Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πολιτικές εξελίξεις στην μετά την πτώχευση εποχή. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αντιλαμβανόμενος τις δυσκολίες ζήτησε στις 30/3/32 από το Λαϊκό κόμμα τη δημιουργία οικουμενικής κυβέρνησης. Ο Παναγής Τσαλδάρης (1868-1936), ο αρχηγός του Λαϊκού κόμματος, αρνήθηκε να συμπράξει, λόγω του ότι το Φιλελεύθερο κόμμα είχε την πλειοψηφία και άρα η ακολουθούμενη κυβερνητική πολιτική δεν μπορούσε παρά να ήταν των Φιλελευθέρων για την οποία ο Τσαλδάρης δεν επιθυμούσε να φέρει ευθύνη. Επιπλέον, τυχόν αποτυχία της Οικουμενικής θα χρεώνονταν και στα δύο κόμματα και από την βέβαιη απαξίωσή τους θα ωφελούνταν τα μικρότερα κόμματα και ιδίως το Κομμουνιστικό, το οποίο το έβλεπε να αυξάνει διαρκώς τη δύναμή και την επιρροή του παρά τις διώξεις που υφίσταντο τα μέλη του από το ιδιώνυμο του 1929. (απόσπασμα από άρθρο του Λ. Τσουλφίδη: Από την Οικονομική Άνθηση στην Κρίση του 1930. http://mpra.ub.uni-muenchen.de/31746/)

Ο Ε.Βενιζέλος προκειμένου να εκθέσει τους Λαϊκούς πρότεινε την πρωθυπουργία στον Τσαλδάρη, ενώ ο ίδιος δεν θα συμμετείχε καν στην κυβέρνηση. Η ανταπάντηση του Τσαλδάρη ήταν να σχηματιστεί κυβέρνηση τεχνοκρατών, ο Βενιζέλος απέρριψε την πρόταση στη βάση ότι μια τέτοια κυβέρνηση ουσιαστικά θα αποτελούσε ομολογία της ανικανότητας του πολιτικού συστήματος. Και η αντιπαράθεση συνεχίστηκε εκατέρωθεν με συχνές αναφορές στο παρελθόν εντείνοντας έτσι τις μεταξύ τους αντιθέσεις. Ο Βενιζέλος σε μια ύστατη προσπάθεια να εκβιάσει το σχηματισμό οικουμενικής κυβέρνησης παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία στις 21/5/32 και υποστήριξε τον σχηματισμό νέας προσωρινής κυβέρνησης υπό τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου (1876-1936). Ο Παπαναστασίου σχεδίαζε τη λήψη μιας σειράς φιλολαϊκών μέτρων, όπως π.χ. οι κοινωνικές ασφαλίσεις, την απαλλαγή φορολογίας των αγροτών, μεταξύ άλλων. Ο Βενιζέλος θεωρώντας τα μέτρα αυτά υπέρ το δέον ριζοσπαστικά αρνήθηκε περαιτέρω υποστήριξης με αποτέλεσμα να «πέσει» η κυβέρνηση Παπαναστασίου και να σχηματιστεί εκ νέου κυβέρνηση Φιλελευθέρων στις 5/6/32 που το πρώτο μέλημά της ήταν η προκήρυξη εκλογών για τις 25/9/32 στις οποίες υπερισχύει μεν το Φιλελεύθερο κόμμα, αλλά χωρίς όμως να μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση πλειοψηφίας.

Ο Βενιζέλος σε όλη αυτή την περίοδο δρούσε υπερεκτιμώντας την εκλογική δύναμη του κόμματός του. Ακολουθεί κυβέρνηση μειοψηφίας Τσαλδάρη στις 3/11/32 την οποία όμως ο Βενιζέλος εύκολα μπορούσε να την εξαναγκάσει σε παραίτηση, πράγμα που το επιχείρησε στις 16/1/33 και ανέλαβε ο ίδιος την Πρωθυπουργία για να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές στις 5/3/33. Στις εκλογές, που ο Βενιζέλος ανέμενε ότι θα επικρατούσε με ευκολία, ωστόσο υπερίσχυσαν τα μη Βενιζελικά κόμματα. Ακολουθεί απόπειρα πραξικοπήματος Πλαστήρα στις 5-6/3/33 υπό την ενθάρρυνση του Βενιζέλου, το πραξικόπημα αποτυγχάνει, ωστόσο όμως πετυχαίνει να εκτραχύνει περαιτέρω τα πολιτικά ήθη. Είναι ειρωνικό ότι το πραξικόπημα (ή κίνημα) Πλαστήρα όχι μόνο έβλαψε σοβαρά την φιλελεύθερη παράταξη, αλλά το χειρότερο είναι ότι υπονόμευσε τη συνταγματική νομιμότητα χάριν της οποίας επιχειρήθηκε. Σχηματίζεται κυβέρνηση Λαϊκών στις 10/3/33 με Πρόεδρο τον Τσαλδάρη και Πρωθυπουργό τον Γεώργιο Κονδύλη (1879-1936).

Νέα αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος στις 1/3/35 υπό την ενθάρρυνση του Βενιζέλου, αυτή τη φορά όμως η πολιτική ζωή του τόπου εκτροχιάστηκε και οδήγησε πλέον ανοιχτά στον διχασμό της ελληνικής κοινωνίας[1]. Επισημαίνουμε ωστόσο ότι η στάση του Βενιζέλου και του κόμματός του προέρχονταν από τις βάσιμες ενδείξεις που είχαν για την επαναφορά της βασιλείας και την καθιέρωση δικτατορίας[2]. Άλλωστε η περιρρέουσα ατμόσφαιρα και η επικράτηση φασιστικών καθεστώτων στην Ευρώπη ενίσχυε τις όποιες ανησυχίες τους. Στις εκλογές του Ιουνίου του 1935 για συντακτική βουλή (απείχαν των εκλογών το Φιλελεύθερο μεταξύ άλλων κομμάτων) το Λαϊκό Κόμμα (με τα συνεργαζόμενα κόμματα) κέρδισε 282 από τις 300 έδρες. Αν συμμετείχε το Φιλελεύθερο κόμμα στις εκλογές, τότε μια μικρή μερίδα του θα μπορούσε να αποσχιστεί και να συνεργαστεί με το Λαϊκό κόμμα (οι παλινδρομήσεις βουλευτών ήταν συχνό και όχι κατ’ ανάγκη καταδικαστέο φαινόμενο τότε) για τον σχηματισμό κυβέρνησης και τα χειρότερα ίσως θα είχαν αποφευχθεί. Είναι γνωστό ότι ο Τσαλδάρης δεν ήταν υπέρ της μοναρχίας και από πολύ νωρίς δήλωσε (και το εννοούσε) ότι δεν επιθυμούσε και δεν επεδίωκε την επαναφορά του θεσμού της Βασιλείας. Ο Τσαλδάρης, μάλιστα, αντίθετα με την πλειοψηφία του κόμματός του, προχώρησε και σε αμνήστευση των κινηματιών πράγμα που εξόργισε τους αντιπάλους του στο Λαϊκό κόμμα που με επικεφαλής τον Κονδύλη (τον στρατηγό που κατέστειλε το κίνημα του 1935) παραμέρισαν τον Τσαλδάρη από την ηγεσία. Στη συνέχεια ο Κονδύλης σχημάτισε κυβέρνηση Λαϊκών και Εθνικού κόμματος, και αμέσως μετά προκήρυξε διαβλητό «δημοψήφισμα» που επανάφερε το θεσμό της βασιλείας με ποσοστό στο 98%, βέβαια στις «εκλογές» δεν συμμετείχε το Φιλελεύθερο κόμμα.

Η επιστροφή του Βασιλιά αρχικά συνοδεύτηκε με ένα πνεύμα συμφιλίωσης μεταξύ των δύο αντίπαλων στρατοπέδων, μάλιστα ο Βασιλιάς ήλθε σε σύγκρουση με τον Κονδύλη, ο οποίος επέμενε στην τιμωρία των κινηματιών του 1935. Ακολούθησε παραίτηση Κονδύλη και προσωρινή κυβέρνηση υπό τον υπερκομματικό Κωνσταντίνο Δεμερτζή (1876-1936), προκήρυξη εκλογών (26/01/36) με απλή αναλογική, όπου κανένα από τα δύο κόμματα δεν μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση πλειοψηφίας και άρα χρειάζονταν την υποστήριξη του Λαϊκού Μετώπου (δηλαδή του ΚΚΕ). Πράγματι, στην ψηφοφορία στην Βουλή εκλέγεται Πρόεδρος ο αρχηγός των Φιλελευθέρων που φυσιολογικά ο Βασιλιάς θα έπρεπε να του δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Ωστόσο, η εντολή, εν τέλει, δίνεται τον Απρίλιο του 1936 στον Ι. Μεταξά, η κυβέρνηση του οποίου στη Βουλή λαμβάνει ψήφο εμπιστοσύνης, τόσο από τους Φιλελεύθερους όσο και από τους Λαϊκούς. Σημαντικό ρόλο σε αυτήν τη επιλογή του Βασιλιά και στην υπερψήφιση της κυβέρνησης Μεταξά θα πρέπει να έπαιξε η συζητούμενη (μυστική) συμφωνία των Σοφούλη-Σκλάβαινα (εκπρόσωπου του ΚΚΕ) για αμοιβαία υποστήριξη που όταν διαδόθηκε έφερε μεγάλη αναστάτωση και στις δύο αστικές παρατάξεις, γι’ αυτό και δεν είχαν πρόβλημα να υποστηρίξουν, έστω και προσωρινά, την κυβέρνηση Μεταξά[3]. Ακολουθούν λαϊκές κινητοποιήσεις, οι οποίες κορυφώνονται τον Μάιο του 1936 στη Θεσσαλονίκη και καταστέλλονται με τη βοήθεια του στρατού και του στόλου! το πολιτικό κλίμα ήδη είναι εξαιρετικά αυταρχικό και ο Βασιλιάς μέσω του Μεταξά επιβάλει τη δικτατορία της 4ης  Αυγούστου προκειμένου να καταστείλει τις προαναγγελθείσες λαϊκές κινητοποιήσεις.

* Ο Λευτέρης Τσουλφίδης είναι Άναπληρωτής Καθηγητής του τμήματος Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

-----

[1] Εφεξής αποκλεισμό, διώξεις και περιθωριοποίηση βιώνουν και οι οπαδοί των Φιλελευθέρων, και το λέμε αυτό διότι οι αποκλεισμοί ήταν συνηθισμένοι για τους κομμουνιστές που από τον Ιούλιο του 1929 και μετά ήταν και επισήμως υπό διωγμό με την ψήφιση του ιδιωνύμου.

[2] Ενώ ο Τσαλδάρης ρητά απέκλεισε το ενδεχόμενο συνταγματικής εκτροπής ήδη από το 1933 δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τους Κονδύλη και Μεταξά

[3] Η βούληση των ανακτόρων ήταν υπέρ του υπερκομματικού και τότε υπηρεσιακού Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Δεμερτζή, ο οποίος όμως απεβίωσε πριν λάβει την εντολή. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Μεταξάς, υπήρξε πολύ τυχερός στην πολιτική του διαδρομή, διότι στο μεταξύ είχαν εκλείψει οι Τσαλδάρης και Κονδύλης και γενικότερα το 1936 είχε εκλείψει όλη η γενιά των πολιτικών που είχε πρωταγωνιστήσει τις τελευταίες δεκαετίες. Το κόμμα των «ελευθεροφρόνων» του Μεταξά ξεκίνησε από 15,76% το 1926 για να φτάσει το 1932 στο 1,59%, πράγμα που δηλώνει ότι στην Ελλάδα δεν υπήρξε φαινόμενο φασισμού αντίστοιχο της Γερμανίας, της Ιταλίας ή/και της Ισπανίας. Ωστόσο, θεωρούμε ότι θα πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη βαρύτητα στη συγκυρία της περιόδου, και την επιρροή που ασκούσε η Αγγλία μέσω του Βασιλιά και λιγότερο στις διαφορές ιδιοσυγκρασίας των λαών.