Τα Ιωάννινα προς το τέλος του Μεσαίωνα κατέχουν μια κομβική θέση στον ελλαδικό χώρο. Εκτός του ότι είναι η μεγαλύτερη πόλη-κάστρο της Ηπείρου, αποτελούν συνάμα πέρασμα ενός οδικού άξονα ‒αλλά και εμπορικού‒ που οδηγεί από την Κωνσταντινούπολη έως την Κέρκυρα, καθώς και στα ανατολικά παράλια της Ιταλικής χερσονήσου, αλλά και αμφίδρομα.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο Χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου Β’ του Παλαιολόγου, το έτος 1319, γράφεται: «Έτι ίνα… οι έποικοι αυτής [της πόλης των Ιωαννίνων σ.σ.] διάγνωσιν ακομμέρκευτοι τελείως, τας δοκούσας αυτοίς πάσας ποιούμενοι πραγματείας ακωλύτως πάντη και ανεμποδίστως εν αυτή τε τη πόλει αυτών και εν ταις άλλαις απάσαις χώραις και τοις κάστροις της βασιλείας μου, και ουδέν ευρίσκωσιν εις τούτο εμποδισμόν ή εναντιότητα παρά τινος των απάντων μέχρι και της θεοδοξάστου, θεομεγαλύντου και θεοφυλάκτου Κωνσταντινοπόλεως». Δηλαδή, ότι οι Ιωαννίτες απαλλάσσονται των εμπορικών φόρων σε όλη την επικράτεια του βυζαντινού κράτους.


*Ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β' Παλαιολόγος (1259-1332)

Ενδιαφέρον επίσης παραμένει το σημείο στο ίδιο Χρυσόβουλλο του 1319, όπου αναφέρεται ότι: «ίνα δε ευρίσκωνται και οι εν τη τοιαύτη πόλει Ιουδαίοι εις ελευθερίαν και ανενοχλησίαν κατά τους λοιπούς εποίκους αυτής». Δηλαδή, ότι πρέπει να προστατεύονται οι κατοικούντες στην πόλη αυτή ισραηλίτες.

Στο β’ μισό του 14ου αιώνα, η πόλη των Ιωαννίνων ακολουθεί τις τύχες της ευρύτερης περιοχής, όπου υπάρχουν σημαντικές ανακατατάξεις και ανεξαρτητοποιείται τελείως από το βυζαντινό κράτος. Έτσι θα έχει διαδοχικά και τρεις ξένους ηγεμόνες: τον Σερβοβυζαντινό Θωμά Πρελούμπο ή Πρελούμποβιτς (1367-1384), τον Φλωρεντινό Esaù dei Buondelmonti (1385-1411) και τον Carlo Tocco (1411- 1429).

Δεν γνωρίζουμε το ακριβές μέγεθος και τη σύνθεση του πληθυσμού αυτής της πόλης προς το τέλος του Μεσαίωνα. Δυστυχώς, μια οθωμανική φορολογική απογραφή προσώπων και περιουσίων του 1431 απωλέσθηκε. Επίσης, δεν διαθέτουμε καμμία πληροφορία γι’ αυτή την πόλη κατά τη διάρκεια του β΄ μισού του 15ου αιώνα. Αλλά,  κατά το 1500 και μετέπειτα, γιαννιώτες έμποροι εμφανίζονται στα παράλια της ιταλικής Αδριατικής και στη Βενετία. Έτσι, κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα, δημιουργείται μια συμπαγής παροικία γιαννιωτών εμπόρων στη Βενετία, η οποία, σε διαδοχικούς αιώνες, θα κρατήσει τα ηνία της εκεί ευρύτερης ελληνικής παροικίας. Κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα, θα εμφανιστούν εκτός των τειχών του μεσαιωνικού κάστρου συμπαγείς πληθυσμιακά συνοικίες. Τούτο προκύπτει από μια οθωμανική φορολογική απογραφή του έτους 1564.


*Άποψη της λίμνης Παμβώτιδας στα Ιωάννινα

Κατά την οθωμανική απογραφή του 1564, και κατά κάποιους υπολογισμούς, εμφανίζεται να κατοικούν εντός των παλαιών μεσαιωνικών τειχών, 2.500 έως 3.000 κάτοικοι, και εκτός των τειχών του κάστρου, ένας πληθυσμός άνω των 3.000 κατοίκων. Ο συνολικός πληθυσμός της πόλης μπορεί να αποτιμηθεί κατά το β΄ μισό του 16ου αιώνα σε 6.500 κατοίκους. Σε αυτούς τους κατοίκους συμπεριλαμβάνονται και 50 οθωμανικές οικογένειες, ήτοι περίπου 250 οθωμανοί κάτοικοι. Αυτές οι οικογένειες προφανώς ανήκουν στην elite της οθωμανικής αριστοκρατίας, η οποία αποτελείται από ιδιοκτήτες μεγάλων επιφανειών πλουτοπαραγωγικής γης. Στη φορολογική απογραφή του 1564 δεν εμφανίζονται εβραϊκές οικογένειες, αλλά εμφανίζονται σε επόμενο φορολογικό κατάλογο του έτους 1579, σε σύνολο αριθμού 34 οικογένειες. Αυτές οι οικογένειες, πολλαπλασιαζόμενες επί πέντε άτομα ανά οικογένεια, μας δίδει 170 ισραηλίτες κατοίκους της πόλης των Ιωαννίνων. Αλλά, για την παρουσία των ισραηλιτών στα Γιάννενα υπάρχουν και άλλες πηγές, και δη τα αρχεία της Βενετικής Δημοκρατίας.

Κατά επίσημες αναφορές της Γαληνοτάτης, το έτος 1555, εκλάπη από πειρατές μια σημαντική ποσότητα εμπορευμάτων εβραίων εμπόρων, οι οποίοι βρίσκονταν στην καθαρτήρια νήσο του Λαζαρέτου της Κέρκυρας, και οι ίδιοι οι εβραίοι αιχμαλωτίστηκαν. Στη συνέχεια, εβραίοι έμποροι της Κέρκυρας με άλλους ομοθρήσκους τους από τα Ιωάννινα, διαμαρτυρήθηκαν στον Βενετό κυβερνήτη της Κέρκυρας. και πιθανότατα οι εβραίοι έμποροι των Ιωαννίνων απελευθερώθηκαν.

Η εμπορική άνθιση της πόλης, έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία παροικιών-εμπόρων εκτός της οθωμανικής επικράτειας. Ενδεικτικό προς τούτοις είναι η ίδρυση στα Ιωάννινα των λεγόμενων «νεωτεριστικών» Σχολών, όπως αυτές ιδρύονται εδώ κατά το β’ μισό του 17ου αιώνα. Έτσι, πλούσιοι γιαννιώτες πάροικοι της Βενετίας ιδρύουν διαδοχικά στην πόλη αυτή Σχολές, όπως ο Επιφάνειος Ηγούμενος το 1645, το 1676 ο Εμμανουήλ Γκιόνμας και τον επόμενο αιώνα οι αδελφοί Μαρούτζη το 1734. Κατά τη διαθήκη του Λάμπρου Μαρούτζη τη Σχολή αναλαμβάνει διδάσκαλος «με υποχρέωσιν του ιδίου να διδάσκει εις τα Γιάννενα τας επιστήμας ήτοι λογικήν, φυσικήν, μεταφυσικήν, θεολογίαν εις όποιον ήθελε σπουδάσει, και μαθηματικά, ελληνιστί και λατινιστί, θεωρών αναγκαίαν την σπουδήν της λατινικής διά την επιτυχίαν των ομοεθνών ημών σπουδαστών, οι οποίοι μεγάλως εζημιώθησαν από την μοιραίαν απώλειαν του ελληνικού κράτους, με την οποίαν απωλέσθησαν αι κυρίαι βάσεις των επιστημονικών εγγράφων».

Την εμπορική κίνηση των Ιωαννίνων και των πάροικων εμπόρων αυτής της πόλης αναδεικνύει μια εμπορική αλληλογραφία των ετών 1723-1730, όπου ο πανίσχυρος γιαννιώτικος οίκος των «Σελέκη - Σάρου» δραστηριοποιείται σε εμπορικές συναλλαγές μεταξύ Δύσης (Βενετία) και Ανατολής (δυτικά παράλια του ελλαδικού χώρου και λίγο ενδότερα).

Ενδεικτικό της εμπορικής κίνησης της πόλης αυτής κατά τον 18ο αιώνα, είναι και το ότι ο εμπορικός οίκος «Σελέκη - Σάρου» συνεργάζεται με εβραίους εμπόρους των Ιωαννίνων, οι οποίοι διακινούν τα εμπορεύματα αυτού του οίκου εντός του ελλαδικού χώρου. Οι εβραίοι έμποροι των Ιωαννίνων Σαμουήλ και Γεσουλά Ματαθίας, Ματαθίας Ναχαμάν και Ρεμσί Ματαθίας, συνεργάζονται με τον γιαννιώτη έμπορο της Λάρισας Χαϊμ Κοέν. Ο οίκος των Σελέκη - Σάρου εξάγει δέρματα και γούνες, κερί, χονδρά υφάσματα και φυτικά χρώματα, ενώ παράλληλα εισάγει από τη Βενετία ένα κύκλο βιοτεχνικών προϊόντων από βελόνια μέχρι και χρυσά φύλλα που προορίζονται για αγιογραφικές εικόνες. Ο κύκλος όλων αυτών των εργασιών, σε συνεργασία με τους εβραίους εμπόρους των Ιωαννίνων, αναπτύσσεται στην κυρίως Ελλάδα μέχρι τον Βόλο, την Ελασσόνα, τη Ζάκυνθο και την Πελοπόννησο.


*Κατάστιχο φορτωτικών του εμπορικού οίκου Σελέκη και Σάρου (28 Ιουνίου 1723 - 12 Μαρτίου 1728) - Istituto Ellenico di Venezia

Είναι η στιγμή όπου έμποροι γιαννιώτες επεκτείνουν ακόμη περαιτέρω το εμπόριό τους, στο Λιβόρνο, την Τεργέστη, τη Βιέννη μέχρι και το Νίζνι Νόβγκοροντ και τη Μόσχα. Είναι ακόμη η στιγμή όπου δημιουργούνται διάφορες φιλοεπαναστατικές εταιρίες Ελλήνων, όπως στο Παρίσι και στη Μόσχα. Δεν είναι τυχαίο ότι η Φιλική Εταιρεία των Ελλήνων γεννήθηκε αργότερα στη Μόσχα, με τη χρηματοδότηση των μεγαλεμπόρων γιαννιωτών Ζωσιμάδων και προεκτάθηκε στην Οδησσό και σε άλλες πόλεις της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, όπου και Έλληνες πάροικοι.


* Ο Αλή Πασάς ο Τεπελενλής (1744-1822) στη λίμνη του Βουθρωτού, Απρίλιος 1819, λεπτομέρεια από λιθογραφία του Λουί Ντυπρέ, (Louis Dupré) 1825

Αυτή είναι η εποχή όπου στα Γιάννενα έχει την έδρα του ο Αλή Πασάς ο Τεπελενλής, ένας κατά τα άλλα πεφωτισμένος ηγέτης, ο οποίος θέλησε να ιδρύσει ένα ελληνοαλβανικό κράτος με έδρα τα Ιωάννινα. Στο λεγόμενο κράτος του Αλή Πασά, το οποίο επισκέφθηκαν Άγγλοι και Γάλλοι περιηγητές, καθώς και πρόσωπα που εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα των μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, δημιουργείται ένα πολυεθνικό κράτος.


*Το ανάκτορο του Αλή Πασά στο νησάκι των Ιωαννίνων

Σε αυτό το πολυεθνικό κράτος, ως πολεμιστές χρησιμοποιούνται Έλληνες και Αλβανοί, ως οικονομικοί σύμβουλοι και διαχειριστές εβραίοι και Έλληνες, ενώ παράλληλα δημιουργείται μια ελληνική γραμματεία, εν είδει πολιτικών συμβούλων, η οποία αποτελείται αποκλειστικά από Έλληνες, και οι οποίοι προωθούν την απόσχιση του αληπασιακού κράτους από τον κορμό της οθωμανικής επικράτειας, ενός κράτους ανεξάρτητου από την οθωμανική Πύλη. Η αποσχιστική αυτή τάση είχε ως αποτέλεσμα την καταστολή του κινήματος του Αλή, με την επέμβαση των σουλτανικών στρατευμάτων και με την εκτέλεσή του στα Γιάννενα το 1822.


*Η Ζωσιμαία Σχολή το 19ο αιώνα

Τα Γιάννενα επανέρχονται σιγά-σιγά μετά την ολοσχερή καταστροφή τους (1821-1822), και το 1838 ιδρύεται η Ζωσιμαία Σχολή, με κεφάλαια των εμπόρων της Ρωσίας Αδελφών Ζωσιμάδων.


*Ο εξ Ιωαννίνων ορμώμενος ευεργέτης Ζωσιμάς - Έργο του ζωγράφου, Νικηφόρου Λύτρα

Η Σχολή αυτή θεωρείται περίπου ισότιμη με το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, στην οποία φοιτούν Έλληνες, Αλβανοί, Μουσουλμάνοι και άλλες εθνικότητες της βαλκανικής.  Χαρακτηριστικό δε είναι και το ότι στη Ζωσιμαία Σχολή φοιτούν και οι Αλβανοί Αδελφοί Φράσσερι,  οι οποίοι θα διαμορφώσουν την Αλβανική Αναγέννηση.


*Η Ζωσιμαία Σχολή σήμερα

Η πόλη εμπορικά και βιοτεχνικά περνά μια σημαντικότατη κρίση κατά το β’ μισό του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Αραβαντινό, λόγιο της εποχής, «η άλλοτε σημαντικότατη βιομηχανία των Ιωαννίνων ηλαττώθη ήδη ουσιωδώς, η γουνοποιία, η γουνοδεψία, η βυρσοδεψία, τέχνη και αυτή αρχαιοτάτη, διατηρείται εισέτι, και φήμην τέκτηται επί τη αρίστη κατεργασία παντός είδους δέρματος, Η κηροποιΐα ήτις από της παρελθούσης εκατονταετηρίδος μετενεχθείσα εκ Βενετίας, επέδωκε, και εισέτι ακολουθεί ενασχολούσα και κυβερνούσα ικανάς οικογενείας. Η χρυσοχοΐα, προ πολλού καιρού εγκαθιδρυθείσα και λείψανα μόνα της άλλοτε ακμής αυτής έχουσα ήδη». Με άλλα λόγια, οι περισσότερες παραδοσιακές τέχνες της πόλης των Ιωαννίνων, οι οποίες απέφεραν σημαντικά έσοδα σε αυτή, βρίσκονται σε φθίνουσα πορεία. Για την ίδια περίοδο ο Αραβαντινός μας παραδίδει επίσης τον πληθυσμό των Ιωαννίνων, κατά το έτος 1856: Χριστιανικοί οίκοι 2400, τουρκικοί 850 και 343 εβραϊκοι. Ο παραπάνω απολογισμός μας δίδει χονδρικά 12.000 χριστιανούς κατοίκους, 4.250 μουσουλμάνους και 1.715 εβραίους, ήτοι σύνολο κατοίκων 17.965, περίπου 20.000 κάτοικοι σε αυτή την πόλη.

Από μια άλλη πλευρά τώρα, δεν τυγχάνει αμελητέα και η παρουσία σε αυτή την πόλη σημαντικών λογίων από τα τέλη του 17ου αιώνα. Συνήθως αυτοί οι λόγιοι και διανοούμενοι σπουδάζουν στη Δυτική Ευρώπη και επανέρχονται στα Ιωάννινα. Παράλληλα, η Ισραηλιτική Κοινότητα αναπτύσσει έναν δικό της πολιτισμό, με τα Σχολεία του Ταλμούδ - Τορά, καθώς και με μια θρησκευτική κουλτούρα γραμμένη στην τοπική γιαννιώτικη διάλεκτο.


ελληνοεβραίος ποιητής και διανοούμενος Γιωσέφ Ελιγιά

Ενδεικτική εδώ είναι και η περίπτωση της Alliance Israèlite Universelle, παράτημα των Παρισίων, η οποία ιδρύεται στα Ιωάννινα το 1907. Εξαιρετική μορφή της Σχολής αυτής υπήρξε ο ελληνοεβραίος ποιητής και διανοούμενος Γιωσέφ Ελιγιά, ο οποίος μελέτησε ενδελεχώς τον εβραϊκό και ταλμουδικό πολιτισμό και έγραψε κείμενα φιλοσοφικού ‒ εβραϊκού περιεχομένου.

Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, η πόλη των Ιωαννίνων συγκροτείται ως δημοτική αρχή από τρία μέρη, ήτοι με δημοτικούς συμβούλους Οθωμανούς, Χριστιανούς και Εβραίους. Είναι αυτή η εποχή όπου η πόλη γνωρίζει μια σημαντική άνθηση, οφειλόμενη είτε στα Σχολεία της (οθωμανικά, χριστιανικά και εβραϊκά), είτε σε εφημερίδες και περιοδικά που εκδίδονται εδώ, είτε ακόμη και σε σημαντικά πρόσωπα που εκπροσωπούν αυτή την άνθιση.

Λόγω των βαλκανικών πολέμων και των ανακατατάξεων που ακολούθησαν στα Βαλκάνια (1913-1924), απομακρύνονται από αυτή την πόλη 5.000 ελληνόφωνοι, μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα, ενώ η οικονομική κρίση που μαστίζει την πόλη δημιουργεί μεγάλο ρεύμα μεταναστών, εβραίων και χριστιανών, στην Αμερική.


*Ηλικιωμένοι Εβραίοι τρόφιμοι του Οίκου Ευγηρίας Γιεσουά και Ραχήλ, Γιάννενα, τέλη δεκαετίας 1930.

Στις 25 Μαρτίου του 1944, εκτοπίζεται και εξοντώνεται ο εβραϊκός πληθυσμός των Ιωαννίνων, ο οποίος απαριθμούσε τότε περί τα 2.000 άτομα, με τους σοφούς Χαχάμηδες, με τους εμπόρους και με τον λαό της. Η πόλη ολόκληρη περνά την τραγωδία της Ναζιστικής Γερμανικής Κατοχής, με τις κακουχίες και τους βασανισμούς στα μαρτυρικά υπόγεια της Ζωσιμαίας Σχολής, αλλά και στη συνέχεια, με τη μεταφορά γιαννιωτών στα απέραντα στρατόπεδα της Γερμανίας, Αυστρίας και Πολωνίας, προκειμένου να εργαστούν στα υπόγεια τούνελ και σε άλλες καταναγκαστικές εργασίες. Πολλοί από αυτούς δεν θα επιστρέψουν ποτέ στην πατρίδα τους, τα Ιωάννινα, και όσοι θα γυρίσουν θα γίνουν θύματα του Εμφυλίου που θα ακολουθήσει.


*Φωτογραφία από την απέλαση Εβραίων στα Ιωάννινα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής

Η πόλη πλέον παίρνει έναν άλλον χαρακτήρα. Ως σύμβολα αυτού του πολυπολιτισμικού παρελθόντος παραμένουν, από τα δεκαεπτά τζαμιά της πόλης, δύο με μιναρέ και δύο άλλα χωρίς μιναρέ, και από τις δύο Συναγωγές, μία εντός του Κάστρου και μία εκτός, η εντός Συναγωγή.

Είναι αυτό το παρελθόν μιας πολυεθνικής πόλης, με τον περίγυρο των τειχών του μεσαιωνικού κάστρου, καθώς και με διάφορα άλλα, πιο σύγχρονα μνημεία, ως σύμβολα ενός παρελθόντος που υπήρξε, και που σηματοδοτούν την Ιστορία της.