Ο Κόνραντ Αντενάουερ, ο πρώτος μεταπολεμικός καγκελάριος της Γερμανίας, απεβίωσε σαν σήμερα, στις 19 Απριλίου του 1967. Όντας στη θέση αυτή από το 1949 έως το 1963 οδήγησε την ηττημένη από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο Γερμανία στο οικονομικό θαύμα. Ποια προβλήματα έπρεπε να αντιμετωπιστούν όμως για να μπορέσει η χώρα πάλι να σταθεί στα πόδια της;

Η Συμφωνία του Ποτσνταμ και τα εμπόδια

Σύμφωνα με τον καθηγητή Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Trier, Κέρτ Ντουβέλ, τα γεγονότα πρέπει να παρατηρηθούν από την αρχή. Από τη Συμφωνία του Ποτσνταμ, δηλαδή.

Όπως αναφέρει σε άρθρο του στο History Today, μετά την άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας το 1945, η Βρετανία, οι ΗΠΑ, η Γαλλία και η ΕΣΣΔ έγιναν οι ανώτατοι διοικητές της χώρας. Μόνο σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης οι εξουσίες είχαν παραμείνει στη Γερμανία. Με τη συμφωνία του Ποτσνταμ δημιουργείται το Συμμαχικό Ελεγκτικό Συμβούλιο, που σκοπό έχει την ολοκληρωτική αποστρατικοποίηση και τον αφοπλισμό της Γερμανίας, την εξάλειψη του ναζιστικού κόμματος και την αποναζιστοποίηση του κοινού, και τέλος την προετοιμασία της Γερμανίας για να επιστρέψει με δημοκρατία σε μια ειρηνική συνεργασία και συνύπαρξη με τα άλλα έθνη.

Για να επιτευχθούν αυτά, η Συμφωνία όριζε τον διορισμό πέντε “υπουργών εσωτερικών”, που θα δρούσαν υπό τον έλεγχο του Συμβουλίου και θα είχαν ως χαρτοφυλάκια την διοίκηση των οικονομικών, των μεταφορών, των επικοινωνιών, των εξαγωγών και της βιομηχανίας. Παρότι το ακριβές σχέδιο δεν εφαρμόστηκε ποτέ, οι συνδέσεις που υπήρχαν με την πολιτική και την οικονομία ήταν εμφανείς. Στην πράξη, όμως, κάθε ένας από τους συμμάχους προσπαθούσε να πετύχει με τον δικό του τρόπο και τα δικά του κριτήρια κάθε ένα από αυτούς τους τομείς.

Παρά το γεγονός ότι η πολιτική ήταν ελεγχόμενη και ότι οι Γερμανοί δεν είχαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα, το σύνολο του ενδιαφέροντος για χρόνια ήταν τα οικονομικά προβλήματα της χώρας. Όμως οι απαντήσεις σε αυτά ήταν δύσκολο να δοθούν καθώς υπήρχε και άλλη μια ανεφάρμοστη διάταξη της Συμφωνίας του Ποτσνταμ μεταξύ των Συμμάχων και της ΕΣΣΔ: Η Γερμανία θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως μια ενιαία οικονομική μονάδα.

Επιπλέον, οι απώλειες εδαφών για τη Γερμανία οδήγησε σε σημαντικές μετατοπίσεις πληθυσμών από τα ανατολικά στα δυτικά. Αυτό σημαίνει ότι το 1946 ο πληθυσμός των δυτικών περιοχών είχε φτάσει τα 43,6 εκατομμύρια σε σχέση με τα 39,3 που ήταν το 1939. Η αύξηση είχε ως αποτέλεσμα την εκτόξευση των αναγκών που πλέον δεν μπορούσαν να καλυφθούν.

Η ανάκαμψη της βιομηχανίας ήταν επίσης ένα μεγάλο εμπόδιο και για την ανατολική και για τη δυτική Γερμανία. Η έλλειψη υποδομών και πόρων, σε συνδυασμό με την αδυναμία των Συμμάχων να εφαρμόσουν, όπως είδαμε, τη Συνθήκη κυνηγώντας τις δικές τους προσωπικές ατζέντες, έκαναν τα πράγματα χειρότερα. Η ταυτόχρονη υποτίμηση του νομίσματος, το διογκούμενο λαθρεμπόριο και η μαύρη αγορά ήταν τα απτά σημάδια της απελπιστικής κατάστασης της οικονομίας. Έτσι για να αποφευχθούν ξανά τα περιστατικά αυτά, στην αμερικανική και τη βρετανική ζώνη συστάθηκε το 1947 το Οικονομικό Συμβούλιο. Αποτελείτο από 52 μέλη Γερμανούς και λειτουργούσε υπό την επίβλεψη του Αγγλο-Αμερικανικού Διζωνικού Ελεγκτικού Γραφείου. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα πρώιμο Κοινοβούλιο για Οικονομικές Υποθέσεις. Ταυτόχρονα οι Βρετανοί και οι Αμερικάνοι όρισαν και μια επιτροπή για να αναλάβει κάθε ένα από τους πέντε πυλώνες που όριζε η Συμφωνία του Ποτσνταμ. Τον επόμενο χρόνο εντάχθηκε σε αυτό και ο γαλλικός τομέας, όμως οι συνθήκες διαβίωσης του γερμανικού λαού δεν βελτιώθηκαν αισθητά. Η αγροτική παραγωγή είχε καταστεί πανάκριβη με τα κόστη να έχουν υπερδιπλασιαστεί σε σχέση με το 1939, ενώ η μαύρη αγορά δημιουργούσε τεχνητή ζήτηση εκτοξεύοντας τις τιμές ακόμη περισσότερο στα τρόφιμα, τον ρουχισμό και άλλα προϊόντα.

Το οικονομικό θαύμα

Μέχρι το 1948 κάθε προσπάθεια έπεφτε ουσιαστικά στο κενό. Τον Ιούνιο εκείνου του έτους, όμως, συνέβη κάτι που άλλαξε τα πράγματα τόσο ριζικά ώστε να εύκολα να μπορεί να χαρακτηριστεί “οικονομικό θαύμα”: Μια δραστική αναδιάρθρωση του νομίσματος, που έλαβε χώρα στις 20 Ιουνίου. Η επιτυχία της έγκειται στο γεγονός ότι δημιουργούσε μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη. To γεγονός, δε, ότι η ώθηση στην οικονομία λόγω της αναδιάρθρωσης του νομίσματος δεν επετεύχθη χωρίς αλλαγές μπορεί, σύμφωνα με τον καθηγητή, να συνοψιστεί στους εξής πέντε παράγοντες:

α) Μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ για την ανοικοδόμηση της Ευρώπης που αποφασίστηκε τον Απρίλιο του 1948 μεταξύ των ΗΠΑ και των Ευρωπαϊκών κρατών, το νεοσύστατο κράτος της Ομοσπονδιακής Γερμανίας από τον Μάιο του 1948 έως το 1952 είχε αντλήσει 1,7 δισεκατομμύρια δολάρια. Η επάνοδός της ήταν ταχύτερη από εκείνη της Βρετανίας ή της Γαλλίας παρόλο που εκείνες είχαν λάβει μεγαλύτερα ποσά.

β) Μετά τον πόλεμο και εξαιτίας της ανάγκης για πρόσβαση σε αγαθά, η αγωνία για επενδύσεις και εργασία από την πλευρά των Γερμανών εργαζομένων και εργοδοτών ήταν τέτοια που πυροδότησε την παραγωγή την περίοδο του 1948-1949. Αυτό οδήγησε στην αύξηση των μισθών, χωρίς όμως να αυξηθεί το κόστος ζωής.

γ) Η αναδιάρθρωση του νομίσματος επέτρεψε τη ίδρυση της Τράπεζας του Γερμανικού Κράτους. Το ίδρυμα με τη σειρά του επέβλεπε την νομισματική πολιτική οδηγώντας σε σταθερότερη οικονομία και με τα χρόνια σε ανάπτυξή της.

δ) Η ένταξη της Γαλλίας στο μέχρι τότε Διζωνικό Οικονομικό Συμβούλιο. Η ενοποίηση όλων των τομέων της Δυτικής Γερμανίας σε μια οικονομική οντότητα οδήγησε σε καλύτερες συνθήκες εμπορίου μεταξύ του βιομηχανικού βορρά και του αγροτικού Νότου.

ε) Η διάλυση των βιομηχανικών δομών της Γερμανίας στον βρετανικό τομέα σταμάτησε. Όσες έμειναν έδωσαν εκ νέου ώθηση στην παραγωγή. Ήταν μια αμερικανική πρωτοβουλία, και ιδίως του υπουργού Οικονομικών Χένρι Μόργκεντω, και ύστερα από πιέσεις την αποδέχθηκε και η Βρετανία.

Οι σύγχρονοι ιστορικοί διαφωνούν για το ποιοι από τους πέντε αυτούς παράγοντες ήταν σημαντικότεροι. Όμως συμφωνούν, πως ο όρος “θαύμα” είναι στην πράξη παραπλανητικός. Αυτό διότι παρά το γεγονός ότι η οικονομία πήρε τα πάνω της σχετικά γρήγορα (χαρακτηριστικό παράδειγμα η αύξηση των παραγόμενων τόνων σιδήρου από 5,6 το 1946 στους 15,8 το 1952), η συνολική ανοικοδόμηση της Γερμανίας μετά τον πόλεμο ήταν μια αργή διαδικασία. Μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1950 οι μεγάλες πόλεις ήταν στην ουσία μεγάλες περιοχές γεμάτες συντρίμμια, ενώ οι άνεργοι ήταν περισσότεροι από 1 εκατομμύριο.

Από την ΕΚΑΧ στο μέλλον

Η συναίνεση των τριών δυτικών Συμμάχων να δώσουν άλλη μια ώθηση στην βιομηχανία μέσω του Σχεδίου Σούμαν για τον άνθρακα, το σίδερο και τον χάλυβα έδωσε στη Γερμανία μεγαλύτερη ελευθερία δράσης. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα απελευθέρωσε σχετικά την γερμανική οικονομία σε αυτούς τους τομείς παραγωγής. Ο Αντενάουερ που είχε εκλεγεί καγκελάριος το 1949 αγκάλιασε το σχέδιο Σούμαν καθώς έδινε στην Δυτική Γερμανία μια σχετική οικονομική αυτονομία εντός της ευρωπαϊκής ανοικοδόμησης. Ο Αντενάουερ όμως δεν έβλεπε μόνο την οικονομική πτυχή του σχεδίου, όσο και την πολιτική καθώς θεωρούσε, όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του, ότι είχε ιδιαίτερη σημασία στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Το επιχείρημά του, όμως, ήταν βασισμένο στην οικονομία καθώς σύμφωνα με τους υπολογισμούς του θα έδιναν σημαντικότατη ώθηση στην παραγωγή.

Δεν πρέπει, όμως, σύμφωνα με τον Κέρτ Ντουβέλ, να παραγκωνιστεί η σημασία που είχε το μοντέλο της “κοινωνικής οικονομίας της αγοράς”, το οποίο υιοθετήθηκε από τον Λούντβιχ Έρχαρτ, υπουργό Οικονομικών του Αντενάουερ και πρώην διορισμένο διοικητή του τομέα οικονομικών στο Διζωνικό Οικονομικό Συμβούλιο. Ο Έρχαρτ που είχε εκδιωχθεί από τους ναζί από τη θέση του διοικητή του Ινστιτούτο Βιομηχανικής Έρευνας της Νυρεμβέργης το 1944, πίστευε πως “ο σκοπός είναι να πετυχαίνουμε υπό οποιεσδήποτε συνθήκες μια ελεύθερη οικονομία της αγοράς βασισμένη στον πραγματικό ανταγωνισμό”. Έχοντας ως οδηγούς την άποψη ότι η οικονομία ελεύθερης αγοράς πρέπει να συνάδει με την κοινωνική δικαιοσύνη και την απόρριψη κάθε μορφής εθνικοποίησης, κρατισμού και συλλογικότητας και την αναγνώριση και αποδοχή των ηθικών αξιών και συμπερασμάτων του Κράτους, προώθησε και πέρασε μέχρι το 1957 μια σειρά νομοσχεδίων ώστε να διαμορφωθεί ο Νόμος ενάντια στους Περιορισμούς του Ανταγωνισμού.

Η σταθεροποίηση της οικονομίας επέτρεψε στους δυτικούς Συμμάχους να παρουσιάσουν στην πολιτική ηγεσία της Δυτικής Γερμανίας ένα πολιτικό σχέδιο που θα μπορούσε να θεωρηθεί προοίμιο Συντάγματος. Στο σχέδιο αναφερόταν το εξής:

Αυτό το σύνταγμα θα πρέπει να είναι τέτοιο που να επιτρέπει στους Γερμανούς να έχουν ρόλο στην έξοδο από την παρούσα διαίρεση της Γερμανίας όχι προς επανασύνταξη του κεντρικού Ράιχ αλλά προς την κατεύθυνση μιας ομοσπονδιακής μορφής διακυβέρνησης που θα προστατεύει με επάρκεια τα δικαιώματα των κρατιδίων και ταυτόχρονα θα προσφέρει επαρκώς κεντρική αρχή και εγγυήσεις για τα δικαιώματα και την ελευθερία του ατόμου.

Το κείμενο αυτό ενώ από τη μια πλευρά έθετε τα θεμέλια για την πολιτική ανοικοδόμηση της Δυτικής Γερμανίας από την άλλη έθετε ένα μεγάλο ερώτημα για την ικανότητα να επιτευχθεί η επανένωση της χώρας. Οι πρωθυπουργοί των κρατιδίων έβλεπαν τη Δυτική Γερμανία ως μια προσωρινή λύση και έτσι εναντιώνονταν στον όρο “σύνταγμα” και προτιμούσαν ως τίτλο το “Βασικός Νόμος”.

Κατά τη διάρκεια αυτών των διαπραγματεύσεων υπό τον Κόνραντ Αντενάουερ, ο πρώτος καγκελάριος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας ήθελε να κερδίσει περισσότερη αυτονομία. Κατά ένα μέρος το πέτυχε τον Μάρτιο του 1951 και το νέο κράτος πλέον θα είχε, ανάμεσα σε άλλα, δικό της υπουργό Εξωτερικών και διπλωματικούς αντιπροσώπους στο εξωτερικό. Αυτά τα πρώτα επιτεύγματα για την πολιτική ανεξαρτησία της Γερμανίας, της οικονομικής της ανάπτυξης, και της προώθησης της πρώτης φάσης του σχεδίου Σούμαν για την ευρωπαϊκή ενοποίηση, ήταν τα θεμέλια για την πολιτική ανοικοδόμηση της Δυτικής Γερμανίας και της καλλιέργειας της ελπίδας της για ολοκλήρωση στο μέλλον με πυλώνα τη δημοκρατία.