).
● Τρεις σκοτώθηκαν σε επιθέσεις του «εθνικού» στρατού κατά των ανταρτών (ο Νίκος Κουκουλιός ή Παλιούρας στον Κόζιακα την άνοιξη του 1947, ο Αθανάσιος Καράμπαμπας στην Κεντρική Μακεδονία το 1948 και ο Κουρδουκλάς στον Όλυμπο το 1949). [Βλ. Επαμ. Σακελλαρίου: Το Υγειονομικό του Δημοκρατικού Στρατού, Αθήνα, Τολίδης, χ.χ., σ. 8-9 και 31]

3. Τα περιουσιακά του στοιχεία και η διάθεση τους

Ίσως φανεί παράξενο το ότι στέκομαι στο σημείο αυτό, που είναι όμως ένα απτό δείγμα αλλά και παράδειγμα ενός άλλου ήθους και μιας άλλης εποχής που έχει πλέον οριστικά, ίσως, παρέλθει. Ο Δημοσθένης Γρίβας, αν και γιατρός ο ίδιος (και γιος διδάκτορα της ιατρικής σε μια εποχή που οι γιατροί με διδακτορικό στην Ελλάδα μπορούσαν να μετρηθούν στα δάκτυλα των δυο χεριών), τα μόνα περιουσιακά στοιχεία που κατείχε την ώρα της εκτέλεσης του, είναι τα γυαλιά, το δακτυλίδι, η ταυτότητα, η βέρα, το ρολόι, η σιγαροθήκη, ο αναπτήρας, τα ξυριστικά εργαλεία, το πουλόβερ, το στυλό του και ένα χειροποίητο σκάκι, τα οποία, στο τελευταίο του γράμμα στη γυναίκα του, της ζητάει να τα μοιράσει στους δικούς του σαν ενθύμιο:

«Από τα λίγα ατομικά μου πράγματα πού αφήνω, δώσε στους δικούς μας από κάτι για ενθύμιο. Στη μανούλα μας, τα γυαλιά μου, εσύ να κρατήσεις το δακτυλίδι και την ταυτότητα, τη βέρα μου να την κάνεις ενθύμιο στον Τούλη, το ρολόι μου στο Λάκη, στο Μήτσο μας, την μαύρη σιγαροθήκη, στον αδελφό μας Γιώργο, τον αναπτήρα μου, στον Κροίσο τα ξυριστικά εργαλεία, στον Βάγιο μας το πουλόβερ, στον Αποστολάκη της Πόπης το στυλογράφο. Το σκάκι καμωμένο από αγαπητούς φίλους συγκροτούμενους να το κρατήσεις για ενθύμιο». Ενώ για τα υπόλοιπα «περιουσιακά» του στοιχεία (δηλαδή τις μελέτες, εισηγήσεις και ομιλίες που έκανε σε λαϊκά σεμινάρια και δημόσιες εκδηλώσεις του ΕΑΜ), οι οδηγίες που αφήνει στη γυναίκα του είναι: «αφού τις αντιγράψεις να τις κρατήσεις για ενθύμιο και τα αντίγραφα να τα παραδώσεις εν καιρώ στον προορισμό τους».

Από imiorofos